The New York Times Τετάρτη 9/12/2020, 17:03 PETER BEINART
THE NEW YORK TIMES

Πρέπει να «ηγηθούν» οι ΗΠΑ του κόσμου;

Υπάρχουν πολλά που δεν γνωρίζουμε ακόμη για το πώς ο Τζο Μπάιντεν και η ομάδα του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής θα προσεγγίσει τον κόσμο. Αλλά ένα είναι σαφές: Πιστεύουν σε μία αμερικανική «ηγεσία».

Σε ομιλία του το 2015 ο Άντονι Μπλίνκεν, η επιλογή του κ. Μπάιντεν για το υπουργείο Εξωτερικών, χρησιμοποιήσε κάποια εκδοχή της φράσης αυτής 21 φορές. Την άνοιξη ο Μπάιντεν έγραψε ένα άρθρο στο Foreign Affairs υπό τον τίτλο «Γιατί η Αμερική πρέπει να ηγηθεί ξανά». Πρόσφατα, όταν κατέθεσε τους υποψηφίους του για την εθνική ασφάλεια είπε ότι «η Αμερική επιστρέφει, έτοιμη να ηγηθεί του κόσμου».

Ας ελπίσουμε πως όχι. Στην μετά- Τραμπ εποχή η «ηγεσία» είναι ένα εσφαλμένο ακόμη και επικίνδυνο όραμα για τη σχέση της Αμερικής με τον υπόλοιπο κόσμο. Για τα τελευταία τέσσερα χρόνια οι ελίτ της εξωτερικής πολιτικής προωθούσαν την αμερικανική ηγεσία ως την ασφαλή, διακομματική και ήπια εναλλακτική στην ροπή της κυβέρνησης Τραμπ στον εθνικισμό του «Η Αμερική πρώτα». Αλλά ηγεσία σημαίνει να έχεις το πρόσταγμα. 

Ο κ. Μπάιντεν έδωσε δύο λόγους ως προς το γιατί η Αμερική αξίζει να έχει τον προνομιούχο αυτό ρόλο. Ο πρώτος είναι κληρονομικός. «Επί 70 χρόνια» έγραψε στο Foreing Affairs, «επί Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων προέδρων, διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στον καθορισμό των κανόνων, που προωθούν την συλλογική ασφάλεια και ευημερία». 

Πριν από εβδομήντα χρόνια όμως οι ΗΠΑ κάλυπταν περίπου το 50% του παγκόσμιου ΑΠΕ. Σήμερα καλύπτουν το 1/7. Το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσαρμοσμένο σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, είναι σχεδόν ίσο με των ΗΠΑ και της Κίνας είναι ήδη μεγαλύτερο. Η φράση «ηγεσία» παραπέμπει σε μία ιεραρχεία δύναμης η οποία, τουλάχιστον οικονομικά, δεν υφίσταται πια. 

Ο δεύτερος λόγος του κ. Μπάιντεν είναι ηθικός. Όπως έγραφε το 2017, «άλλα έθνη μας ακολουθούν γιατί γνωρίζουν ότι η Αμερική δεν προστατεύει απλώς τα δικά της συμφέροντα, αλλά προσπαθεί να προάγει τα ιδανικά όλων». Αλλά είναι δύσκολο να εξετάσει κανείς την συμπεριφορά της Αμερικής τις τελευταίες δεκαετίες και να διαπιστώσει κάποια ειδική δέσμευση στο παγκόσμιο καλό. Σύμφωνα με έρευνα του Brown University στο Ρόουντ Άιλαντ, οι πόλεμοι της Αμερικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου έχουν εκτοπίσει από τις εστίες τους 37 εκατομμύρια ανθρώπους. Και ακόμη και πριν ο Ντόναλντ Τραμπ εισέλθει στον Λευκό Οίκο, οι ΗΠΑ είχαν αρνηθεί να επικυρώσουν διεθνείς συνθήκες, που απαγορεύουν νάρκες ξηράς, βόμβες θρυμματισμού και πυρηνικές δοκιμές, που ρυθμίζουν τις παγκόσμιες πωλήσεις όπλων, προστατεύουν τους ωκεανούς, καθιστούν δυνατή τη δίωξη για γενοκτονία και εγκλήματα πολέμου, θωρακίζουν τα δικαιώματα γυναικών, παιδιών και ανθρώπων με αναπηρία. 

Ο κ. Τραμπ ήρθε να το εντείνει αυτό αποσύροντας τις ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τις διαπραγαμτεύσεις για την TPP , το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, τη Συνθήκη για τους Ανοιχτούς Ουρανούς και την Συνθήκη για τις πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς (INF). Δυστυχώς οι σύμβουλοι του κ. Μπάιντεν δυσκολεύονται να φανταστούν συνεργασία χωρίς κυριαρχία. 

«Ο κόσμος απλά δεν αυτο-οργανώνεται» έχει πει ο κ. Μπλίνκεν. Αλλά οι ΗΠΑ έχουν ανακαλύψει τι συμβαίνει όταν «όταν άλλες χώρες προσπαθούν να πάρουν τη θέση τους ή ακόμη χειρότερα κανείς δεν το κάνει με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα κενό γεμάτο αρνητικά γεγονότα». 

Δεν είναι όμως αλήθεια ότι η διεθνής συνεργασία καταρρέει εάν η Αμερική δεν έχει το πρόσταγμα. Αφότου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι αποσύρονται από τη Συμφωνία του Παρισιού καμία άλλη χώρα δεν ακολούθησε στην πόρτα της εξόδου. Αφότου η κυβέρνηση Τραμπ απείλησε να εγκαταλείψει τον ΠΟΥ, Γαλλία και Γερμανία δεσμεύθηκαν να αυξήσουν τη δική τους συμβολή.

Στην ομιλία του κατά του πολέμου στο Βιετνάμ το 1967, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αποκάλεσε την κυβέρνηση των ΗΠΑ «τον μεγαλύτερο προμηθευτή βίας στον κόσμο». Αντί να επιδιώκει να κυριαρχήσει στον κόσμο, ο Δρ. Κινγκ υποστήριξε, οι ΗΠΑ θα πρέπει να δείξουν αλληλεγγύη, πρώτον περιορίζοντας την δική τους συμμετοχή στην παγκόσμια δυστυχία και δεύτερον συντασσόμενοι με άλλους στη μάχη κατά της φτώχειας, της ανασφάλειας και της αδικίας. 

Η ομάδα του Μπάιντεν θα πρέπει να κάνει την αλληλεγγύη όχι την ηγεσία οδηγό στο πώς προσεγγίζει τον κόσμο. Έτσι θα αναγνωρίσει ότι ενώ οι ΗΠΑ μπορούν να κάνουν πολλά για να βοηθήσουν άλλα έθνη, πρώτη υποχρέωσή τους είναι να σταματήσουν να κάνουν κακό.

Ο Peter Beinart είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Newmark Graduate School of Journalism του City University της Νέας Υόρκης. 

© 2020 The New York Times

Money Review