ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Γουόρεν Μπάφετ: Ο «προφήτης» με το πιο επικερδές «ευαγγέλιο» όλων των εποχών

AP Photo

30 Αυγούστου 1930 

Σε μία μικρή πόλη της Νεμπράσκα, την Όμαχα, γεννιέται ο Γουόρεν Μπάφετ. Είναι το δεύτερο από τα τρία παιδιά των Χάουαρντ και Λέιλα Μπάφετ. Γιος ενός χρηματιστή και γερουσιαστή, θα ακολουθήσει και αυτός τον δρόμο των επενδύσεων. Στη γεννέτειρά του έχει την έδρα της και η Berskhire Hathaway, μία εταιρεία – φαινόμενο της οποίας η λογιστική αξία ανά μετοχή από το 1965 έως και το 2001 αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 24%. Ήταν το επικερδές επενδυτικό όχημα όλων των εποχών και χάρισε στον Μπάφετ τον τίτλο του επιτυχημένου επενδυτή του 20ου αιώνα. 

Στα 91 χρόνια του ο «προφήτης της Όμαχα», όπως έγινε γνωστός στον κόσμο των επενδύσεων για την ικανότητά του να προβλέπει πού κινούνται οι αγορές, παραμένει ένας από τους πλουσιότερους, αλλά και πιο επιδραστικούς επιχειρηματίες στον κόσμο, με περιουσία άνω των 100 δισ. δολαρίων. Η κάθε του επισήμανση μπαίνει στο μικροσκόπιο αναλυτών και επενδυτών και μπορεί να ωθήσει αισθητά τους δείκτες προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. 

Ο Μπάφετ σκοπεύει έως το τέλος της ζωής του να δωρίσει τις 238.624 μετοχές που έχει στη διάθεσή του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, ανεβάζοντας έτσι το συνολικό ποσό που θα έχει διαθέσει σε φιλανθρωπικές δράσεις στα 41 δισ. δολάρια. Δεν σχεδιάζει να αφήσει τίποτα στα παιδιά του, καθώς όπως εξηγεί δεν πιστεύει στις «δυναστείες». Το να κληροδοτείς την περιουσία σου και τις επιχειρηματικές «αυτοκρατορίες» στα παιδιά σου, είναι, τονίζει, μία τάση που έχει ήδη εξασθενήσει στις ΗΠΑ και θα αρχίσει να φθίνει και σε άλλα μέρη του κόσμου. 

Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι τα παιδιά του, που είναι τώρα κοντά στα 60 έτη, δεν θα έχουν πάρει τίποτα από τον πατέρα τους. Κάθε ένα εξ αυτών έχει έναν οργανισμό αξίας 2 δισ. δολαρίων, που ιδρύθηκε από τον Μπάφετ, σύμφωνα με πληροφορίες της Washington Post. 

Πώς όμως έχτισε αυτή την περιουσία; Ο Μπάφετ φημίζεται για την αγάπη του στον «λιτό βίο». Έχει πει ότι τρώει κάθε μέρα πρωινό στα McDonald’s, πληρώνοντας έως 3,17 δολάρια κάθε φορά. Εξακολουθεί δε να ζει στο ίδιο σπίτι στην Όμαχα, που αγόρασε έναντι 31.500 δολαρίων το 1958. Συντηρητική προσέγγιση είχε και στις επεδνύσεις του, προτιμώντας την μακροπρόθεσμη αξία έναντι του βραχυπρόθεσμου κέρδους. Και αυτό απέδωσε τόσο για τον ίδιο όσο και για όσους ακολούθησαν τις προτάσεις του. 

Το 1942 σε ηλικία μόλις 11 ετών ο Μπάφετ αποφασίζει να διαθέσει όλο το χαρτζιλίκι που έχει μαζέψει για να αγοράσει τις πρώτες του μετοχές. Πρόκειται για 3 μετοχές της πετρελαϊκή Cities Service, τις οποίες αγοράζει έναντι 38 δολαρίων ανά μετοχή. Λέγεται ότι τελικά τις πούλησε έναντι 40 δολαρίων έκαστη, βγάζοντας έτσι συνολικό κέρδος 6 δολαρίων. Τότε ήταν που έμαθε όμως την αξία της υπομονής. Λίγους μήνες αργότερα η τιμή της μετοχής είχε εκτιναχθεί στα 200 δολάρια. 

Εκείνη η εμπειρία ήταν μάλλον καθοριστική στη διαμόρφωση της φιλοσοφίας του. Αυτή συνοψίζεται στη φράση: «Κοίτα μακριά, μην παρακολουθείς συνεχώς την αγορά». «Όταν επιμένεις σε καλές εταιρείες, τα πράγματα θα πάνε καλά. Μπορεί όχι τώρα, αλλά σε 10, 20, 30 χρόνια από τώρα» έχει πει. 

Ως παιδί έμαθε και την αξία της σκληρής δουλειάς. Εργαζόταν ήδη από τα 13 του έτη ως διανομέας για τη Washington Post. Ξυπνούσε στις 04:30 κάθε πρωί για να παραδόσει εφημερίδες και να πουλήσει νέες συνδρομές- από τη δεύτερη αυτή δουλειά έβγαζε ποσοστά. Έως τα 15 είχε βγάλει εισόδημα 2.000 δολαρίων. Επένδυσε τα 1.200 εξ αυτών σε μάι φάρμα στη Νεμπράσκα. Πριν κλείσει τα 20 έτη είχε ήδη αποταμιεύσεις ύψους 5.000 δολαρίων (σε σημερινά χρήματα θα ήταν περίπου 55.000 δολάρια). 

Αν και ο ίδιος ήθελε να αποφύγει το κολλέγιο, μένοντας στην αγορά εργασίας, οι γονείς του δεν τον άφησαν (κάτι για το οποίο τους ευγνωμωνεί). Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα. Έλαβε Master’s στα Οικονομικά από τη Σχολή Επιχειρήσεων του Κολούμπια. Εκεί είχε καθηγητή τον Μπέντζαμιν Γκράχαμ, που όπως έχει πει ήταν από τους ανθρώπους που επηρέασαν πολύ την επενδυτική του φιλοσοφία. 

Εργάστηκε για δύο χρόνια στην εταιρεία του μέντορά του, Γκράχαμ, και το 1956 ίδρυσε τη δική του εταιρεία, με ακόμη επτά μετόχους (οι περισσότεροι από το οικογενειακό του περιβάλλον). Το όνομά της Buffett Parthnership. Το 1962 έγινε εκατομμυριούχος. Εκείνη τη χρονιά επένδυσε και στην Berskhire Hathaway, που τότε ήταν μία υφαντουργία. Μέσα σε τρία χρόνια είχε αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της Berkshire και το 1965 ανέλαβε τον ρόλο του προέδρου. Μεταμόρφωσε πλήρως την εταιρεία επενδύοντας αρχικά σε ασφαλιστικές και στη συνέχεια σε μία ευρύτατη γκάμα δραστηριοτήτων. Οι υφαντουργικές δραστηριότητες της εταιερίας έκλεισανο οριστικά 20 χρόνια αργότερα, το 1985. 

Το 2010 είχε πει ότι η επένδυση στη Berkshire ήταν η πιο «ανόητη μετοχή» που έχει αγοράσει. Και τούτο γιατί χρειάστηκε να επενδύσει πολλά δισεκατομμύρια προσπαθώντας να κάνει τις υφαντουργικές δραστηριότητες να πετύχουν, αντί να στραφεί στις ασφάλειες, την ενέργεια και άλλους κλάδους νωρίτερα. Αυτή η ανόητη απόφαση, ωστόσο, ήταν που έγραψε ένα από τα πιο «σοφά» success stories όλων των εποχών. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News