BUSINESS & FINANCE

Το «ισοζύγιο» της πανδημικής κρίσης: Τέσσερις ειδικοί χαρτογραφούν τις εξελίξεις

Οι φόβοι, οι προσδοκίες και οι αβεβαιότητες για την μετά τον κορωνοϊό εποχή

Φωτ. Intime

Πριν από ένα χρόνο η υφήλιος έμπαινε σε μία περιπέτεια που εμέλλε να διαταράξει κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Καθώς η πανδημία εξαπλωνόταν ο κόσμος άρχισε σταδιακά να συνειδητοποιεί πως βρίσκεται ενώπιον μίας νέας πραγματικότητας. Παράλληλα με την «μάχη» που ξεκίνησε για την προσαρμογή στα νέα δεδομένα και την εφαρμογή πρωτοφανών περιοριστικών μέτρων, άρχισε και η συζήτηση για τις επιπτώσεις που θα είχαν τα μέτρα αυτά στην οικονομία, στις επιχειρηματικές και κοινωνικές δραστηριότητες, αλλά και στην ψυχολογία των ανθρώπων. Πολλοί ανέτρεξαν σε κατακλυσμιαία γεγονότα του παρελθόντος σε μία απόπειρα να σκιαγραφήσουν το πώς μπορεί να μοιάζει η επόμενη ημέρα της πανδημίας.

Με τις ενθαρρυντικές εξελίξεις για το εμβόλιο να ξεδιπλώνουν πλέον έναν οδικό χάρτη εξόδου από την υγειονομική κρίση, οι πολίτες και οι κυβερνήσεις αδημονούν να γυρίσουν σελίδα, αφήνοντας πίσω τα δεινά της πανδημίας. Παρά τους αστάθμητους παράγοντες, ίσως η συγκυρία είναι πλέον πιο κατάλληλη από ποτέ για να επιχειρήσει κανείς μία προβολή στο μέλλον. Πώς θα μοιάζει λοιπόν το τοπίο στην μετά τον κορωνοϊό εποχή; Τι αποτύπωμα θα αφήσει η πανδημία στην οικονομία και πόσο σύντομα θα επιστρέψει η ανάπτυξη; Οι οικονομικοί κλυδωνισμοί και τα lockdown θα ανοίξουν την ψαλίδα των ανισοτήτων και θα αυξήσουν τις εστίες έντασης ή θα δώσουν τη θέση τους στην ευημερία, την πρόοδο, την επιτάχυνση της τεχνολογικής εξέλιξης; Και ποιο θα είναι το κόστος για τις κοινωνικές σχέσεις και την ψυχική υγεία, αλλά και ο αντίκτυπος στη νέα γενιά; Ο Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Λευτέρης Τσουλφίδης, η Ομότιμη Καθηγήτρια Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Μαρία Πετμεζίδου, ο Καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Πέτρος Σκαπινάκης και ο μαθηματικός – ερευνητής Στράτος Στρατηγάκης καταθέτουν στο moneyreview.gr τη δική τους εκδοχή για την επόμενη μέρα στα πεδία εξειδίκευσής τους.

Εμβάθυνση της ύφεσης, επιτάχυνση εξελίξεων

«Η πανδημία θα μείνει στην οικονομική ιστορία αφενός για το βάθεμα της ύφεσης, αφετέρου επειδή θα αποτελέσει καταλύτη και επιταχυντή εξελίξεων που θα επηρεάσουν το χώρο της εργασίας και τις κοινωνικές σχέσεις γενικότερα» εκτιμά ο Λευτέρης Τσουλφίδης, Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Όπως σημειώνει, η διεθνής οικονομία, ήδη από το 2007, βρισκόταν σε μια περίοδο μακροχρόνιας στασιμότητας και η πανδημία την επιδείνωσε μειώνοντας τον ρυθμό μεγέθυνσηςτων αναπτυγμένων οικονομιών στο -5,8%, ποσοστό που μεταφράζεται στη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ μεταπολεμικά.

Από την άλλη, παρατηρεί ο κ. Τσουλφίδης, «η πανδημία έχει συμβάλει στην υιοθέτηση καινοτομιών που διαφορετικά θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο χρόνο για να περάσουν». Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι καινοτομίες έχουν το κόστος τους για τους εργαζόμενους. «Οι καινοτομίες που έχουν να κάνουν κυρίως με τις τηλεπικοινωνίες ουσιαστικά μειώνουν το κόστος παραγωγής απαξιώνοντας το κεφάλαιο και βεβαίως την εργασία. Π.χ. οι επιχειρήσεις χρειάζονται λιγότερες κτιριακές εγκαταστάσεις για τη λειτουργία τους, ενώ ο μισθός πρακτικά μειώνεται με την τηλεργασία, η οποία σημειωτέον έχει γίνει αποδεκτή χωρίς τους αναγκαίους θεσμικούς περιορισμούς και άρα μπορεί να αυξάνεται τόσο ο χρόνος εργασίας, όσο και η έντασή της χωρίς κατ’ ανάγκη την αύξηση του μισθού. Οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν ανεργία, η οποία δεν φαίνεται ότι μπορεί να περιοριστεί στο εγγύς μέλλον» επισημαίνει.

«Σε ένα τόσο ζοφερό κλίμα», προσθέτει ο ίδιος, «είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν όλες οι επιχειρήσεις και αναπόφευκτα αρκετές από αυτές, οι λιγότερο ανταγωνιστικές, είτε θα βγουν εντελώς εκτός αγοράς, είτε θα γίνουν στόχος χαμηλού κόστους απορρόφησής τους από αυτές που θα επιβιώσουν». Από την άλλη, όπως αναφέρει, «υπάρχουν και κλάδοι, όχι ιδιαίτερα πάρα πολλοί, που οι επιχειρήσεις περνούν μια πολύ κερδοφόρα περίοδο, όπως π.χ. οι φαρμακευτικές και οι εταιρείες του διαδικτύου (Amazon, Apple, Facebook και Google), οι οποίες ευνοούνται από την εξ αποστάσεως εργασία και ευδοκιμούν υπό συνθήκες πανδημίας. Στον αντίποδα, οι αεροπορικές, τουριστικές, και βιομηχανικές μεταξύ άλλων επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν υποστεί ένα πλήγμα χωρίς προηγούμενο. Υπάρχουν και επιχειρήσεις, όπως π.χ. αυτές που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο, οι οποίες ανασυντάσσονται και με διαδικτυακές πλατφόρμες επιχειρούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εποχής».

Η αλματώδης αύξηση του χρέους

Σε ό,τι αφορά τα κυριότερα προβλήματα και τις προκλήσεις που θα κληθούν να διαχειριστούν οι κυβερνήσεις και τα οικονομικά κέντρα αποφάσεων ο κ. Τσουλφίδης απαντά: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι ανασυντάσσονται και στο τέλος της πανδημίας, που μοιάζει να μην είναι μακριά, αυτό που θα μας προκύψει θα είναι η περαιτέρω  διεύρυνση των ανισοτήτων, αποτέλεσμα τεχνολογιών που υποκαθιστούν ακόμη περισσότερο την εργασία με κεφάλαιο αυξάνοντας την ανεργία και υποαπασχόληση».

Σημαντική παράμετρος, κατά τον ίδιο, θα είναι και η αλματώδης αύξηση του χρέους τόσο του ιδιωτικού (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) όσο και του δημοσίου. «Αυτά θα είναι τα μεγάλα προβλήματα που θα προκύψουν και για τα οποία δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις» σημειώνει ο κ. Τσουλφίδης. Καθότι «τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να λυθούν σε εθνικό πλαίσιο», ο ίδιος εκτιμά πως εκ των πραγμάτων θα αναζητηθούν διεθνείς συνεργασίες στις οποίες, όπως συμπληρώνει, «το μέγα προς επίλυση ζήτημα είναι αυτό του χρέους το οποίο έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις ακόμη και για ισχυρές οικονομίες, όπως π.χ. των ΗΠΑ».

«Κλειδί» οι εξελίξεις γύρω από το Ταμείο Ανάκαμψης

Εστιάζοντας στην ελληνική οικονομία, ο κ. Τσουλφίδης σημειώνει πως «η μείωση του ΑΕΠ για το 2020 είναι πολύ μεγάλη, εκτιμάται ίσως και πάνω από 10%, επομένως αυτό από μόνο του δείχνει ότι για το 2021 και 2022 θα υπάρξουν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης που ουσιαστικά θα μας επαναφέρουν στα προ της πανδημίας επίπεδα». Επισημαίνει πάντως πως το σενάριο αυτό εξαρτάται εν πολλοίς από τις εξελίξεις στο Ταμείο Ανάκαμψης, από την αποτελεσματικότητα του σχεδιασμού και από το αν θα υπάρξει η αναγκαία απορροφητικότητα των κονδυλίων. Ωστόσο, όπως αναφέρει, «η ελληνική οικονομία παρουσίαζε ισχνούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης πριν την πανδημία και δεν υπάρχει κάτι προς το παρόν που να υποστηρίζει ότι η μακροχρόνια διεθνής ύφεση έχει ολοκληρωθεί και ότι η Ελλάδα θα αποτελέσει εξαίρεση».

Για τη διεθνή οικονομία προβλέπει ότι «κατά μέσο όρο αναμένεται να  επανέλθει στους προ πανδημίας ισχνούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης καθώς δεν υπάρχουν ακόμη οι καινοτομίες μεγάλης πνοής που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μακροχρόνιας οικονομικής άνθησης» εκτιμά εν κατακλείδι».

Φωτ. Shutterstock

Οι «πληγές» στην απασχόληση

Στους «κραδασμούς» που προκαλεί η πανδημία στην απασχόληση και στον κόσμο της εργασίας εστιάζει η Μαρία Πετμεζίδου, Ομότιμη Καθηγήτρια Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. «Η πανδημία και οι κοινωνικο-οικονομικοί κλυδωνισμοί που προκαλούν τα μέτρα ανάσχεσής της από τις κυβερνήσεις ασκούν τεράστια πίεση στις αγορές εργασίας, με την παγκόσμια ανεργία να φθάνει σύντομα σε υψηλότερα επίπεδα από ό,τι κατά την οικονομική κρίση 2008-2009, σύμφωνα με προβλέψεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας» σημειώνει. Παραθέτει ακόμη τα στοιχεία πρόσφατης δειγματοληπτικής έρευνας από το European Foundation for the Living and Working Conditions, σύμφωνα με τα οποία ήδη μετά το πρώτο lockdown, η Ελλάδα μαζί με την Ισπανία παρουσίαζαν το μεγαλύτερο ποσοστό αποκρινόμενων που δήλωσαν ότι έμειναν άνεργοι μετά την έναρξη της πανδημίας (14% και 16% αντίστοιχα, σε αντίθεση με περίπου 3-4% στην Ολλανδία και τη Σουηδία). Επίσης, περίπου 40% των νοικοκυριών από την Ελλάδα που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι «τα βγάζουν πέρα» με μέτρια έως μεγάλη δυσκολία. «Μετριοπαθείς προβλέψεις για το 2021 δείχνουν ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα (περίπου 18%), με ιδιαίτερα ανησυχητικές επιπτώσεις στους νέους (ποσοστό ανεργίας περίπου 40%)» επισημαίνει η κ. Πετμεζίδου.

Η ίδια εκτιμά πως η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού λόγω της πανδημίας επιτείνει την πόλωση στην αγορά εργασίας. «Προβλέπεται ταχεία συρρίκνωση των μεσαίων βαθμίδων στην αγορά εργασίας (επαγγέλματα μέσου επιπέδου ειδίκευσης και αμοιβής) και αύξηση εν μέρει των θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης αλλά, ως επί το πλείστον, αύξηση των θέσεων επισφαλούς, χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. Το ψηφιακό χάσμα είναι ήδη εμφανές με βάση πρόσφατα στοιχεία για τις επαγγελματικές ομάδες οι οποίες από την έναρξη της πανδημίας μπορούν να εργάζονται «από το σπίτι» σε αντίθεση με αυτές που δεν μπορούν. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες περίπου τα δύο τρίτα των εργαζόμενων σε τηλεργασία είναι υψηλά αμειβόμενοι. Τα μόνα (μέχρι σήμερα) διαθέσιμα εμπειρικά στοιχεία για την ανισότητα ως προς την θνησιμότητα από τον κορωνοϊό με βάση το επάγγελμα αφορούν το Ηνωμένο Βασίλειο, και δείχνουν ότι για όλο το φάσμα εργαζόμενων σε θέσεις απασχόλησης χαμηλής ειδίκευσης και/ή στοιχειώδους επιπέδου ο κίνδυνος θανάτου από Covid-19 καταγράφεται τέσσερις φορές μεγαλύτερος από αυτόν που διατρέχουν τα επιστημονικά επαγγέλματα, οι managers και το ανώτερο διοικητικό προσωπικό» εξηγεί η κ. Πετμεζίδου. Επιπλέον, όπως αναφέρει, «η αυξανόμενη ανισότητα και πόλωση στην αγορά εργασίας προβάλλεται και στο κοινωνικό κράτος, καθώς η διευρυνόμενη ομάδα των εργαζόμενων με άτυπες σχέσεις απασχόλησης ελάχιστα καλύπτεται από το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας».  

Στα «θύματα» της πανδημίας συγκαταλέγονται και οι γυναίκες. «Το lockdown, το κλείσιμο παιδικών σταθμών και σχολείων επιβαρύνουν σημαντικά το μερίδιο των γυναικών στην μη αμειβόμενη οικιακή εργασία. Συγχρόνως αυξάνονται τα κρούσματα ενδο-οικογενειακής βίας με θύματα γυναίκες. Μετατροπή των συμβάσεων εργασίας από πλήρη σε μερική αφορά γυναίκες σε σημαντικό ποσοστό, γεγονός που μπορεί να σημαδεύσει καθοριστικά την εργασιακή τους πορεία μακροπρόθεσμα» εξηγεί.

Δημοσιονομική πειθαρχία ή θαρραλέες αποφάσεις;

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας μετά την πανδημία, η κ. Πετμεζίδου επισημαίνει ότι το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι: «Πού θα επιστρέψει η Ευρωπαϊκή Ένωση (και ειδικότερα η Ευρωζώνη) όταν εκλείψει το αποθεματικό ασφάλειας που διοχετεύουν οι κυβερνήσεις; Θα επιστρέψει στη λιτότητα που επιβάλει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης; Ή θα προβεί η Ε.Ε. σε θαρραλέες πολιτικές αποφάσεις για αμοιβαιοποίηση των ρίσκων και διαμόρφωση ενός νέου διακανονισμού ευημερίας για όλα τα κράτη-μέλη στη βάση του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ο οποίος παραμένει ανενεργός μέχρι σήμερα, μια λίστα ‘αρχών’ παρά δεσμευτικών ‘δικαιωμάτων’;». Η ίδια εκτιμά πως «δυστυχώς οι πιθανότητες για το δεύτερο σενάριο είναι ελάχιστες (αν όχι μηδενικές), με αποτέλεσμα την επαναφορά της λιτότητας, στον ένα ή άλλο βαθμό, που θα επιφέρει περαιτέρω πλήγμα στο ήδη εξασθενημένο ελληνικό κοινωνικό κράτος».

Φωτ. Shutterstock

Ο αντίκτυπος στην ψυχολογία

Τι κόστος όμως θα έχουν όλα τα παραπάνω στις κοινωνικές σχέσεις και στην ψυχική υγεία; Ποιος θα είναι ο αντίκτυπος της κοινωνικής αποστασιοποίησης, των lockdown και των συνεπακόλουθών τους;

Μιλώντας στο moneyreview.gr ο Καθηγητής Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Πέτρος Σκαπινάκης εμφανίζεται καθησυχαστικός, δηλώνοντας πως «το κακό θα ξεχαστεί» και εκτιμώντας πως «οι άνθρωποι πολύ γρήγορα θα επιστρέψουν στις συνήθειές τους».

«Φυσική, όχι κοινωνική αποστασιοποίηση»

Ο κ. Σκαπινάκης προχωρά εξ αρχής σε μία διευκρίνιση: Η φυσική απόσταση δεν συνεπάγεται και αύξηση της μοναχικότητας. «Την περίοδο της πανδημίας μιλάμε περισσότερο για φυσική και όχι κοινωνική αποστασιοποίηση. Έχει τονιστεί ιδιαίτερα ότι η υποστήριξη που παρέχουμε ο ένας στον άλλον είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εξισορροπητικούς παράγοντες για την άμβλυνση των ψυχοκοινωνικών συνεπειών της πανδημίας. Είμαστε κατά κάποιον τρόπο τυχεροί, που η τρέχουσα τεχνολογία μας επέτρεψε να συνεχίσουμε ή και να εξελίξουμε πλήθος επαγγελματικών, κοινωνικών αλλά και προσωπικών / οικογενειακών δραστηριοτήτων» αναφέρει. Επομένως, προσθέτει, ακόμη και εν μέσω πανδημίας είναι πιθανό ο μέσος άνθρωπος τελικά να αύξησε τις κοινωνικές του επαφές, εφόσον φυσικά συμπεριληφθούν σε αυτές όλα τα είδη των επαφών και όχι μόνο τις φυσικές.

«Οι οικογένειες ήρθαν κοντά, οι φιλικές σχέσεις προσαρμόστηκαν, οι απομακρυσμένες επαφές αυξήθηκαν εκθετικά. Το μικρό διάστημα μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κύματος λειτούργησε επουλωτικά στις σχέσεις» σημειώνει ο κ. Σκαπινάκης και εκτιμά ότι «με την προϋπόθεση ότι αρχίζουμε και βλέπουμε την αρχή του τέλους, τότε το πλήγμα στις κοινωνικές μας σχέσεις θα είναι μικρό».

Το αισιόδοξο σενάριο

Σε ό,τι αφορά τις αγωνίες για την επόμενη μέρα, ο ίδιος παρατηρεί πως «οι περισσότεροι άνθρωποι ανησυχούν ακόμη για τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες του δεύτερου κύματος και αναρωτιούνται για ένα πιθανό τρίτο. Δεν υπάρχει ακόμη βεβαιότητα ότι ο εμβολιασμός θα δώσει λύση και βέβαια υπάρχουν και οι αρνητές των εμβολιασμών (ή και της ίδιας αυτής της πανδημίας). Ας μην ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα τώρα βιώνουμε τις πραγματικές διαστάσεις της πανδημίας, καθώς το πρώτο κύμα ήταν εξαιρετικά ήπιο. Οι άνθρωποι δεν φοβούνται μόνο για την ζωή των ίδιων ή των οικείων τους, αλλά επίσης ανησυχούν ότι η παράταση των περιορισμών παγκοσμίως θα αλλάξει τον τρόπο ζωής και θα έχει οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες».

Ωστόσο, όπως τονίζει ο ίδιος, «το πρώτο αισιόδοξο σενάριο που θα πρέπει να σκεφτόμαστε είναι αυξημένη πιθανότητα να αντιμετωπιστεί η πανδημία με τους μαζικούς εμβολιασμούς, που είναι προ των πυλών. Η αποτίμηση των επιστημονικών δεδομένων μέχρι στιγμής δείχνει ότι ο έλεγχος τους επόμενους  μήνες και η αποφυγή τρίτου κύματος θα είναι ένας ρεαλιστικός στόχος, ιδιαίτερα για τις πιο αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη, αλλά μάλλον όχι για όλον τον πλανήτη». Εάν, όπως αναφέρει, θα καταγραφεί κάτι στην ιστορία, αυτό «θα είναι η πραγματικά ταχύτατη ανταπόκριση των επιστημόνων και η εξαιρετική τους επιτυχία να επιλύουν τα πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μας, όταν μάλιστα οι αναγκαίοι πόροι διατίθενται προς αυτή την κατεύθυνση». 

Πόσο γρήγορα θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα και με τι κόστος;

Για το πόσο σύντομα θα πρέπει να περιμένουμε την επιστροφή στην κανονικότητα, ο κ. Σκαπινάκης διευκρινίζει πως «δεν έχουμε επιστημονικά δεδομένα για να βασίσουμε την πρόβλεψή μας». Ωστόσο, συνεχίζει, «η ιστορία δείχνει ότι οι λαοί μετά από δύσκολες περιόδους, όπως για παράδειγμα πολέμους ή μαζικές καταστροφές, συνήθως προσαρμόζονται γρήγορα. Για τους περισσότερους ανθρώπους η πανδημία ούτως ή άλλως πέρασε ή θα περάσει από την ζωή τους χωρίς να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις. Είναι διαφορετικό να έχεις χάσει δικούς σου ανθρώπους ή να νοσηλεύθηκες ή να βρέθηκες στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης. Για τους ανθρώπους αυτούς οι τραυματικές εμπειρίες θα χρειαστούν χρόνια για να επουλωθούν. Για τους υπόλοιπους τυχερούς, η επαναφορά της καθημερινής ρουτίνας, ένα είδος αναγκαστικής εργασιοθεραπείας, θα επιταχύνει την προσαρμογή. Όπως φάνηκε μεταξύ πρώτου και δεύτερου κύματος, οι άνθρωποι πολύ γρήγορα θα επιστρέψουν στις συνήθειές τους χωρίς φόβους ή επιφυλάξεις».

Σύμφωνα με τον ίδιο «το κακό θα ξεχαστεί, αλλά μαζί θα ξεχαστούν και οι ώριμες στρατηγικές αντιμετώπισης που χρησιμοποιήσαμε στο πρώτο κύμα». Όπως σημειώνει, «τέτοιες εμπειρίες είναι δύσκολο να λειτουργήσουν παιδευτικά διότι, κακά τα ψέματα, οι περισσότεροι θέλουμε γρήγορα να ξεχνάμε τις κακές εμπειρίες που μας απείλησαν αλλά δεν πρόλαβαν να μας τραυματίσουν: αυτές τις απωθούμε και τις καταχωνιάζουμε στα άδυτα του προσωπικού και συλλογικού μας ασυνειδήτου».

Ο κ. Σκαπινάκης εκτιμά πως δεν θα υπάρξουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην ψυχική υγεία: «Οι άνθρωποι νοσούν ψυχικά για πολύ προσωπικούς και ιδιοσυγκρασιακούς λόγους. Περιλαμβάνω εδώ τόσο το γενετικό και βιολογικό υπόβαθρο, το οποίο είναι αυστηρά προσωπικό, όσο και το ψυχοκοινωνικό πλαίσιο. Ναι μεν το τελευταίο το μοιραζόμαστε με άλλους, αλλά το ερμηνεύουμε με τρόπο απολύτως προσωπικό / εγωκεντρικό. Στην πανδημία το στρες ήταν συλλογικό, είναι δύσκολο να το πάρεις προσωπικά» εξηγεί.

Επισημαίνει πάντως πως «αρκετά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο που θα αντιμετωπιστούν σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο οι οικονομικές συνέπειες, οι οποίες παραδοσιακά επιδρούν αρνητικά στην ψυχική υγεία». Τα πρώτα δείγματα είναι ελπιδοφόρα, σύμφωνα με τον ίδιο. «Πώς άλλωστε να μην ήταν, όταν μιλάμε για πανδημία; Εδώ δεν υπάρχουν έθνη “μαύρα πρόβατα”. Ας το προσέξουμε αυτό σε σχέση και με την οικονομική κρίση που βίωσε Ελλάδα, η οποία εν μέρει θεωρήθηκε αποτέλεσμα δικών μας προβληματικών πολιτικών και ενεργειών και μας στιγμάτισε παγκόσμια. Όταν όλοι πάσχουν αυξάνεται και η συλλογική ενσυναίσθηση και η διάθεση για συνεργασία» παρατηρεί.

Συμπερασματικά ο κ. Σκαπινάκης δηλώνει αισιόδοξος, διότι πιστεύει «ότι φτάνουμε κοντά στο τέλος». Όπως εκτιμά, «σε προσωπικό επίπεδο γρήγορα θα ξεχάσουμε και θα συνεχίσουμε και η οικονομική δυσπραγία που θα ακολουθήσει έχει μεγάλες πιθανότητες να αντιμετωπιστεί σε πιο θεσμικό και οικουμενικό πλαίσιο».

Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το εκπαιδευτικό τοπίο μετά την πανδημία

Στους τομείς που επηρεάστηκαν άρδην από την πανδημία είναι και αυτός της εκπαίδευσης. Πέρα από την όποια υστέρηση επιφέρει το κλείσιμο των σχολείων στο γνωστικό επίπεδο ή τις κοινωνικές δεξιότητες, οικονομικοί οργανισμοί έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει στην αναπτυξιακή δυναμική της παγκόσμιας οικονομίας. Από μια άλλη σκοπιά, η «στροφή» στην τηλεκπαίδευση αποτελεί μία αφορμή για την εμπέδωση μιας σύγχρονης, ψηφιακής κουλτούρας από τους εκπαιδευτικούς οργανισμούς, τους δασκάλους και το μαθητικό δυναμικό.

Ο μαθηματικός και ερευνητής Στράτος Στρατηγάκης αναλύει τις αρνητικές, αλλά και τις θετικές πτυχές της πανδημίας στο εκπαιδευτικό τοπίο. «Οι επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού στην εκπαίδευση αναμένονται σημαντικές, με θετικά και αρνητικά σημεία. Το κλείσιμο των σχολείων και η τηλεκπαίδευση ήταν υποχρεωτικά. Δεν υπήρχε επιλογή. Είναι προφανές ότι η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δια ζώσης εκπαίδευση. Απλά να την υποκαταστήσει για όσο διάστημα χρειαστεί» παρατηρεί.

Το ψηφιακό «άλμα» και το ψηφιακό «χάσμα»

Στα θετικά σημεία της τηλεκπαίδευσης, σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη, είναι η ώθηση που δίνει η πανδημία στην τεχνολογική εξέλιξη, όχι μόνο των μαθητών και των διδασκόντων, αλλά συνολικά της χώρας. «Πράγματα που θα δρομολογούνταν εν καιρώ χρειάστηκε να γίνουν μέσα σε λίγες μέρες» αναφέρει χαρακτηριστικά και προσθέτει: «Το αρνητικό είναι ότι έγιναν υπό πίεση, το θετικό ότι έγιναν. Όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η χώρα μας είναι από τις τελευταίες στην Ε.Ε. σε ψηφιακές δεξιότητες. Αυτή η καθυστέρηση θα αρχίσει σιγά – σιγά να μειώνεται». Ωστόσο, όπως σπεύδει να συμπληρώσει, «δυστυχώς αυτό γίνεται βίαια, υπό καθεστώς πίεσης, και αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορέσουν όλοι να ακολουθήσουν. Αν γινόταν πιο ήπια θα υπήρχε η δυνατότητα να μην υστερήσει σχεδόν κανείς και σχεδόν όλοι να καταφέρουν να εξελιχθούν. Ο χρόνος και ο τρόπος που έγινε μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι θα αυξηθεί το ψηφιακό χάσμα στην κοινωνία μας και αυτό δεν μπορεί παρά να καταλογιστεί στα αρνητικά».

Η πανδημία και οι επιδόσεις στις Πανελλαδικές

Στο ψυχολογικό σκέλος, το κλείσιμο των σχολείων, οι περιορισμοί στην κυκλοφορία και τις συναθροίσεις δημιούργησαν σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη οξύτατα προβλήματα στους μαθητές και στους νέους γενικότερα. «Ο εγκλεισμός αντέχεται από εμάς τους μεγαλύτερους πιο εύκολα από ότι στους νέους, που η βασική τους ανάγκη είναι να γνωρίσουν τον κόσμο και αυτό μπορεί να γίνει μόνο έξω από το σπίτι. Έτσι η ψυχολογία των παιδιών είναι διαταραγμένη, γεγονός που έχει επιπτώσεις και στο μαθησιακό επίπεδο» σημειώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα τις Πανελλαδικές Εξετάσεις.

«Στις Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2020 παρατηρήθηκε το φαινόμενο σε κάποια μαθήματα να αυξηθεί ο αριθμός των αριστούχων και να αυξηθεί και ο αριθμός των υποψηφίων που έγραψαν κάτω από τη βάση. Αυτό μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι οι καλοί μαθητές εκμεταλλεύτηκαν τον επιπλέον χρόνο που είχαν εξαιτίας του εγκλεισμού και οι πιο αδύνατοι μαθητές αποδιοργανώθηκαν και έχασαν το ρυθμό τους στη διάρκεια του πρώτου κύματος» δηλώνει και εκφράζει την ελπίδα «τώρα στο δεύτερο κύμα τα πράγματα να είναι λίγο καλύτερα».

Ο κ. Στρατηγάκης προειδοποιεί τέλος και για τα κενά που μπορεί να προκληθούν στη μαθησιακή διαδικασία λόγω της πανδημίας. «Η τηλεκπαίδευση απαιτεί περισσότερη προσπάθεια από το μαθητή για να παρακολουθήσει, αφού αντικειμενικά είναι δυσκολότερη διαδικασία. Ο φόβος είναι ότι αυτή η αναστάτωση των δύο σχολικών ετών θα δημιουργήσει κενά στους μαθητές με αποτέλεσμα να συναντήσουν δυσκολίες στη μελλοντική τους φοίτηση» αναφέρει. Διευκρινίζει πάντως πως στην παρούσα φάση είναι πρόωρο να ειπωθεί ποια ακριβώς κενά θα δημιουργηθούν και σε ποιους μαθητές και καταλήγει: «Ας ευχηθούμε να είναι τα λιγότερα δυνατά και να καλυφθούν κάποια στιγμή αργότερα».

Money Review