Business & Finance Παρασκευή 30/04/2021, 12:01
ΜΙΛΟΥΝ ΣΤΟ «MR»

Πότε θα βγει η Ελλάδα από το junk – Οι προβλέψεις των αναλυτών

Η πρόσφατη αναβάθμιση από την S&P γεννά προσδοκίες ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στην επενδυτική κατηγορία μέσα στο 2022, δηλαδή 12 χρόνια αφότου υποβαθμίστηκε σε junk

φωτ.: AP

Εφικτός θεωρείται πλέον ο στόχος της εξόδου της Ελλάδας από το junk και της επιστροφής της στην επενδυτική κατηγορία μέσα στο 2022, καθώς η αναβάθμιση-έκπληξη από την S&P Global Ratings δίνει το σήμα και στους άλλους οίκους αξιολόγησης και επιταχύνει τις εξελίξεις. Το 2022 θα έχουν συμπληρωθεί 12 χρόνια από την υποβάθμιση της χώρας στο junk, η οποία είχε σημειωθεί τον Απρίλιο του 2010, με την τότε προσφυγή της Αθήνας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τα όσα γνωστά ακολούθησαν.  

«Πιστεύω ότι οι πιθανότητες να αναβαθμιστεί η Ελλάδα στην επενδυτική κατηγορία από τουλάχιστον έναν οίκο το 2022 έχουν αυξηθεί σημαντικά έπειτα από την απόφαση της S&P την περασμένη εβδομάδα», λέει στο moneyreview.gr ο Ιωάννης Σώκος, διευθυντής ανάλυσης ομολόγων της Deutsche Bank.

Εάν το χρονοδιάγραμμα αυτό επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μία ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία, η οποία κινδύνευε να μείνει χωρίς το «δίχτυ ασφαλείας» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις αγορές ομολόγων από τον Μάρτιο του 2022. Και αυτό γιατί τότε λήγει το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων για την πανδημία PEPP, στο οποίο εντάχθηκαν κατ΄ εξαίρεση τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, δηλαδή παρότι αξιολογούνται με junk.

Έτσι, μία επιστροφή στην επενδυτική κατηγορία μέσα στο 2022 θα έχει εκτός από συμβολική σημασία  (αφού θα κλείσει οριστικά το κεφάλαιο της κρίσης χρέους και θα επισφραγίσει την επιστροφή της Ελλάδας ανάμεσα στις «κανονικές» χώρες της Ευρωζώνης) και ουσιαστική αξία για την οικονομία, καθώς είναι γνωστό ότι η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στην ποσοτική χαλάρωση έχει επιτρέψει την πτώση του κόστους δανεισμού ακόμα και στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών.

«Το πιο ενθαρρυντικό σημάδι είναι ότι αυτή η αναβάθμιση πραγματοποιήθηκε μέσα στην πανδημία και πριν από την εκταμίευση των πόρων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι θα είναι κρίσιμοι ειδικά για την Ελλάδα, με δεδομένο το ύψος τους», εξηγεί ο κ. Σώκος. Και εκφράζει την εκτίμηση ότι η ελληνική αξιολόγηση δεν θα είχε αναβαθμιστεί τόσο γρήγορα εάν η κυβέρνηση δεν εφάρμοζε πολιτικές για την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως άλλωστε φάνηκε και από το γεγονός ότι αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που επικαλέστηκαν οι αναλυτές της S&P.

«Πιστεύω ότι η κίνηση της S&P ανοίγει ενδεχομένως την πόρτα σε περισσότερες αναβαθμίσεις από άλλους οίκους αξιολόγησης φέτος», επισημαίνει ο κ. Σώκος. Και εξηγεί πως το γεγονός ότι η S&P αναβάθμισε την Ελλάδα χωρίς το ενδιάμεσο βήμα της αναβάθμισης των προοπτικών σε θετικές, είναι ένα ενθαρρυντικό σημάδι, με δεδομένο ότι και άλλοι οίκοι δίνουν αυτή τη στιγμή σταθερές προοπτικές στην ελληνική αξιολόγηση. «Επιπλέον, η S&P έδωσε θετικές προοπτικές στη νέα αξιολόγηση ΒΒ της Ελλάδας, κάτι που καθιστά μία αναβάθμιση πιθανή τους επόμενους μήνες», προσθέτει.

Πραγματικά,  ο αναλυτής της S&P Frank Gill έχει χαρακτηρίσει «αρκετά πιθανό» να υπάρξει μία νέα αναβάθμιση της χώρας από τον οίκο μέσα στους επόμενους 12 μήνες, εκτιμώντας ωστόσο ότι η έξοδος από το junk απέχει ακόμα αρκετά. Σημειώνεται ότι το επόμενο review της Ελλάδας από τον οίκο έχει προγραμματιστεί για τις 22 Οκτωβρίου.

Η τάση της ελληνικής αξιολόγησης είναι θετική, εκτιμά και ο αναλυτής της DZ Bank, Daniel Lenz, με τις επόμενες αναβαθμίσεις να έρχονται αργότερα μέσα στο 2021 ή στις αρχές του 2022. «Και οι τρεις μεγάλοι οίκοι έχουν αναβαθμίσει τις αξιολογήσεις τους από τις αρχές του 2020. Θα προέβλεπα ότι οι οίκοι θα περιμένουν τώρα να τελειώσει αυτή η κρίση ώστε να εκτιμήσουν το πόσο γρήγορα θα μπορέσει να ανακάμψει η ελληνική οικονομία», εξηγεί ο αναλυτής, μιλώντας στο moneyreview.gr. Και επισημαίνει ότι ο ρυθμός της ανάκαμψης και η δέσμευση της κυβέρνησης για την επιστροφή σε μία ουδέτερη δημοσιονομική πολιτική θα είναι οι βασικοί παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία της αξιολόγησης.

«Παράγοντες όπως η επερχόμενη τουριστική σεζόν και το άνοιγμα της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την έγκαιρη εκταμίευση των κοινοτικών πόρων και την αποτελεσματική κατανομή των κεφαλαίων αυτών, θα διαδραματίσουν σίγουρα ένα ρόλο στο timing των επόμενων αναβαθμίσεων», προσθέτει ο κ. Σώκος της Deutsche Bank.

Οι ημερομηνίες

Σημειώνεται ότι οι επόμενες κρίσιμες ημερομηνίες για την Ελλάδα είναι στις 21 Μαΐου, όταν και πραγματοποιείται το review της Moody’s και στις 16 Ιουλίου, όταν τη σκυτάλη θα πάρει η Fitch.

Όπως έλεγε αυτή την εβδομάδα η Fitch, η επιστροφή του δείκτη χρέους/ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά έπειτα από το σοκ του κορωνοϊού, η βελτίωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης μετά την πανδημία και η νέα πρόοδος στη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών είναι οι λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας.

Είναι σημαντικό ότι η Ελλάδα χρειάζεται αξιολόγηση επενδυτικής κατηγορίας έστω από έναν οίκο (από τους S&P, Moody’s, Fitch και DBRS) για να μπορέσουν τα ελληνικά ομόλογα να ενταχθούν στο «κανονικό» πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ, μετά το τέλος του PEPP. Και όπως επισημαίνει ο κ. Σώκος, η S&P και η Fitch δίνουν αυτή τη στιγμή την υψηλότερη αξιολόγηση στην Ελλάδα (ΒΒ, δύο σκαλοπάτια χαμηλότερα από την επενδυτική κατηγορία), όμως η S&P δίνει θετικές προοπτικές ενώ η Fitch ακόμα σταθερές.

«Η αναβάθμιση στην επενδυτική κατηγορία είναι ένα πολύ μεγαλύτερο βήμα. Με δεδομένο το υψηλό επίπεδο του ελληνικού χρέους, θα περίμενα ότι οι οίκοι αξιολόγησης θα εξετάσουν κάτι τέτοιο μόνο εάν η φθηνή χρηματοδότηση είναι διασφαλισμένη και μακροπρόθεσμα», τονίζει ο Daniel Lenz της DZ Bank.  «Εάν η ΕΚΤ δεν συνέχιζε τις αγορές ελληνικών κρατικών ομολόγων υπό το PEPP μετά την κρίση του κορωνοϊού, μία ευρωπαϊκή δημοσιονομική ένωση θα μπορούσε, για παράδειγμα, να εξασφαλίσει φθηνά επίπεδα χρηματοδότησης. Όμως, μέχρι στιγμής, δεν βλέπω να υπάρχει πολιτική συναίνεση μέσα στην Ε.Ε. υπέρ τόσο μεγάλων αλλαγών», εξηγεί. «Επομένως, θεωρώ ότι είναι πολύ νωρίς να προβλέψουμε κάποια ημερομηνία όπου η αναβάθμιση στην επενδυτική κατηγορία θα ήταν ρεαλιστική», καταλήγει.

Money Review