Business & Finance Πέμπτη 1/04/2021, 10:13
BUSINESS & FINANCE

Κόντρα για τα κεφάλαια και τη ζημιά από την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής

Φωτ. Intime News

Κέρδη προ φόρων 85,7 εκατ. ευρώ εμφάνισε η Εθνική Ασφαλιστική για το 2020, έναντι 81,7 εκατ. ευρώ το προηγούμενο 12μηνο. Τα καθαρά, μετά από φόρους κέρδη, ανήλθαν σε 66,7 εκατ. ευρώ, έναντι 57,2 εκατ. ευρώ το 2019, βελτιωμένα κατά 16,6%. 

Τα ενοποιημένα κέρδη προ φόρων του Ομίλου της Εθνικής Ασφαλιστικής για το 2020 ανήλθαν σε 87,9 εκατ. ευρώ έναντι 82,3 εκατ. ευρώ το 2019, ενώ τα καθαρά, μετά από φόρους κέρδη, ανήλθαν σε 68,4 εκατ. ευρώ και 57,9 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. 

Η υψηλή κερδοφορία της εταιρείας αποδίδεται κυρίως στα θετικά τεχνικά αποτελέσματα των κλάδων Πυρός, Αυτοκινήτου και Κλασσικών Παραδοσιακών προϊόντων Ζωής. Ανοδικά κινήθηκε και η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων, με μόνη εξαίρεση την παραγωγή του προϊόντος εφάπαξ ασφαλίστρου. Τα συνολικά εγγεγραμμένα ασφάλιστρα, χωρίς την παραγωγή του εν λόγω προϊόντος, ανήλθαν σε 557,1 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 6,1% έναντι του 12μήνου 2019. Συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής του προϊόντος εφάπαξ ασφαλίστρου, τα συνολικά εγγεγραμμένα ασφάλιστρα διαμορφώθηκαν σε 669 εκατ. ευρώ. το 12μηνο 2020, έναντι 740,6 εκατ. ευρώ το 12μηνο 2019.

Συγκεκριμένα, τα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα του Κλάδου Ζωής, εξαιρουμένης της παραγωγής του προϊόντος εφάπαξ ασφαλίστρου, ανήλθαν το 12μηνο του 2020 σε 381,8 εκατ. ευρώ  έναντι 357 εκατ. ευρώ το 12μηνο 2019, αυξημένα κατά 6,9%. Συμπεριλαμβάνοντας και την παραγωγή του εν λόγω προϊόντος, η οποία έχει μικρή συνεισφορά στην κερδοφορία της εταιρείας, τα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα του Κλάδου Ζωής ανήλθαν σε 493,8 εκατ. ευρώ το 12μηνο 2020 έναντι 572,6 εκατ. ευρώ το 12μηνο 2019 (συμπεριλαμβανομένου των επενδυτικών προϊόντων), παρουσιάζοντας μείωση κατά 13,8%.

Σε ότι αφορά τους Κλάδους Γενικών Ασφαλίσεων, τα μικτά εγγεγραμμένα ασφάλιστρα ανήλθαν σε 175,2 εκατ. ευρώ το 12μηνο του 2020, έναντι 168 εκατ. ευρώ το 12μηνο του 2019, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 4,3%, προερχόμενη κυρίως από τον κλάδο Πυρός και τον κλάδο Γενικής Αστικής Ευθύνης.

Οι ζημιές αποτίμησης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, οι οποίες είχαν καταγραφεί κατά τη διάρκεια του α’ τριμήνου του 2020 λόγω της αστάθειας των χρηματαγορών, ιδιαίτερα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αναστράφηκαν πλήρως κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, ενώ η πτώση των πιστωτικών περιθωρίων (spreads) σε συνδυασμό με την κερδοφορία του 12μήνου 2020, συνετέλεσαν σημαντικά στην αύξηση κατά 161,6 εκατ. ευρώ των ιδίων κεφαλαίων, τα οποία κατά την 31.12.2020 ανήλθαν συνολικά σε 1.223,7 εκατ. ευρώ (31.12.2019: 1.062,1 εκατ. ευρώ).

Οι λειτουργικές δαπάνες μειώθηκαν το 2020 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019 κατά 9,9% και διαμορφώθηκαν σε 88,7 εκατ. ευρώ, έναντι 98,5 εκατ. ευρώ το 12μηνο 2019. Η μείωση οφείλεται κυρίως στην εξοικονόμηση του κόστους μισθοδοσίας του προσωπικού που προήλθε από το πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης 117 εργαζομένων που πραγματοποιήθηκε το α’ τρίμηνο του 2019, με ετήσιο όφελος 8 εκατ. ευρώ, στη μείωση των γενικών και διοικητικών δαπανών (G&As), σε μη επαναλαμβανόμενες έκτακτες δαπάνες που βάρυναν το 2019 καθώς και στη μείωση δαπανών για προβολή, διαφήμιση, συμμετοχές σε συνέδρια  και ταξίδια, λόγω της πανδημίας. 

Η εταιρεία προχωρά στην ανανέωση των προϊόντων της, με την προσφορά περισσότερων επιλογών προς τους ασφαλισμένους της τόσο στον κλάδο Ζωής, όσο και στους κλάδους Γενικών Ασφαλίσεων. Ήδη από το Δεκέμβριο του 2020, η εταιρεία προσφέρει ένα νέο προϊόν περιοδικών καταβολών συνδεδεμένο με επενδύσεις (unit-linked χωρίς εγγύηση), τόσο μέσω του δικτύου συνεργατών της, όσο και μέσω του δικτύου Bancassurance, ενώ εντός του 2021, προέβη και στο λανσάρισμα αντίστοιχου προϊόν εφάπαξ ασφαλίστρου. Μέσω του δικτύου Bancassurance, πρόκειται επιπλέον να προσφέρει νέα προϊόντα Πυρός για μικρές επιχειρήσεις. Η εφαρμογή Robotic Process Automation (RPA’s) στους κλάδους Πυρός και Αυτοκινήτου έχει ήδη επιφέρει σημαντική βελτίωση στην αποτελεσματικότητα της διαχείρισης αποζημιώσεων και στην ταχύτητα εξυπηρέτησης ασφαλισμένων, ενώ επίκειται και η επέκταση αντίστοιχων εφαρμογών και σε άλλους κλάδους.

«Η εταιρεία προσάρμοσε το λειτουργικό της μοντέλο ταχύτατα, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις της πανδημίας του Covid-19, εφαρμόζοντας την εξ’ αποστάσεως εργασία και αναμορφώνοντας τις διαδικασίες της ώστε οι ασφαλισμένοι και οι συνεργάτες να έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν με την εταιρεία και να επιλύουν απρόσκοπτα τα θέματά τους», αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση. 

Αντιδράσεις από το Σύλλογο των Υπαλλήλων

Εν τω μεταξύ ο Σύλλογος των Υπαλλήλων της Εθνικής τράπεζας αντικρούει με ανακοίνωσή του, την επιχειρηματολογία της Εθνικής τράπεζας ότι το τίμημα πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής είναι απόρροια των εποπτικών κεφαλαίων της εταιρείας, τα οποία όπως υποστηρίζει η ΕΤΕ διαμορφώνονται στα 500 εκατ. ευρώ.

Όπως σημειώνει ο Σύλλογος, τα συνολικά εποπτικά κεφάλαια της Εθνικής Ασφαλιστικής είναι 650 εκατ. ευρώ και η απομείωσή του στα 500 εκατ. ευρώ προκύπτει μετά την αφαίρεση 150 εκατ. ευρώ που αφορούν την αναβαλλόμενη φορολογία (DTC). Στη λογική αυτή ο Σύλλογος σημειώνει ότι «αν για παράδειγμα αφαιρούσαμε από τα εποπτικά κεφάλαια της ΕΤΕ που ανέρχονται στα 5,7 δισ. ευρώ τα 4,6 δισ. ευρώ που αφορούν την αναβαλλόμενη φορολογία θα παρουσιαζόταν η εικόνα ότι τα εποπτικά κεφάλαια ήταν μόλις 1,1 δισ. ευρώ και άρα σύμφωνα με την νομοθεσία θα συνέτρεχε λόγος παύσης λειτουργίας της τράπεζας. Πέρα από αυτά, η πώληση βάσει των εποπτικών κεφαλαίων, τα οποία είναι υποσύνολο των Ιδίων Κεφαλαίων μιας εταιρείας αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Ο σκοπός των εποπτικών κεφαλαίων είναι να διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση επαρκή Κεφάλαια, ώστε η πιθανότητα χρεοκοπίας να είναι 1/200 (μια φορά στα διακόσια χρόνια) και όχι να υπολογιστεί η αγοραία αξία της εταιρείας», σημειώνεται στη σχετική ανακοίνωση.  

Ο Σύλλογος καταλήγει ότι «η ζημιά που ‘γράφει’ η ΕΤΕ από την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής μας ανέρχεται στα 855 εκατ. ευρώ! Τα 490 εκατ. πέρασαν στη χρήση του 2019 και τα 365 εκατ. στη χρήση του 2020. Με δεδομένο ότι το 41% αφορά το ΤΧΣ η ζημιά του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται στα 350,5 εκατ. ευρώ δηλαδή 54 ευρώ για τον κάθε Έλληνα φορολογούμενο».

Ειδική αναφορά γίνεται στην ανακοίνωση στα καθαρά μετά από φόρους κέρδη της εταιρεία, τα οποία κάθε χρόνο διατηρούνται σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα. Συγκεκριμένα:

2013:             94.250 εκατ. ευρώ  

2014:             82.205 εκατ. ευρώ  

2015:             55.490 εκατ. ευρώ  

2016:             65.523 εκατ. ευρώ  

2017:             43.580 εκατ. ευρώ  

2018:             70.991 εκατ. ευρώ  

2019:             69.246 εκατ. ευρώ  

2020:             68.284 εκατ. ευρώ

Money Review