BUSINESS & FINANCE

Από το Cadabra στην Amazon: Η άγνωστη ιστορία του Τζεφ Μπέζος

Γιατί ένα κλικ στο relentless.com οδηγεί μέχρι και σήμερα στο σάιτ της Amazon;

φωτ.: AP

Ήταν το καλοκαίρι του 1994 και το ίντερνετ αναπτυσσόταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς 2.400% το χρόνο. Ο Τζεφ Μπέζος ένιωθε ότι έπρεπε να κάνει κάτι για αυτό. Παραιτήθηκε από τη δουλειά του στην εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών D.E. Shaw και μετακόμισε μαζί με τη γυναίκα του, τη Μακένζι, στο Σιάτλ.  Κάπως έτσι γεννήθηκε η Amazon. Στην πραγματικότητα, το αρχικό της όνομα ήταν Cadabra, καθώς ο Μπέζος ήθελε κάτι που να μοιάζει μαγικό. Όμως, όταν διαπίστωσε ότι κάποιοι το μπέρδευαν με το «Cadaver», που στα αγγλικά σημαίνει πτώμα, γρήγορα άλλαξε γνώμη.

Η εταιρεία που σήμερα γνωρίζουμε σαν το «μαγαζί που πουλά τα πάντα», ιδρύθηκε μέσα σε ένα νοικιασμένο τριάρι, σε κάποιο προάστιο του Σιάτλ. Ο Μπέζος φρόντισε να διαλέξει ένα σπίτι με γκαράζ. Όχι τόσο γιατί το χρειαζόταν, αλλά γιατί γνώριζε καλά ότι όλες οι εταιρείες-θρύλοι της Σίλικον Βάλεϊ είχαν ξεκινήσει από ένα γκαράζ.

Από την πρώτη στιγμή, ο 30άχρονος τότε Μπέζος στόχευε πολύ ψηλά, και αυτό φαίνεται από το όνομα που διάλεξε για το site του. Το Σεπτέμβριο του 1994 κατοχύρωσε το domain relentless.com («αμείλικτος»), το οποίο παρότι εγκατέλειψε έπειτα από τις συμβουλές των κοντινών του ανθρώπων, ουδέποτε ξεπέρασε. Μέχρι και σήμερα, εάν πληκτρολογήσετε στον υπολογιστή σας το relentless.com, θα μεταφερθείτε στο site της Amazon. Όλα δείχνουν ότι το «μαγαζί που πουλά τα πάντα» ήταν στο μυαλό του νεαρού επιχειρηματία από την πρώτη στιγμή. Όμως, έπρεπε από κάπου να ξεκινήσει. Και παρότι τα βιβλία δεν ήταν ένας τομέας στον οποίο είχε ιδιαίτερες γνώσεις ή ενδιαφέρον, εντούτοις του φάνηκε σαν μια λογική αρχή. Τα βιβλία πακετάρονται εύκολα και δεν σπάνε κατά τη μεταφορά, σκέφτηκε. Για πολλούς από εκείνους που έχουν παρακολουθήσει την ιστορία του, αυτό δεν ήταν παρά το πρώτο βήμα ενός «σατανικού» σχεδίου: Δίνοντας μεγάλες εκπτώσεις σε σχέση με τα παραδοσιακά βιβλιοπωλεία, θα κατάφερνε να αποκτήσει κάτι πραγματικά πολύτιμο: Μία βάση πελατών και δεδομένα όπως τι τους ενδιαφέρει, ποια είναι η οικονομική τους κατάσταση, που μένουν, τους αριθμούς των πιστωτικών καρτών τους κτλ. Και μετά, θα μπορούσε να τους πουλήσει τα πάντα.

Το Amazon.com βγήκε στον αέρα πριν από 25 χρόνια, στις 16 Ιουλίου του 1995. Οι πρώτοι εργαζόμενοι δούλευαν σε γραφεία φτιαγμένα από φτηνές πόρτες και συσκεύαζαν τα βιβλία πεσμένοι στα γόνατα, στο πάτωμα, αφού ο Μπέζος είχε ξεχάσει να αγοράσει πάγκους εργασίας. Μία μέρα, έχοντας περάσει ώρες γονατισμένος στο πάτωμα, ο επιχειρηματίας γύρισε σε έναν από τους λιγοστούς υπαλλήλους και του είπε: «Πρέπει να πάρουμε επιγονατίδες». «Με κοίταξε σαν να ήμουν από τον Άρη», θυμόταν αργότερα ο Μπέζος. Και ομολογεί πως όταν ο εργαζόμενος του αντιπρότεινε το προφανές, ότι δηλαδή θα έπρεπε να αγοράσουν τραπέζια, του φάνηκε σαν την πιο έξυπνη ιδέα που είχε ακούσει στη ζωή του.

Με τιμές από 10% έως 30% χαμηλότερες σε σχέση με τα άλλα βιβλιοπωλεία, η Amazon κέρδισε τις πρώτες της παραγγελίες αμέσως μόλις ανέβασε το site της. Στην αρχή, είχε 5-6 παραγγελίες την ημέρα. Ένας από τους προγραμματιστές είχε βάλει τους υπολογιστές να χτυπούν ένα καμπανάκι κάθε φορά που ερχόταν μια νέα παραγγελία. Τις πρώτες μέρες, κάθε χτύπημα γινόταν δεκτό με ενθουσιασμό, αλλά στην πορεία, το καμπανάκι άρχισε να χτυπά αδιάκοπα, και κάπως έτσι εγκαταλείφθηκε.

apo-to-cadabra-stin-amazon-i-agnosti-istoria-toy-tzef-mpezos0

Ο Μπέζος ποζάρει το 2005 με ένα αντίτυπο του «Fluid Concepts and Creative Analogies», του πρώτου βιβλίου που πουλήθηκε από το Amazon.com. (φωτ.: AP)

Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται πολύ ερασιτεχνικά σήμερα, αλλά η αλήθεια είναι ότι η Amazon απογειώθηκε από την αρχή. Έως τον Οκτώβριο, είχε φτάσει το ορόσημο των 100 παραγγελιών την ημέρα. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, είχε καταφέρει να πουλά 100 βιβλία σε μια ώρα. Και όλα αυτά, σχεδόν χωρίς την παραμικρή διαφήμιση, τουλάχιστον για τον πρώτο χρόνο. Ο Μπέζος είχε κάνει μόνο μία εξαίρεση: Είχε νοικιάσει αυτοκίνητα με φωτεινές ταμπέλες που κυκλοφορούσαν γύρω από τα καταστήματα της τότε πανίσχυρης αλυσίδας βιβλιοπωλείων Barnes & Noble γράφοντας: «Δεν μπορείς να βρεις εκείνο το βιβλίο που ήθελες; Amazon.com».

Σήμερα, η Amazon έχει 1,2 εκατομμύρια υπαλλήλους και κεφαλαιοποίηση 1,7 τρισ. δολαρίων. Και όχι άδικα, αποκαλείται το «μαγαζί που πουλά τα πάντα». Αυτό που ξεκίνησε σαν ένα ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο είναι σήμερα ένα παγκόσμιο σούπερ μάρκετ που ανταγωνίζεται τη Walmart, ένας κατασκευαστής προϊόντων τεχνολογίας που έχει απέναντί του την Apple, ένας διανομέας βίντεο σαν τη Netflix, ένας εκδοτικός οίκος, ένα στούντιο παραγωγών, ένα μανάβικο που κάνει διανομές κατ΄ οίκον και πολλά ακόμα. Μέσα στην πανδημία, έγινε ο μοναδικός σύνδεσμος με τον έξω κόσμο για εκατομμύρια νοικοκυριά.

Αλλά για τον ίδιο τον Μπέζος, ό,τι κάνει είναι απλά η εφαρμογή της βασικής αρχής με την οποία ξεκίνησε πριν από 25 χρόνια σε ένα νοικιασμένο τριάρι στο Σιάτλ: «Δώσε προτεραιότητα στον πελάτη. Καινοτόμησε. Και έχε υπομονή». Η ανακοίνωση ότι αποχωρεί από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Amazon αποτελεί αναμφισβήτητα ένα τέλος εποχής τόσο για την εταιρεία, όσο και για το αμερικανικό επιχειρείν γενικότερα. 

apo-to-cadabra-stin-amazon-i-agnosti-istoria-toy-tzef-mpezos1

Με περιουσία 197 δισ. δολαρίων, ο Μπέζος έχασε πρόσφατα τον τίτλο του πλουσιότερου ανθρώπου στη γη από τον Έλον Μασκ. Εδώ, φωτογραφίζεται με τη σύντροφό του Λόρεν Σάντσεζ. (φωτ.: AP)

Το χειρότερο αφεντικό στον κόσμο  

Όπως συχνά συμβαίνει με τους πιο επιτυχημένους επιχειρηματίες, ο Τζεφ Μπέζος είναι μια επιεικώς αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Για την ακρίβεια, κάποιοι από τους υπαλλήλους του –και όχι μόνο- πιστεύουν ότι πρόκειται για το χειρότερο αφεντικό του πλανήτη. Ένα βιβλίο έβγαλε στη φορά μερικές από τις χειρότερες ατάκες που έχει πει στους εργαζόμενους και τα στελέχη της Amazon: «Είσαι τεμπέλης ή απλά ανίκανος;», «Συγνώμη, μήπως ξέχασα να πάρω τα χάπια μου για τους ηλίθιους σήμερα;», «Μήπως πρέπει να πάω κάτω και να φέρω το πιστοποιητικό που λέει ότι είμαι ο CEO της εταιρείας ώστε να σε πείσω να σταματήσεις να με αμφισβητείς;», «Γιατί χαραμίζεις τη ζωή μου;».

Money Review