Πολιτική Τετάρτη 6/12/2023, 12:02
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Live η συζήτηση στη Βουλή για το φορολογικό νομοσχέδιο

Live η συζήτηση στη Βουλή για το φορολογικό νομοσχέδιο

Παρακολουθήστε Live:

 

 

Στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής, υπέρ του νομοσχεδίου δήλωσε η Νέα Δημοκρατία. Καταψήφισε σύσσωμη η αντιπολίτευση, προκαλώντας το αιχμηρότατο σχόλιο του υφυπουργού Οικονομικών Χάρη Θεοχάρη. «Δεν έχει σημασία για ποιον λόγο δεν θέλετε να στηρίξετε αυτό το νομοσχέδιο. Μπορεί να είναι ο λαϊκισμός σας. Μπορεί να είναι ο μικροκομματισμός. Μπορεί να είναι η πολιτική οκνηρία των εύκολων λύσεων. Ομως, σας παρακαλώ σταματήστε να είστε πολιτικοί αβανταδόροι της φοροδιαφυγής», είπε ο Χάρης Θεοχάρης και υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση λογοδοτεί μόνο στην κοινωνία, που συμφωνεί με τις προωθούμενες διατάξεις.

Η διάταξη είναι οριζόντια, αναχρονιστική, άδικη, κρύβει την παντελή αδυναμία της κυβέρνησης να πιάσει την πραγματική φοροδιαφυγή, είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον εισηγητή του Γιώργο Γαβρήλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προειδοποιήσει ότι το τεκμαρτό εισόδημα θα οδηγήσει στην απόγνωση τον μέσο αυτοαπασχολούμενο και μικρομεσαίο επιχειρηματία. Ζητά δε να θεσπιστεί αφορολόγητο στα 10.000 ευρώ για όλους και ενεργοποίηση του ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού.

Μολονότι βρισκόμαστε στην ψηφιακή εποχή, το νομοσχέδιο μας γυρίζει τρεις με τέσσερις δεκαετίες πίσω, με την επιβολή κεφαλικού φόρου στους ελεύθερους επαγγελματίες, είναι η θέση που έχει διατυπώσει και το ΠΑΣΟΚ, διά του ειδικού αγορητή του Πάρι Κουκουλόπουλου.

«Πρόκειται για μία κατά μέτωπο επίθεση στους πιο ευάλωτους οικονομικά επαγγελματίες και τις πιο μικρές των ατομικών επιχειρήσεων», είναι η θέση του ΚΚΕ, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον ειδικό αγορητή του Χρήστο Τσοκάνη, ο οποίος μάλιστα προειδοποίησε ότι, με την αύξηση του δηλωμένου εισοδήματος, θα περικοπούν προνοιακά επιδόματα.

«Η μείωση του μνημονιακού τέλους επιτηδεύματος το οποίο, βέβαια, θα καλύπτεται από τον νέο κεφαλικό φόρο, αποτελούσε κρυφή ατζέντα της κυβέρνησης, αφού δεν τον είχε στο προεκλογικό της πρόγραμμα», είναι η θέση της Ελληνικής Λύσης, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Βασίλη Βιλιάρδο.

«Η κυβέρνηση κυνηγάει, με οριζόντια φορολογικά μέτρα, τις μικρομεσαίες τάξεις, ενώ υπάρχει πλήρης ασυλία για τους μεγάλους επενδυτές, τις μεγάλες εταιρείες και τις τράπεζες», είναι η θέση των «Σπαρτιατών», όπως διατυπώθηκε από τον ειδικό αγορητή τους Ιωάννη Κόντη.

«Η προτεινόμενη φορολόγηση των φυσικών προσώπων που ασκούν ατομική επιχείρηση, τους ελεύθερων επαγγελματιών, τοων αυτοαπασχολουμένων παρουσιάζει πολλές αδυναμίες, αδικίες και ελαττώματα, από πρακτικής, οικονομικής και νομικής απόψεως», δήλωσε η «Νίκη» διά του ειδικού αγορητή της Ανδρέα Βορύλλα, που επισήμανε ότι στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει ούτε ένα άρθρο που να αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών και των μεγάλων ομίλων, που δραστηριοποιούνται στη χώρα.

Το τεκμαρτό εισόδημα «δεν στέκει καμίας λογικής, ηθικής και δικαιοσύνης», δηλώνει η Πλεύση Ελευθερίας, η οποία διά της ειδικής της αγορήτριας, Ελένης Καραγεωργοπούλου, κατήγγειλε ότι για την κυβέρνηση, θεωρούνται όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι ένοχοι και θα πρέπει εκείνοι να αποδείξουν την αθωότητά τους, την ίδια ώρα που μεγάλες εταιρείες και όμιλοι, όπως και σειρά τηλεοπτικών μέσων, δηλώνουν επί σειρά ετών ζημίες.

Το περιεχόμενο της ένστασης αντισυνταγματικότητας του ΣΥΡΙΖΑ

Ένσταση αντισυνταγματικότητας επί του άρθρου 15 του νομοσχεδίου, υπό το φως της έκθεσης της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής, υπέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ. Το άρθρο αφορά στον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος των ελευθέρων επαγγελματιών στη βάση του κατώτατου μισθού. Η ένσταση αντισυνταγματικότητας θα συζητηθεί σε λίγη ώρα.

Στην ένσταση αντισυνταγματικότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρει τα εξής:

«Οι βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-ΠΣ που υπογράφουμε, προβάλλουμε ένσταση και αντιρρήσεις λόγω αντισυνταγματικότητας κατά του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ως προς το άρθρο 15 του σχεδίου νόμου.

Με το άρθρο 15 εισάγεται νέο σύστημα τεκμαρτού προσδιορισμού του ελάχιστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα (εκτός του εισοδήματος από αγροτική δραστηριότητα) που αποκτούν φυσικά πρόσωπα (με την εξαίρεση των προσώπων που αποκτούν εισόδημα από έως και τρεις εργοδότες, και αυτών που παρουσιάζουν αναπηρία άνω του 80%), συναρτώμενο καταρχήν προς το ετήσιο ποσό του νομοθετημένου μεικτού κατώτατου μισθού ή προς το ποσό που αντιστοιχεί στις μεικτές αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου υπαλλήλου που απασχολείται από το υπόχρεο φυσικό πρόσωπο και έως 30.000 ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται έως 30% αναλόγως του χρόνου έναρξης της επαγγελματικής δραστηριότητας του υποχρέου και, περαιτέρω, σε αυτό προστίθεται (α) ποσό ίσο με το 10% της ετήσιας δαπάνης μισθοδοσίας (και έως 15.000 ευρώ), και (β) ποσό που ανέρχεται σε 5% επί του ποσού κατά το οποίο ο κύκλος εργασιών του υποχρέου υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών του συνόλου των επιχειρηματιών που ασκούν την ίδια δραστηριότητα (βάσει του Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας από την οποία ο υπόχρεος αντλεί τα υψηλότερα έσοδα). Το ως άνω προσδιοριζόμενο ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβεί τις 50.000 ευρώ.

Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 15 αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), εν όψει, όχι μόνο της ουσιώδους διαφοράς των συνθηκών απασχολήσεως των εν λόγω δύο κατηγοριών προσώπων αλλά, προεχόντως, λόγω της ριζικής, επί συνταγματικού επιπέδου, διαφοράς του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο οι μισθωτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους εν σχέσει προς τους μη μισθωτούς (αυτοαπασχολούμενους).

Οι μισθωτοί και οι μη μισθωτοί τελούν υπό “ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως και παραγωγής εισοδήματος”.

Πράγματι, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, τα έσοδα των μισθωτών χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, καθώς προέρχονται από έναν, κατά κανόνα, εργοδότη, ο οποίος δεσμεύεται καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους σε αυτόν να τους καταβάλλει συγκεκριμένο μισθό, ενώ οι δαπάνες που συνδέονται με την εργασία τους, κατά κανόνα, δεν βαρύνουν αυτούς, αλλά τον εργοδότη τους, σε αντίθεση με τους μη μισθωτούς των οποίων τα έσοδα συναρτώνται από πλήθος παραγόντων (στους οποίους, πάντως, δεν περιλαμβάνεται το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή των αποδοχών του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου τους), με αποτέλεσμα να μην είναι ποτέ σταθερά, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις δαπάνες τους που βαρύνουν τους ίδιους. Στο πλαίσιο αυτό, σε αντίθεση με τους μισθωτούς, το εισόδημα των μη μισθωτών είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο, δεν συναρτάται, καταρχήν, με τους παράγοντες που διαμορφώνουν το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού (άρθρο 134 παρ. 2 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου, π.δ. 80/2022) ή του μισθού του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου, ενώ δεν αποκλείεται να είναι και αρνητικό (ζημίες), κυρίως στους τομείς της βιοτεχνίας και του εμπορίου, ενδεχόμενο που αναγνωρίζει και ο φορολογικός νομοθέτης, παρέχοντας τη δυνατότητα μεταφοράς της σχετικής ζημίας και συμψηφισμού της με μελλοντικά κέρδη κατά τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος των επόμενων πέντε ετών (άρθρο 27 παρ. 1 ΚΦΕ). Συνεπώς, η επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη συναγωγή τεκμηρίου ως προς το ύψος του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτά ένα φυσικό πρόσωπο βάσει του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή, πολύ περισσότερο, των αποδοχών του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου, προσκρούει στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος».

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Νίκος Παππάς, ανέφερε ότι το Σύνταγμα δεν απαγορεύει να φορολογούνται οι Έλληνες και οι Ελληνίδες με τεκμήρια. Όπμως, υπό δύο σοβαρές προϋποθέσεις: Τα τεκμήρια να είναι μαχητά και να βασίζονται σε διδάγματα κοινής πείρας. «Εδώ δεν έχουμε διδάγματα κοινής πείρας. Υπογραμμίζεται με εμφατικό τρόπο από την έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου, και αν υπάρχουν κάποια διδάγματα πείρας, δεν είναι κοινά. Δεν είδαμε κόμμα της αντιπολίτευσης ή έναν φορέα να μοιράζεται τα διδάγματα πείρας που έχει ο συγγραφές του νόμου, ο οποίος μάλλον είναι διαφορετικός από τον συγγραφέα της ανάλυσης συνεπειών της ρύθμισης. Η ανάλυση συνεπειών δεν παραπέμπει σε πραγματικά δεδομένα για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος των αυτοαπασχολουμένων και των ελευθέρων επαγγελματιών με βάση τον κατώτατο μισθό. Καταθέτουμε, λοιπόν, ένσταση αντισυνταγματικότητας», τόνισε ο κ. Παππάς επισημαίνοντας ότι είναι μείζον να συζητηθεί τώρα η ένσταση αντισυνταγματικότητας, δηλαδή πριν ανέβει στο βήμα ο πρωθυπουργός.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News