ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απειλή της «Όμικρον» στην ελληνική ανάπτυξη

φωτ.: REUTERS/Costas Baltas

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτίμησε ανάπτυξη 5,2% για την Ελλάδα το 2022 λίγο πριν από την εμφάνιση της μετάλλαξης «Ομικρον». Η νέα μετάλλαξη, η οποία διαδίδεται περισσότερο εύκολα από τη μετάλλαξη «Δέλτα», υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Πράγματι, μελέτη του Imperial College στο Λονδίνο βάσει (προκαταρκτικών) στοιχείων (από την Αγγλία) συμπεραίνει ότι η αποτελεσματικότητα των εμβολίων έναντι της συμπτωματικής «Ομικρον» δεν ξεπερνάει το 20% για όσους έχουν εμβολιασθεί με δύο δόσεις. Αυξάνεται, όμως, στο 80% μετά και την τρίτη (αναμνηστική ή booster) δόση. Τι σημαίνουν λοιπόν τα παραπάνω για νέες μορφές υγειονομικών περιορισμών, οι οποίες θα αμφισβητήσουν τους προαναφερθέντες ρυθμούς ανάπτυξης;

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, η Τράπεζα της Αγγλίας αποφάσισε, στα μέσα Δεκεμβρίου, και έχοντας γνώση της απειλής «Ομικρον», την αύξηση του επιτοκίου πολιτικής από το 0,1% στο 0,25%. Η παραπάνω απόφαση εξέπληξε τις χρηματοοικονομικές αγορές, αλλά όχι και τους «παρατηρητικούς» οικονομολόγους. Οι τελευταίοι αφενός μεν εκτίμησαν ότι η μεγάλη αύξηση του βρετανικού πληθωρισμού στο 5,1% θα αποτελούσε τεράστιο πλήγμα για το «γόητρο» της Τράπεζας της Αγγλίας, αφετέρου δε προέβλεψαν ότι πρόσθετοι υγειονομικοί περιορισμοί για την αντιμετώπιση του ιού θα είχαν μικρή μόνο επίπτωση στη βρετανική οικονομική ανάπτυξη. Και τούτο επειδή όσο περισσότερο επιμένει ο ιός τόσο περισσότερο η οικονομία προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα!

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι νέοι υγειονομικοί περιορισμοί και στην Ελλάδα μάλλον θα επηρεάσουν ελάχιστα την ελληνική οικονομική ανάπτυξη. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, και προ των Χριστουγέννων κοντά στο 50% του πληθυσμού, 12 ετών και άνω, είχε «υιοθετήσει» την τρίτη δόση. Παρά ταύτα, το 8% όσων είχαν εμβολιασθεί και με τις δύο δόσεις έδειχναν απρόθυμοι να εμβολιασθούν και με την τρίτη δόση. Συνεπώς, η υιοθέτηση της τρίτης δόσης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την «αναχαίτιση» της παραλλαγής «Ομικρον», δεν είναι δεδομένη.

Τα παραπάνω σίγουρα ισχύουν πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα της τρίτης δόσης στη χώρα μας φαίνεται να προχωρεί ταχύτερα σε σχέση με εκείνο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πράγματι, πριν από τα Χριστούγεννα το 28,5% των ενηλίκων στην Ελλάδα είχε ήδη κάνει την τρίτη δόση σε σχέση με το 23,5% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Επειδή όμως η δυσπιστία αλλά και η άρνηση έναντι του εμβολίου στην Ελλάδα δυστυχώς παραμένει σε υψηλό επίπεδο (μόνο το 79,1% των Ελλήνων ενηλίκων σε σχέση με το 83,1% των ενηλίκων στην Ευρωπαϊκή Ενωση είχε κάνει τουλάχιστον την πρώτη δόση πριν από τα Χριστούγεννα), και με δεδομένο ότι η «Ομικρον» «αναχαιτίζεται» μόνο από την τρίτη (αναμνηστική δόση), το βέβαιο είναι ότι δεν έχουμε «ξεμπλέξει» με τον ιό.

Κάτι που ενδεχομένως σημαίνει νέους περιορισμούς, νέα κυβερνητικά πακέτα βοήθειας στην εγχώρια οικονομία, νέα δημοσιονομικά ελλείμματα και, βέβαια, παραμονή του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου σε υψηλό επίπεδο. Συνεπώς, υγειονομικά και δημοσιονομικά «βαρίδια» πιθανώς να υπονομεύσουν, έως ένα βαθμό, την ελληνική ανάπτυξη. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι πριν από τα Χριστούγεννα, και παρά τη στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το μακροχρόνιο κόστος δανεισμού της Ελλάδας υπερέβαινε κατά 190 μονάδες βάσης το αντίστοιχο επιτόκιο δανεισμού για χώρες με πιστοληπτική αξιοπιστία ΑΑΑ στην Ευρωζώνη. Ενώ λοιπόν ο δρόμος εξόδου από την πανδημία δεν φαίνεται (ακόμα) να φθάνει στο τέλος του, το spread δανεισμού μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών με τη μέγιστη αξιοπιστία (δυστυχώς) «επιμένει» κοντά στο spread του 1821 (τότε βρισκόταν στις 210 τιμές βάσης). Οχι και τόσο ενθαρρυντικό καθώς ήδη «κλείσαμε» 200 έτη από την Ελληνική Επανάσταση…

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool Management School.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News