Απόψεις Τρίτη 26/01/2021, 17:00
ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεν είναι λογικό

Το άρθρο γράφτηκε από κοινού με τον Ζακ Ταραμπουλούς

Πλην των μαθητών της Δ’ Δημοτικού, οι περισσότεροι δε θυμόμαστε ότι μαζί με τους 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, στις Θερμοπύλες πολέμησαν – και χάθηκαν – και 700 Θεσπιείς. Η πολιτεία μόλις το 1997 ανέγειρε σχετικό μνημείο, ενώ αυτό του Λεωνίδα υπάρχει από το 1955. Σε τέτοιες λεπτομέρειες συνίστανται τα προβλήματα μνήμης.

Στις 27 Ιανουαρίου του 1945 εισήλθαν στο Άουσβιτς οι συμμαχικές δυνάμεις, και αυτή η μέρα έχει καθιερωθεί από τη διεθνή συμμαχία για τη μνήμη του ολοκαυτώματος ως ημέρα μνήμης. Η συμμαχία έχει 34 χώρες μέλη περιλαμβανομένης, από το 2005, και της Ελλάδας.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει στο δημόσιο διάλογο αναφορές σε «ολοκαύτωμα» να χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν κάθε είδους αρνητική εξέλιξη. Επίσης, έχουμε δει να χρησιμοποιείται η διάσημη επιγραφή στρατοπέδου συγκέντρωσης«Η Εργασία απελευθερώνει» για να τονιστεί η δυσαρέσκεια του εκάστοτε γελοιογράφου για το ένα ή το άλλο θέμα. Έτσι όμως υποβαθμίζεται στη μνήμη μας η μοναδικότητα αυτού του εγκλήματος. Αυτό, εκτιμούμε, είναι επικίνδυνο. Όχι γιατί η ανθρωπότητα κινδυνεύει από ένα άλλο ολοκαύτωμα, αλλά γιατί έτσι απενοχοποιούμε γενικότερα την χρήση βίας, κάτι που σίγουρα δεν είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα τέτοιων αναφορών.

Στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, κανείς δε θα σκεφτόταν να διακωμωδήσει την θυσία των 300 του Λεωνίδα, και αν το έκανε θα χαρακτηριζόταν αμέσως περιθωριακός.

Πόσο μοναδικό είναι όμως πραγματικά το έγκλημα των Ναζί; Ακριβής καταγραφή δεν υπάρχει αλλά οι προσεκτικότερες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μεταξύ 5,8 και 6,3 εκατομμύρια εβραίων θυμάτων. Υπήρχαν και άλλα θύματα στον Β παγκόσμιο πόλεμο φυσικά, περιλαμβανομένων και πάνω από 20 εκατομμύρια σοβιετικούς. Σε τι συνίσταται λοιπόν η μοναδικότητα;

Η συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη και τιμωρία της γενοκτονίας προβλέπει σαν μέρος του ορισμού την πρόθεση να καταστραφεί, εν όλω ή εν μέρει, μία εθνική ή θρησκευτική ομάδα. Η βιομηχανοποίηση της εξόντωσης των εβραϊκών κοινοτήτων ήταν τέτοια που – στην περίπτωση της Ελλάδας – αυτό σχεδόν επετεύχθη. Συγκρίνοντας μία από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες του 20ου αιώνα, όπου φονεύθηκαν τουλάχιστον 800.000 άνθρωποι στη Ρουάντα, με την Επιχείρηση Ράινχαρντ που είχε σκοπό τον αφανισμό των εβραίων της Πολωνίας, ο ρυθμός εξόντωσης της δεύτερης ήταν 83% μεγαλύτερος της πρώτης. Σύμφωνα με το popular mechanics, ήταν η αποτελεσματικότερη επιχείρηση εξόντωσης στην ανθρώπινη ιστορία. Η σύγκριση με την – κατά πολύ μεταγενέστερη – γενοκτονία στη Ρουάντα τονίζει τη βιαιότητα των ναζιστικών εγκλημάτων, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε γενοκτονία δεν αποτελεί κτηνωδία, ανεξαρτήτου έκτασης.

Από τα 800.000 θύματα της Επιχείρησης Ράινχαρτ που φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα μόνον 50 περίπου διασώθηκαν, ενώ κατά την πιο αιματηρή περίοδο των στρατοπέδων συγκέντρωσης υπολογίζεται ότι ανά 24 ώρες δολοφονούνταν 10.000 άνθρωποι. Οι άνθρωποι δεν είμαστε φτιαγμένοι όμως για να αντιληφθούμε τέτοια μεγέθη. Για να μπορέσουμε – ίσως – να τα επεξεργαστούμε, βοηθάει να τα μετατρέψουμε σε κάτι πιο κατανοητό.  Ας πούμε λοιπόν ότι αν θέλαμε να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή για κάθε έναν από τους εβραίους συμπολίτες μας που εξοντώθηκε από τους Ναζί αυτό θα διαρκούσε 45 μέρες. Συνολικά για τα 6 εκατομμύρια θύματα του ολοκαυτώματος, θα έπρεπε να σιωπήσουμε περί τα 11,5 χρόνια.

Η μοναδικότητα όμως του ολοκαυτώματος εκτείνεται όμως και σε μία άλλη διάσταση. Σε αυτό που οι Ναζί ονόμασαν Τελική Λύση, την πρόθεση δηλαδή εξόντωσης των εβραίων όχι από το Ράιχ, αλλά από παντού στον κόσμο.

Γράφει για την επίσκεψή της στο Ράβενσμπρυκ, γυναικείο στρατόπεδο στην Ανατολική Γερμανία, η Άντζη Σαλτάμπαση:

Στην αρχή στην έκθεση, μια μικρή ωραία έκθεση, αν μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς ωραία μία τέτοια έκθεση, με αντικείμενα, στοιχεία και μαρτυρίες, μαρτυρίες όχι μόνο των θυμάτων, αλλά και των κατοίκων του Φυρστενμπεργκ, μαρτυρίες που διηγούνταν τη γνωστή ιστορία, ότι δεν είχαν καταλάβει ακριβώς, ότι περίπου ήξεραν και δεν μπορούσαν να αντιδράσουν, γιατί κινδυνεύαν οι ζωές τους. Και ίσως και να ήταν έτσι, αλλά παρ’ όλα αυτά ένας θυμός φούντωνε μέσα μου, όχι για τότε, καθόλου για τότε, αλλά για μετά, για αμέσως μετά και για τώρα, για το γεγονός ότι αυτή η πόλη συνέχισε και συνεχίζει να υπάρχει, κανείς δε σκέφτηκε ότι πρέπει να εξαφανιστεί ή να ερημώσει, ότι δε γίνεται πια να στέκει εκεί αγέρωχη και ανέγγιχτη, ότι δεν είναι δυνατόν σε αυτή τη λίμνη να πλέουν οι βαρκούλες, δεν είναι λογικό η ζωή να συνεχίζεται τόσο φυσικά, τόσο όμορφα τόσο κανονικά.

Μπερλίν, Άντζη Σαλτάμπαση, εκδόσεις Πόλις, 2017.

Money Review