ΑΠΟΨΕΙΣ

Η δυναμική της τουρκοαιγυπτιακής επαναπροσέγγισης

Η δυναμική της τουρκοαιγυπτιακής επαναπροσέγγισης

Η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Αίγυπτο την περασμένη Τετάρτη ήρθε περίπου οκτώ μήνες μετά την αποκατάσταση των διμερών διπλωματικών σχέσεων και την επιστροφή των δύο πρέσβεων στις αντίστοιχες θέσεις τους. Η δυναμική ωστόσο της προσπάθειας επανασύνδεσης Αγκυρας – Καΐρου, που έλαβε χώρα κατόπιν τουρκικής πρωτοβουλίας, πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα των όσων μεσολάβησαν μεταξύ των δύο επισκέψεων του κ. Ερντογάν.

Η αντεπανάσταση, της οποίας ηγήθηκε ο Αλ Σίσι το 2013, συνέτριψε το νεοοθωμανικό όραμα του Ερντογάν για τη δημιουργία μιας σειράς φιλοτουρκικών κυβερνήσεων από ισλαμιστικά κόμματα, που κοινωνούσαν τις αρχές και την ιδεολογία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Ο Ερντογάν ουδέποτε «συγχώρεσε» τον Σίσι και την αιγυπτιακή άρχουσα στρατιωτική τάξη για την ανάσχεση του γεωπολιτικού του οράματος: της διάχυσης δηλαδή της εκλογικής επικράτησης των κομμάτων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας –όπως το ΑΚΡ και η Χαμάς– σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η επιβίωση του Ασαντ στη Συρία, μολονότι μεγάλο μέρος της βόρειας Συρίας κατέχεται από τον τουρκικό στρατό, αποτέλεσε τη δεύτερη μεγάλη ήττα για τον ερντογανικό ιμπεριαλισμό, που έχει προ πολλού αντικαταστήσει τον κεμαλισμό ως η νέα κρατική τουρκική ιδεολογία.

Στη δεύτερη αυτή ήττα της πολιτικής του Ερντογάν στη Μέση Ανατολή διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο η Αίγυπτος, τα ΗΑΕ και η Σαουδική Αραβία, που τον Μάιο του 2023 επανένταξαν τον Ασαντ στον Αραβικό Σύνδεσμο. Αν και η εξέλιξη της Συρίας επηρέαζε δευτερογενώς τον πυρήνα των ζωτικών συμφερόντων της Αιγύπτου, το μνημόνιο Ερντογάν – Σάρατζ το 2019 και η ανοικτή στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας στον λιβυκό εμφύλιο, αγγίζουν τον πυρήνα της αιγυπτιακής εσωτερικής και εξωτερικής ασφαλείας. Ενας από τους λόγους που ώθησαν τον Σίσι να υπογράψει τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ελλάδα τον Ιούλιο του 2020 ήταν ότι η κατάρρευση του Χαφτάρ στο μέτωπο της Τρίπολης είχε φέρει τα υποστηριζόμενα από την Τουρκία στρατεύματα της GNA και τους Τούρκους αξιωματικούς που τα διοικούσαν στα πρόθυρα της πετρελαϊκής «ημισελήνου», της καρδιάς δηλαδή των πετρελαϊκών εξαγωγικών υποδομών της Λιβύης μεταξύ του El Sider και της Zuetina. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σίσι είχε προειδοποιήσει ότι περαιτέρω προέλασή τους θα συνεπαγόταν τη στρατιωτική επέμβαση της χώρας του.

Η τουρκική στρατιωτικοοικονομική «απόβαση» στη Δυτική Λιβύη και η συνεπαγόμενη εμμονή της Αγκυρας στο αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό λόγο για τον οποίο η όποια δυναμική επαναπροσέγγισης δύσκολα θα ξεπεράσει το στάδιο της ομαλοποίησης. Τα ενεργειακά σχέδια συνεργασίας στα οποία αναφέρθηκε ο Ερντογάν είναι ενδεικτικά της ρηχότητας των διμερών σχέσεων σ’ αυτή τουλάχιστον τη φάση. Οι τουρκικές εισαγωγές LNG από τα αιγυπτιακά τερματικά προϋπήρχαν της επίσκεψης Ερντογάν και θα συνεχίσουν, ασχέτως αυτής. Σε ό,τι αφορά δε το θέμα της πυρηνικής συνεργασίας είναι ασαφές το τι εννοεί ο Τούρκος πρόεδρος, δεδομένου ότι και το τουρκικό και το αιγυπτιακό πυρηνικό εργοστάσιο κατασκευάζονται από τη ρωσική κρατική Atomstroyexport.

Το βάθος και το εύρος της ελληνοαιγυπτιακής στρατηγικής συνεργασίας εμφανίζεται να είναι, προς στιγμήν τουλάχιστον, ιδιαιτέρως ανθεκτικό. Το καταφύγιο που ο Ερντογάν προσέφερε σε σημαίνοντα εξόριστα στελέχη της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας αποτέλεσε κόκκινο πανί για χρόνια στις σχέσεις του με την Αίγυπτο και είναι προφανές ότι η λήξη ή δραματική περιστολή αυτής της φιλοξενίας αποτέλεσε σαφή παραχώρηση για να γίνει το ταξίδι του Ερντογάν. Οι Αιγύπτιοι, ωστόσο, καταλαβαίνουν πλήρως ότι ο Τούρκος πρόεδρος μπορεί να αναθερμάνει αυτή τη σχέση πολυεπίπεδης φιλοξενίας οποτεδήποτε το επιθυμεί. Η Αίγυπτος ήταν το τελευταίο κράτος που ανταποκρίθηκε στο διπλωματικό φλερτ επαναπροσέγγισης που ο κ. Ερντογάν εξαπέλυσε σε ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία, Ισραήλ, Ελλάδα και Αίγυπτο μεταξύ 2021-2023.

Το momentum, ωστόσο, της επίσκεψης Ερντογάν, στην οποία κυριάρχησαν οι εξελίξεις στη Γάζα, ίσως να αποτελεί πρωτίστως και ένα έμμεσο μήνυμα του Καΐρου προς την κυβέρνηση Νετανιάχου. Η απόφαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού να στοχεύσει στη Ράφα, αν και ενδεχομένως να είναι στρατιωτικά δικαιολογημένη, αποτελεί ένα εξόφθαλμο στρατηγικό ατόπημα στον βαθμό που θα προκαλέσει πανικό μια εκτεταμένη επιχείρηση χωρίς σχέδιο εκκένωσης του περίπου ενός εκατομμυρίου αμάχων οι οποίοι έχουν συγκεντρωθεί στη μεθοριακή πόλη.

Ο πανικός αυτός μπορεί να μεταφραστεί στη μαζική παραβίαση του αιγυπτιακού συνόρου από εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που θα σπάσουν τα σύνορα για να σώσουν τη ζωή τους, ζητώντας καταφύγιο στο Σινά. Τα πλέον ακροδεξιά στελέχη του ισραηλινού υπουργικού συμβουλίου ίσως θεωρούν ότι μια τέτοια επιχείρηση θα υποχρεώσει την αιγυπτιακή κυβέρνηση να ανοίξει τα σύνορα υπό την πίεση της κοινής της γνώμης, γνωρίζοντας ότι μόλις σχηματισθούν οι πρώτοι παλαιστινιακοί προσφυγικοί καταυλισμοί εντός αιγυπτιακού εδάφους, πολύ δύσκολα θα επιστρέψουν στη Γάζα.

Εάν όντως είναι αυτός ο μύχιος στόχος της ισραηλινής επιχείρησης στη Ράφα, η επίσκεψη Ερντογάν στο Κάιρο μπορεί να αποτελεί και ένα μήνυμα του Σίσι προς τον Νετανιάχου ότι παίζει με τη φωτιά. Οτι θέτει εν αμφιβόλω την ίδια τη συμφωνία του Camp David και το ό,τι αυτή προβλέπει για τη στρατικοποίηση του Σινά. Ενα ενδεχόμενο ψυχροπολεμικό χάσμα μεταξύ Αιγύπτου – Ισραήλ, που θα προκύψει εάν παραβιαστεί η μεθόριος της Ράφα ή καταληφθεί από τον ισραηλινό στρατό η νεκρή ζώνη του Philadelphi Corridor, θα αποτελέσει «μάννα εξ ουρανού» για τον Ερντογάν και όλες τις ισλαμιστικές αποσταθεροποιητικές δυναμικές που εκπροσωπεί – και αυτό είναι από πάρα πολλές απόψεις απευκταίο.

*Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News