ΑΠΟΨΕΙΣ

Κερδίζοντας τους Βρετανούς στη μετά COVID εποχή

Φωτ. AP

Ανέκαθεν η Βρετανία αποτελούσε μια σημαντική αγορά για τον ελληνικό τουρισμό. Ενώ η Ελλάδα προσείλκυσε σχεδόν 3,5 εκατ. Βρετανούς τουρίστες το 2019, ξοδεύοντας το ποσό-ρεκόρ των 2,5 δισ. ευρώ, αυτός ο αριθμός μειώθηκε σε 1 εκατ. επισκέπτες και συνολική δαπάνη 749 εκατ. ευρώ το 2020, λόγω του χάους που προκάλεσε η COVID-19.

Γι’ αυτό, η ανακοίνωση της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι πλήρως εμβολιασμένοι ταξιδιώτες δεν θα χρειάζεται να μπαίνουν σε καραντίνα κατά την επιστροφή τους στη Βρετανία μετά τις 19 Ιουλίου, είναι σπουδαία νέα για τους παραθεριστές αλλά και για την ελληνική τουριστική βιομηχανία.

Αυτό σημαίνει ότι παρόλο που η Ελλάδα θα παραμείνει στην «πορτοκαλί» λίστα των χωρών του Ηνωμένου Βασιλείου, το γεγονός ότι πλέον περισσότεροι από 34 εκατ. Βρετανοί έχουν εμβολιαστεί πλήρως, θα μπορούσε να προκαλέσει τόνωση των κρατήσεων στην Ελλάδα από Βρετανούς τουρίστες. Για την ακρίβεια, η easyJet, ένας από τους μεγαλύτερους αερομεταφορείς χαμηλού κόστους Ηνωμένου Βασιλείου – Ελλάδας, ανέφερε ότι οι κρατήσεις σε «πορτοκαλί» προορισμούς αυξήθηκαν κατά 400% αμέσως μετά την ανακοίνωση του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η TUI, η γνωστή εταιρεία πακέτων διακοπών, δήλωσε ότι η Ελλάδα ήταν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς στη Μεσόγειο.

Βραχυπρόθεσμα, αυτά είναι καλά νέα. Ωστόσο η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό ανταγωνισμό, λόγω της δημοτικότητας των κυριότερων Ευρωπαίων ανταγωνιστών της, ιδιαίτερα της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Τα στατιστικά για το 2019 δείχνουν ότι η Ισπανία (18 εκατ. Βρετανοί επισκέπτες), η Γαλλία (10 εκατ.) και η Ιταλία (5 εκατ.) εξακολουθούν να προσελκύουν περισσότερους Βρετανούς τουρίστες. Πώς μπορεί, λοιπόν, η Ελλάδα να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να κερδίσει τους Βρετανούς στη μετά COVID εποχή;

Μια ταχέως αναπτυσσόμενη ξενοδοχειακή βιομηχανία είναι η πρώτη προϋπόθεση. Το μικρό ανεξάρτητο ξενοδοχείο θα είναι πάντα δημοφιλές σε πολλούς Βρετανούς παραθεριστές, αλλά η COVID-19 ανάγκασε πολλές επιχειρήσεις να αγωνίζονται πλέον για την επιβίωσή τους. Προβλέπω σημαντική ανάπτυξη σε μεγαλύτερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, μέσω της εξαγοράς μικρότερων ανεξάρτητων μονάδων. Αυτή η μετάβαση από ανεξάρτητα ξενοδοχεία σε μεγάλες αλυσίδες είχε ήδη ξεκινήσει προ COVID, αλλά η πανδημία θα επιταχύνει την τάση ενοποίησης της αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μικρότερα ξενοδοχεία θα εξαφανιστούν. Αντίθετα, μπορούν να επωφεληθούν.  Ανεξάρτητα ξενοδοχεία, που ενώνονται με μεγάλες εταιρείες ως συνεργάτες, μπορούν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, αποκτώντας ταυτόχρονα πρόσβαση στις κρατήσεις και στους πόρους μάρκετινγκ των μεγάλων εταιρειών. Επιπλέον, μέσω των φθηνότερων πτήσεων, οι επισκέπτες με χαμηλό προϋπολογισμό αναζητούν πλέον ποιοτικά ανεξάρτητα καταλύματα.  Με την οικονομική ισχύ ενός ξενοδοχειακού γίγαντα πίσω τους, είναι ευκολότερο για τις μικρότερες επιχειρήσεις να αναβαθμίσουν τα δωμάτια και τις εγκαταστάσεις τους, αποκτώντας ένα συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους σε δημοφιλείς προορισμούς διακοπών. Αυτό ενισχύεται, επίσης, από το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε νόμο, τον περασμένο Ιούλιο, ο οποίος παρέχει απαλλαγή ΦΠΑ στις δαπάνες κατασκευής ξενοδοχειακών μονάδων. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις εξοικονομούν το 24% του φόρου που αναλογεί στις εν λόγω δαπάνες.

Για τις μεγαλύτερες ξενοδοχειακές αλυσίδες της Ελλάδας, υπάρχει επίσης η ανάγκη να ανταγωνιστούν τα μεγάλα θέρετρα της Καραϊβικής και του Ινδικού Ωκεανού, τα οποία προσφέρουν αποκλειστικές ιδιωτικές παραλίες, ιδιωτικές πισίνες και υποδομές υψηλών προδιαγραφών. Η Ελλάδα πάντα ανταγωνιζόταν αυτά τα μέρη του κόσμου λόγω των παραλιών της, αλλά μόλις τώρα ξεκίνησε να παρέχει παρόμοιο επίπεδο διαμονής. 

Η Χαλκιδική, ειδικότερα, ξεχωρίζει και γίνεται όλο και πιο δημοφιλής προορισμός για τους Βρετανούς. Η McBains, πριν από λίγα χρόνια, επέβλεψε την κατασκευή του πεντάστερου Ikos Oceania στη χερσόνησο, ενός all-inclusive πολυτελούς καταφυγίου που βρίσκεται στον δικό του ιδιωτικό κόλπο, με υπηρεσίες υψηλού επιπέδου, όπως σπα, πέντε πισίνες, ιδιωτικό κλαμπ, κινηματογράφο και αθλητικές εγκαταστάσεις. Το πολυτελές παραθαλάσσιο ξενοδοχείο Sani Dunes αποτελεί, επίσης, ένα από τα έργα της εταιρείας. Σε αυτά περιλαμβάνονται το θέρετρο Ikos Dassia στην Κέρκυρα, με ιδιωτική παραλία 600 μ., ιδιωτικούς κήπους και πισίνες, μενού βραβευμένα με αστέρι Michelin σε έξι α λα καρτ εστιατόρια, καθώς και το Amada Colossos στη Ρόδο με σπα, ιδιωτική παραλία και υδάτινο πάρκο. Ωστόσο, για να ανακάμψει πλήρως η Ελλάδα από τον αντίκτυπο της COVID-19 και να ανταγωνιστεί άλλα παγκόσμια πολυτελή θέρετρα, χρειάζονται περισσότερες εγκαταστάσεις αυτού του επιπέδου.

Η Ελλάδα θα πρέπει επίσης να σχεδιάσει περισσότερες εγκαταστάσεις μεικτής χρήσης, οι οποίες προσελκύουν όχι μόνο τουρίστες αλλά και άλλες επενδύσεις. Συνήθως, αυτές οι εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν όχι μόνο ξενοδοχεία, αλλά ένα ευρύ φάσμα υποδομών, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών κέντρων και χώρων διασκέδασης για όλη την οικογένεια. Γι’ αυτό και η ανάπλαση του παλαιού αεροδρομίου της Αθήνας είναι τόσο ενθαρρυντική, καθώς πρόκειται για το μεγαλύτερο έργο του είδους του στην Ευρώπη και το πρώτο του είδους του στην Ελλάδα. Το έργο αυτό, με επικεφαλής τη Lamda Development, είναι φιλόδοξο και πρωτοποριακό στον σχεδιασμό του, με κάθε γειτονιά εντός της έκτασης 3 εκατ. τ.μ. να είναι αυτοσυντηρούμενη και να ενσωματώνεται μέσω μιας σειράς πράσινων πεζόδρομων. Πέρα από τις τυπικές υποδομές, θα φιλοξενεί επίσης μουσεία και πολιτιστικούς χώρους, σε συνδυασμό με επιχειρηματικές εγκαταστάσεις και έναν κόμβο έρευνας και ανάπτυξης. Η ελληνική κυβέρνηση, ειδικότερα, πρέπει να επαινεθεί για την υποστήριξη του έργου παρά την πανδημία και για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων για την ταχεία ανάπτυξή του.

Ο ελληνικός τουρισμός βιώνει μια δύσκολη χρονιά, με πολλά ξενοδοχεία να είναι άδεια ή με χαμηλή πληρότητα. Η άρση των περιορισμών στο Ηνωμένο Βασίλειο σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί τώρα να καλύψει κάποιες από τις απώλειές της, καθώς οι Βρετανοί τουρίστες ετοιμάζονται και πάλι να επισκεφθούν τη χώρα. Η βιομηχανία όμως δεν μπορεί να αναπαυτεί στις δάφνες της, αν πρόκειται να ανακάμψει από την πανδημία και να ανταγωνιστεί ευθέως τους αντίπαλους προορισμούς.

* Ο κ. Αντώνης Κουμίδης είναι διευθύνων σύμβουλος και αντιπρόεδρος της McBains Cooper Hellas Τεχνική Συμβουλευτική Α.Ε., εταιρείας παροχής συμβουλών και υπηρεσιών σχεδιασμού που ειδικεύεται στα ακίνητα, στις υποδομές και στις κατασκευές. Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στην «Καθημερινή της Κυριακής».

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News