ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύσκολη η εφαρμογή πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο

Δύσκολη η εφαρμογή πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο

Η κοινή απόφαση Ε.Ε. και G7 αναφορικά με την επιβολή πλαφόν 60 δολ./βαρέλι επί των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές αποτελεί το πλέον φιλόδοξο και ταυτόχρονα το πλέον ριψοκίνδυνο μέτρο οικονομικού πολέμου της Δύσης έναντι της Ρωσίας από την αρχή του ρωσοουκρανικού πολέμου. Το αμερικανικής έμπνευσης μέτρο, που προετοιμάζεται από τον περασμένο Μάιο, επιδιώκει να δώσει ένα επαρκές κίνητρο στη Μόσχα να συνεχίσει να παράγει πετρέλαιο βάζοντας το πλαφόν πάνω από τον μέσο όρο του κόστους παραγωγής της Ρωσίας, που βρίσκεται περί τα 15-20 δολ./ βαρέλι, αλλά παράλληλα θέλει να περιορίσει δυνητικά υπερκέρδη σε περίπτωση που οι πετρελαϊκές τιμές ξαναφτάσουν τα πολύ υψηλά επίπεδα του φετινού Ιουνίου και Ιουλίου, όταν άγγιξαν τα 120 δολ./βαρέλι. Αυτό ακούγεται πολύ ωραίο θεωρητικά, αλλά η πρακτική εφαρμογή του μέτρου είναι πολύ πιο προβληματική και η επίπτωσή του επί των ρωσικών εσόδων αμφίβολη, εάν ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: 1) Το όριο του πλαφόν, δηλαδή τα 60 δολ./βαρέλι, έχει τεθεί κοντά στην υφιστάμενη τιμή πώλησης της βασικής ποικιλίας του ρωσικού αργού, δηλαδή του Urals Blend, που την ημέρα επιβολής του πλαφόν στις 5 Δεκεμβρίου 2022 πωλούνταν στα 67,20 δολ./βαρέλι, ενώ ο στόχος είναι το δυναμικό πλαφόν να είναι τουλάχιστον κατά 5% πάνω από την εκάστοτε εμπορική τιμή πώλησης. Για να έχει ουσιαστική επίπτωση το πλαφόν θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται ταυτόχρονα με τις διακυμάνσεις των αγορών και αυτό είναι αμφίβολο κατά πόσο πρακτικό θα μπορούσε να αποδειχθεί. Ο υπάρχων μηχανισμός εφαρμογής του πλαφόν προβλέπει την αναθεώρησή του κάθε δύο μήνες. Οσο δε οι διεθνείς τιμές κινούνται κοντά ή κάτω από το πλαφόν, η πρακτική του επίπτωση ως προς τα ρωσικά έσοδα είναι μηδαμινή. Η μέση τιμή του ρωσικού αργού κατά το περασμένο έτος ήταν 63,81 δολ./βαρέλι, ενώ η μέση τιμή της τελευταίας πενταετίας ήταν 59,35 δολ./βαρέλι.

2) Το πλαφόν, αν και επιβάλλεται κατά της Ρωσίας, θα καταπολεμηθεί από τη Σαουδική Αραβία και τον ΟΠΕΚ. Η επιβολή του πλαφόν αποτελεί μια πρωτοφανή προσπάθεια από την πλευρά των κρατών-εισαγωγέων της Δύσης να συγκροτήσουν ένα πετρελαϊκό ολιγοψώνιο, που θα επιχειρήσει να επιβάλει ανώτατα όρια τιμών στο μεγαλύτερο πετρελαιοεξαγωγικό κράτος παγκοσμίως. Εάν επιτύχουν σε αυτή τους την προσπάθεια κατά της Ρωσίας, γιατί να μη χρησιμοποιηθεί σε μια διαφορετική γεωπολιτική συγκυρία το ίδιο όπλο κατά της Σαουδικής Αραβίας ή του ΟΠΕΚ συνολικά;

3) Τα κράτη που συμμετέχουν στο πλαφόν δεν καταναλώνουν ρωσικό πετρέλαιο ώστε να επηρεασθούν άμεσα τα ρωσικά πετρελαϊκά έσοδα. Εάν δεν συμμετάσχουν στο δυτικό ολιγοψώνιο και οι μεγάλοι καταναλωτές ρωσικού αργού στην Ασία, που δεν χρειάζονται το πλαφόν για να πάρουν τις καλύτερες τιμές που τους δίνει από μόνη της η Ρωσία (-25% επί των τιμών Brent), είναι πολύ δύσκολο να επηρεασθούν πρακτικά τα ρωσικά έσοδα. Το επιχείρημα όσων υποστηρίζουν την επιβολή του πλαφόν είναι ότι χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα και η Τουρκία θα συμμετείχαν στην επιβολή του πλαφόν προκειμένου να εξοικονομήσουν πόρους εάν οι τιμές αυξηθούν ξανά, μολονότι κάτι τέτοιο θα τις έφερνε σε ανοικτή σύγκρουση με τη Ρωσία και τον ΟΠΕΚ, που μπορούν αμφότεροι να αποκομίσουν σημαντικότερα κέρδη εάν κόψουν συντονισμένα την παραγωγή οδηγώντας τις τιμές στα ύψη.

4) Επειδή ακριβώς τα κράτη που επιβάλλουν το πλαφόν δεν καταναλώνουν ρωσικό πετρέλαιο και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ξέρουν την ακριβή εμπορική τιμή πώλησής του, επιχειρούν να μεταφέρουν το βάρος και το ρίσκο της επίβλεψης εφαρμογής του μέτρου στη διεθνή ναυτιλιακή και ναυτασφαλιστική αγορά, εκμεταλλευόμενα το γεγονός ότι πάνω από το 85% των εταιρειών που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες εδρεύουν εντός της επικράτειάς τους, με χαρακτηριστικότερο τον οίκο Lloydsof London.

Εως τον Απρίλιο του 2022 περίπου το 68% του συνόλου των ρωσικών θαλασσίων εξαγωγών πετρελαίου (αντ)ασφαλιζόταν από δυτικές εταιρείες. Η Ρωσία χρειάζεται, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, περί τα 240 δεξαμενόπλοια τον χρόνο για τη διακίνηση του συνόλου των πριν το πλαφόν εξαγωγών της. Κατά το τελευταίο 8μηνο έχει αυξήσει τον ήδη εκτενή ιδιόκτητο στόλο της κατά περίπου 110 τάνκερ όλων των κατηγοριών, κάτι που σημαίνει ότι θα χρειαστεί να βρει λύσεις (αντ) ασφάλισης ή παράκαμψης των κυρώσεων μόλις για 60-70 δεξαμενόπλοια, που θα πρέπει να ναυλώσει κυρίως από Ελληνες, Κύπριους και Μαλτέζους πλοιοκτήτες.

Η εταιρεία ανάλυσης της αγοράς δεξαμενοπλοίων Rystad υπολογίζει ότι η ενδεχόμενη αδυναμία της Ρωσίας να βρει αυτά τα πλοία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των θαλασσίων εξαγωγών της κατά 200.000 β/η. Η εξέλιξη αυτή μεγαλώνει το πρόβλημα εφαρμογής του μέτρου το οποίο ήταν γνωστό ότι προετοιμαζόταν εδώ και περίπου 8 μήνες. Μέσα σε αυτούς τους μήνες η Ρωσία έχει επιτύχει να αναδρομολογήσει πάνω από 1,5 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου από την Ε.Ε. σε εναλλακτικές αγορές, δοκιμάζοντας μια σειρά γκρίζων και μαύρων τεχνικών πώλησης (reblending, rebranding, μεταφορά μεταξύ πλοίων σε διεθνή ύδατα, απενεργοποίηση πομπού εντοπισμού κ.λπ.) που τώρα θα τεθούν σε πλήρη εφαρμογή, αναζητώντας νέες αγορές σε ακόμη ανταγωνιστικότερες τιμές για τους δυνητικούς αγοραστές. Ακόμη όμως και αν η Ρωσία δεν χρησιμοποιήσει αυτά τα εργαλεία, είναι πολύ δύσκολο για έναν π.χ. Ελληνα πλοιοκτήτη ή μια βρετανική ναυτασφαλιστική εταιρεία να εγγυηθούν στις ΗΠΑ ή την Ε.Ε. ότι η τιμή στην οποία ένα κινεζικό διυλιστήριο ή μια ινδική βιομηχανία δηλώνουν ότι έχουν αγοράσει το ρωσικό πετρέλαιο, είναι πράγματι κάτω από το πλαφόν. Ο αγοραστής μπορεί να μη δηλώσει την πραγματική τιμή ή μπορεί να μη δηλώσει καν την τιμή, ιδίως εάν έχει ήδη αντασφαλίσει το φορτίο μέσω του ρωσικού ή ινδικού κρατικού φορέα αντασφάλισης. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο φορέας επιβολής των κυρώσεων του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου (OFAC) στη σχετική εγκύκλιο για την εφαρμογή του πλαφόν που εξέδωσε στις 21 Νοεμβρίου 2022 θεωρεί επαρκές τεκμήριο για τη νομική κάλυψη του πλοιοκτήτη ή ασφαλιστή μια υπεύθυνη δήλωση του αγοραστή του, ότι η τιμή στην οποία αγόρασε το ρωσικό αργό συμμορφώνεται με το δυτικό πλαφόν…

* Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News