ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι σημαίνει ο νέος κλιματικός νόμος για την ελληνική οικονομία

Τι σημαίνει ο νέος κλιματικός νόμος για την ελληνική οικονομία

Αυτές τις ημέρες ψηφίστηκε ο εθνικός κλιματικός νόμος που έχει ως στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 και μηδενικό ισοζύγιο άνθρακα για τη χώρα μας έως το 2050.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πολιτική, μέχρι το 2050 έχει τεθεί ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο για επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για διασφάλιση μιας δίκαιης και ήπιας μετάβασης. Σε αυτή τη μετάβαση, σύμφωνα με απόφαση που ελήφθη πρόσφατα από την Ε.Ε., το φυσικό αέριο και η πυρηνική ενέργεια θα παίζουν σημαντικό ρόλο, μια και έχουν χαρακτηριστεί «πράσινα» στο πλαίσιο της οδηγίας ταξινομίας. Πρόκειται για μια απόφαση που θεωρείται σχετικά αμφιλεγόμενη, αλλά σίγουρα πρακτική από πολλά ευρωπαϊκά κράτη που την υποστήριξαν!

Βέβαια τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία και της πρωτοφανούς ενεργειακής κρίσης που προκλήθηκε, και η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών ρύπων θα διαρκέσει πολύ περισσότερο, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την επιβάρυνση όλων μας και συνολικά της ελληνικής οικονομίας.

Παράλληλα, υπό το πρίσμα του πολέμου στην Ουκρανία και της ανόδου των τιμών ενέργειας, η μετάβαση σε μια οικονομία καθαρά μηδενικών εκπομπών άνθρακα δημιουργεί μια τεράστια πρόκληση για τους ελληνικούς κλάδους του τουρισμού, της ναυτιλίας, των τροφίμων, της γεωργίας, των ενεργειακών συστημάτων, του ελληνικού εξορυκτικού κλάδου, της μεταλλουργίας και συνολικά της βιομηχανίας και του διεθνούς εμπορίου, με κινητήριο μοχλό τον ρόλο των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Ο κλιματικός νόμος, μεταξύ πολλών μέτρων που λαμβάνει, υποχρεώνει τις ελληνικές επιχειρήσεις να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 30% έως το 2030, σε σχέση με το έτος 2019, και να επαληθεύσουν τη μείωση αυτή από τρίτο φορέα. Παράλληλα θα πρέπει οι επιχειρήσεις να δημοσιεύουν ετησίως τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που εκπέμπουν και να έχουν δημιουργήσει οδικό χάρτη για την επίτευξη των στόχων της απανθρακοποίησης. Σε αυτή τη μάχη κατά της κλιματικής κρίσης η Ελλάδα οφείλει να είναι δυναμικά παρούσα, καθώς τώρα, και με τη συνδρομή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) το οποίο χρηματοδοτεί πράσινες τεχνολογίες, δίνεται η δυνατότητα να αλλάξει σελίδα και να γίνει πιο ανταγωνιστική, και ο κλιματικός νόμος έρχεται να κάνει πιο σαφή τη διαδικασία της μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών ρύπων. Αλλωστε η Ε.Ε. σκοπεύει να δαπανήσει έως 605 δισ. ευρώ για έργα αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και 100 δισ. ευρώ για έργα στήριξης της βιοποικιλότητας.

Για τη χώρα μας, η μετάβαση αυτή είναι μια συλλογική υπόθεση και απαιτεί δέσμευση, αποφασιστικότητα και δράσεις από την κυβέρνηση, τους φορείς αλλά και την κοινωνία. Και αυτό δεν θα είναι εύκολο, αλλά σίγουρα είναι μια υπόθεση που φέρνει μαζί της και σημαντικές ευκαιρίες για ανάπτυξη στο πλαίσιο της εφαρμογής των κριτηρίων ESG.

Σημαντικό είναι, για παράδειγμα, να εφαρμοστούν πρωτοβουλίες από τα συναφή υπουργεία για τη μη εφαρμογή πρακτικών greenwashing (πράσινης παραπλάνησης), που μέχρι σήμερα κυριαρχούν στην ελληνική αγορά.

Παράλληλα, εξαιρετικά σημαντικός είναι ο ρόλος του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας που πρέπει να συνειδητοποιήσει την ανάγκη για αλλαγή του επιχειρηματικού μοντέλου, που να επικεντρώνεται σε μια επιχειρησιακή λειτουργία με χαμηλούς ή μηδενικούς ρύπους.

* Ο κ. Νίκος Αυλώνας είναι πρόεδρος του Κέντρου Αειφορίας (CSE), επισκέπτης καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (IMBA) και στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι – Σικάγο.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News