ΑΠΟΨΕΙΣ

Η βιομηχανία που μπορεί να «ανθίσει»

Και ο τουρισμός που πλέον δεν επαρκεί  

Τις δύο περασμένες δεκαετίες η Ελληνική οικονομία βασίστηκε στις υπηρεσίες κατά 80%. Mόνο ο τουρισμός (άμεσα και έμμεσα) παρήγαγε περίπου το 25% του εγχώριου εισοδήματος. 

Λογικό. Η χώρα μας έχει ήλιο και θάλασσα, οι Έλληνες φημιζόμαστε για την φιλοξενία μας, και η τουριστική εμπειρία στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου. Εκτός από λογικό, όμως, ήταν και οικονομικά συμφέρον. Οι δύο πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την πρωτοφανή αύξηση του ελεύθερου εμπορίου, όπου κάθε χώρα είχε όφελος να επικεντρωθεί στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα: οι Γερμανοί στην βαριά βιομηχανία, οι Αμερικανοί και οι Ιάπωνες στην τεχνολογία, οι Ελβετοί στα Χρηματοοικονομικά, οι Κινέζοι στην μαζική παραγωγή κι εμείς στις τουριστικές υπηρεσίες και τα ναυτιλιακά. Αντί λοιπόν να παράγουμε τα δικά μας προϊόντα μεταποίησης, συνέφερε να εξειδικευτούμε σε αυτές τις υπηρεσίες, να τις παράγουμε σε οικονομίες κλίμακας, και με τα έσοδα να εισάγουμε περισσότερα βιομηχανικά προϊόντα από όσα θα μπορούσαμε να είχαμε παράγει μόνοι μας. Αυτό λέει η οικονομική λογική του συγκριτικού πλεονεκτήματος και αυτό λίγο-πολύ συνέβη τις τελευταίες δεκαετίες.

Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, οι συνθήκες δείχνουν να έχουν αλλάξει. Το παγκόσμιο εμπόριο έχει εισέλθει σε μια νέα ταραχώδη φάση προστατευτισμού και επαναδιαπραγμάτευσης συμφωνιών και πολλοί οικονομολόγοι εκφράζουν επιφυλάξεις για το πόσο διαχειρίσιμο είναι το ρίσκο του να βάζουν οι χώρες «όλα τους τα αυγά σε ένα μόνο καλάθι». Αυτό οφείλεται σε δύο σημαντικές δομικές μεταβολές στην παγκόσμια οικονομία που θα επηρεάσουν δραστικά την επιχειρηματικότητα του μέλλοντος.

Η πρώτη δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την πανδημία. Δεν είναι μόνο ότι ο Covid-19 επηρέασε τις υπηρεσίες δυσανάλογα σε σχέση με τους άλλους τομείς της οικονομίας. Πολύ περισσότερο, ο ιός «χτύπησε την καρδιά» του μοντέλου των υπηρεσιών και ιδίως του τουρισμού όπως αυτό είχε διαμορφωθεί και άνθιζε τα τελευταία χρόνια. Το μοντέλο αυτό δεν ήταν άλλο από το «λίγα αλλά από πολλούς». Φθηνοί ναύλοι, γιγαντιαίες ξενοδοχειακές μονάδες, προσιτά τουριστικά πακέτα και μαζική διασκέδαση δημιούργησαν μια βιομηχανία που βασίστηκε στην κλίμακα, η οποία όμως -εκ των πραγμάτων- αδυνατεί να ανταπεξέλθει σε σοβαρά υγειονομικά στάνταρντ. Αυτό σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ευαισθησία σε θέματα υγείας και υγιεινής που πρόδηλα άρχισε να εμφανίζει το αγοραστικό κοινό και επακολούθως οι κυβερνήσεις, αναμφίβολα θέτει πολλά ερωτηματικά για το πως μπορεί ο τουρισμός να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της μεταπανδημικής εποχής. Η ήδη διαφαινόμενη συρρίκνωση των αερομεταφορών, πάντως, μας δίνει μια γεύση όσον αφορά τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει ο τουριστικός κλάδος την επόμενη δεκαετία. Παρόμοιες δυσκολίες θα συναντήσει κατ’ επέκταση και ολόκληρος ο τομέας των υπηρεσιών. 

Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, η δεύτερη δομική μεταβολή έχει να κάνει με την δραστική αλλαγή που έχει επέλθει στις παγκόσμιες αγορές εργασίας. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση που βιώσαμε τις τελευταίες δεκαετίες οφειλόταν πρωτίστως στις χαώδεις διαφορές στο κόστος της εργασίας από χώρα σε χώρα. Στην κυριολεξία, η μέση βιομηχανία του 1990 και του 2000 δεν είχε βιώσιμη εναλλακτική από το να μεταφέρει τις παραγωγικές της μονάδες στην Ανατολή. Σήμερα αυτό δεν είναι πλέον απαραίτητο για δύο λόγους. Αφενός, οι μισθολογικές διαφορές έχουν λίγο-πολύ εξομαλυνθεί σε βαθμό που να καθιστούν το όφελος από την μετεγκατάσταση μηδαμινό. Στην Κίνα, για παράδειγμα, ο μέσος μισθός έχει τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία. Αφετέρου, η ιλιγγιώδης ανάπτυξη της ρομποτικής τεχνολογίας έχει μειώσει αισθητά τις απαιτήσεις σε εργατικό δυναμικό στη βιομηχανική παραγωγή. 

Οι δύο αυτοί λόγοι έχουν πλέον καταστήσει βιώσιμη την ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανίας ακόμη και μικρής οικονομικής κλίμακας. Προσφέρουν με αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα σε μεσαίες οικονομίες -σαν την Ελληνική- να αποκομίσουν σημαντικό εθνικό εισόδημα από τομείς που μέχρι πρότινος οι χώρες αυτές παρουσίαζαν συγκριτικό μειονέκτημα.

Θα ήταν, συνεπώς, ιδιαίτερα ωφέλιμο η Ελληνική πολιτεία να εγκαταλείψει την απαρχαιωμένη προσέγγιση της προς την βιομηχανική πολιτική και να εκπονήσει ένα σύγχρονο, ευέλικτο σχέδιο αναγέννησης της εγχώριας μεταποίησης προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα της τεχνολογίας αλλά και της ζήτησης. Μόνο έτσι θα μπορέσει η χώρα να απεξαρτηθεί από την μονόπατη ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα και το υπέρμετρο ρίσκο της. Δεν επαρκεί πλέον μόνο ο τουρισμός. 

*O Κοσμάς Μαρινάκης είναι Senior Lecturer of Economics στη Σχολή Οικονομικών του Singapore Management University. 

Money Review