ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι αφήνει πίσω του ο Τραμπ

Με την ψηφοφορία του σώματος των εκλεκτόρων ο Τζο Μπάιντεν είναι πια και επίσημα ο εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ και η εποχή Τραμπ βαίνει, παρά τις διαμαρτυρίες του Αμερικάνου προέδρου, προς το οριστικό της τέλος. Αυτή η αλλαγή δημιουργεί προσδοκίες για ένα πιο προβλέψιμο και ομαλό διεθνές περιβάλλον. Το ερώτημα όμως είναι αν υπάρχει όντως προοπτική επιστροφής σε κάποιας μορφής διεθνή «κανονικότητα» με τον Μπάιντεν. Η αντίληψη αρκετών παρατηρητών είναι ότι, αντίθετα, πολλά από τα στοιχεία που εισήγαγε ο Τραμπ στην διεθνή πολιτική θα επιζήσουν και μετά την αποχώρησή του.

Η περιοχή όπου η περίοδος Τραμπ φαίνεται ότι θα αφήσει το μεγαλύτερο αποτύπωμα είναι η Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ εξελέγη το 2016 στην βάση ξεκάθαρων (αν και εν μέρει αντιφατικών) υποσχέσεων για την Μέση Ανατολή: αποφυγή πολεμικών περιπετειών τύπου Ιράκ, ακύρωση της συμφωνίας με το Ιράν για τα πυρηνικά και καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Κάποιες από αυτές τις υποσχέσεις επιβεβαίωναν υπάρχουσες κατευθύνσεις στην πολιτική των ΗΠΑ, όπως η αποφυγή εμπλοκής στον συριακό εμφύλιο από την κυβέρνηση Ομπάμα είχε ήδη δείξει. Κάποιες άλλες όμως σηματοδοτούσαν σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το Ιράν. 

Οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ μετατοπίστηκαν προς τον άτυπο άξονα Ισραήλ και σουνιτικών απολυταρχιών (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτος) που αντιμάχεται το Ιράν και τους περιφερειακούς συμμάχους του όπως το Κατάρ. Αποκορύφωμα αυτής της στρατηγικής τους τελευταίους μήνες είναι η διπλωματική υποστήριξη σε μια σειρά ειρηνευτικών συμφωνιών του Ισραήλ με σουνιτικές δυνάμεις – ΗΑΕ, Σουδάν, Μαρόκο – μια εξέλιξη τεράστιας σημασίας για τις ισορροπίες στην Μέση Ανάτολη, ανάλογη ίσως με την συνθήκη ειρήνης Ισραήλ-Αιγύπτου το 1979, που όμως στον δυτικό τύπο για κάποιον λόγο έχει περάσει απαρατήρητη.

Σε αντίθεση με την συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, η οποία εξαρχής αντιμετώπιζε προβλήματα εφαρμογής, αυτές οι συνθήκες δημιουργούν τετελεσμένα που η κυβέρνηση Μπάιντεν δύσκολα μπορεί να προσπεράσει, παρά την διάθεση να αναβιώσει τον διάλογο με την Τεχεράνη. Με δεδομένες και άλλες εξελίξεις, όπως η ρωσική παρουσία σε Συρία και Λιβύη, η περίοδος Τραμπ φαίνεται ότι θα «κλειδώσει» την αμερικανική πολιτική για αρκετό διάστημα ακόμα σε μια εναρμόνιση με τις προτεραιότητες του ισραηλινού-σουνιτικού άξονα.

Για την Ελλάδα, παρεμπιπτόντως, αυτή η εξέλιξη είναι φυσικά ευνοϊκή. Παρά την στερεοτυπική παρουσίαση του Τραμπ στα ελληνικά ΜΜΕ ως «φίλου του Ερντογάν», στα χρόνια του η αμερικανική εξωτερική πολιτική στην περιοχή συνετέλεσε στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ δυνάμεων που η Ελλάδα επιζητούσε να προσεγγίσει ως ανάχωμα στην τουρκική επιθετικότητα, υποβοηθώντας έτσι το έργο της ελληνικής διπλωματίας. Στον βαθμό κατά τον οποίο χώρες όπως τα ΗΑΕ και η Αίγυπτος θεωρούν όχι μόνο το Ιράν αλλά και την Τουρκία απειλή για την ασφάλειά τους, η εύνοια του Τραμπ προς αυτές συμφωνούσε και με τις ελληνικές προτεραιότητες. 

Μια άλλη περιοχή όπου η περίοδος Τραμπ θα έχει μακρά επίδραση φαίνεται ότι θα είναι η Ευρώπη. Η εχθρότητα του Τραμπ προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ένα σοκ, το οποίο όμως ήταν και απαραίτητο για να εξωθηθεί η ΕΕ προς απαραίτητα βήματα χειραφέτησης από τις ΗΠΑ. Η υιοθέτηση όρων όπως «ευρωπαϊκή κυριαρχία» (European sovereignty) ή «στρατηγική αυτονομία» (strategic autonomy) έναντι των προκλήσεων Τραμπ καταδεικνύει ακριβώς αυτήν την απομάκρυνση από μια τεχνοκρατική οπτική της διεθνούς διπλωματίας από τις ελίτ της ΕΕ. 

Σε μια ενδιαφέρουσα διαδικασία πολιτικής διαλεκτικής, η απειλή του λαϊκισμού που ενσάρκωνε ο Τραμπ οδήγησε την ΕΕ σε μια επιδέξια οικειοποίηση όρων που θεωρούνταν κτήμα των λαϊκιστών όπως «κυριαρχία» και «γεωπολιτική» (το επίθετο που χρησιμοποιεί η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για να περιγράψει την Επιτροπή της ΕΕ). Ο Τραμπ υπήρξε ο αναπάντεχος καταλύτης για την προώθηση ιδεών όπως η δημιουργία Ευρωπαίων βιομηχανικών πρωταθλητών. Κάποιες από αυτές ενδεχομένως να είχαν εμφανιστεί έτσι κι αλλιώς, η πίεση που άσκησε ο Τραμπ όμως επιτάχυνε την συνειδητοποίηση ότι η τεχνοκρατική και οικονομικιστική αντίληψη της ΕΕ δεν επαρκεί σε ένα διεθνές περιβάλλον σκληρών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανταγωνισμών.

Αυτός ο ρεαλισμός θα αποδειχτεί πολύτιμος τελικά και στις σχέσεις με την νέα αμερικανική ηγεσία. Ο Μπάιντεν έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα επιστρέψει άνευ όρων σε μια πολιτική ελεύθερου εμπορίου. Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να ασκούν πίεση σε ό,τι αφορά τις κινεζικές επενδύσεις (ένα ζήτημα που αφορά και την Ελλάδα). Τέλος, ευρωπαϊκές ρυθμιστικές πολιτικές συγκρούονται πια ολοένα και περισσότερο με αμερικανικά συμφέροντα. Η νέα ψηφιακή πολιτική που ανακοίνωσε η ΕΕ για παράδειγμα έχει για στόχους της κυρίως αμερικανικές εταιρείες (Amazon, Google, Apple), οι οποίες φυσικά θα επιζητήσουν την κάλυψη της νέας αμερικανικής κυβέρνησης. Από πολλές απόψεις, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΕ θα συνεχίσουν για αρκετό καιρό ακόμα να λειτουργούν σε έναν «τραμπικό» κόσμο, έστω και χωρίς τον Τραμπ.

 

Money Review