ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευρωπαϊκή ενοποίηση: μια ιστορία κρίσεων και λύσεων

φωτ. AP

Ο Ζαν Μονέ, ένας από τους πατέρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Η Ευρώπη θα οικοδομηθεί μέσα από κρίσεις και θα είναι το άθροισμα των λύσεων που θα έχουν δοθεί στις κρίσεις αυτές». Ούτε ο ίδιος όμως δεν θα φανταζόταν πόσες φορές και σε ποιο βαθμό θα επαληθευόταν αυτή η πρόβλεψή του. Αρκεί εντούτοις μια σύντομη αναδρομή στις μεγάλες στιγμές της ευρωπαϊκής ενοποίησης για να επιβεβαιωθεί πανηγυρικά η διορατικότητα αυτού του μεγάλου Ευρωπαίου.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι προϊόν μιας μεγάλης κρίσης, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Νικητές και ηττημένοι, σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη του, αποφάσισαν/αναγκάστηκαν να μετατρέψουν τις περιοχές βιομηχανιών άνθρακα και χάλυβα, που σε μεγάλο βαθμό συνέπιπταν με τα πεδία των σφαγών των δύο μεγάλων πολέμων, σε πεδία συνεργασίας, ιδρύοντας την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) που υπήρξε ο πρόδρομος της ΕΟΚ.

Λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Κοινότητα των Εξι διευρύνεται τo 1973 και αποκτά τρία νέα κράτη-μέλη, τη Μ. Βρετανία, την Ιρλανδία και τη Δανία. Η διεύρυνση αυτή –ή, έστω, η επιτάχυνσή της, αν δεχθούμε ότι ήταν μια εξέλιξη αναπόδραστη– πιστώνεται σε μια άλλη κρίση, στην πετρελαϊκή και γενικότερη οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70, η οποία έκαμψε τις αντιρρήσεις των Γάλλων αλλά και τους δισταγμούς των Βρετανών. Η ίδια οικονομική κρίση επιτάχυνε τις αποφάσεις για τη θέσπιση της ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής, μιας πολιτικής που υπό τη μετεξέλιξή της ως πολιτικής οικονομικής και κοινωνικής συνοχής καταλαμβάνει με ένα τρισεκατομμύριο ευρώ το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού της Ε.Ε. για την επταετία 2021-2027.

Η κρίση της δεκαετίας του ’70 επέτρεψε επίσης να πάρει σάρκα και οστά η εσωτερική αγορά και οι τέσσερις ελευθερίες που τη συνιστούν – ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών. Οι ελευθερίες αυτές προβλέπονταν μεν στην ιδρυτική συνθήκη της Ρώμης αλλά έλειπαν οι εφαρμοστικές διατάξεις που απαιτούνταν για την υλοποίησή τους. Η κρίση του ’70 επιτάχυνε την κατανόηση της ανάγκης για μια ενιαία αγορά και οδήγησε το 1986 –βοηθούσης και της ανάληψης της προεδρίας της Επιτροπής από τον Ζακ Ντελόρ– στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία έδωσε σάρκα και οστά στις τέσσερις προαναφερθείσες ελευθερίες και άνοιξε νέα πεδία για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Η απόφαση για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς είχε και μια άλλη, πολύ σημαντική επίσης, επίπτωση: Ο Ζακ Ντελόρ πέτυχε να τη συνοδεύσει/αντισταθμίσει με την εισαγωγή της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής στη συνθήκη και την κατ’ αυτόν τον τρόπο θεσμοθέτηση της πολιτικής αυτής ως καταστατικής υποχρέωσης της Κοινότητας, γεγονός που άμεσα εκφράστηκε με διπλασιασμό των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων κ.λπ. Χωρίς την κρίση της δεκαετίας του ’70 η συνοχή ίσως να περίμενε στον προθάλαμο της συνθήκης για αρκετά ακόμη χρόνια. Στην κρίση, λοιπόν, της δεκαετίας του ’70 η ενωμένη Ευρώπη απάντησε με μια σειρά από λύσεις που υπήρξαν καθοριστικές για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, με σημαντικότερη μεταξύ αυτών την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς και τη συνακόλουθη θέσπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής συνοχής.

Η άλλη μεγάλη στιγμή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η Οικονομική και Νομισματική Ενωση, όσο και αν αποτελούσε για χρόνια μεγάλο ζητούμενο, επίσης σε μια κρίση οφείλει την επίσπευση της θεσμοθέτησής της. Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και η παρεπόμενη πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 αποτέλεσαν με τον τρόπο τους μια κρίση (υπό την κατά Γ. Μπαμπινιώτη έννοιά της ως διατάραξης της πορείας μιας διαδικασίας ή της αμφισβήτησης καθιερωμένων δομών). Η κρίση αυτή έθετε πιεστικά επί τάπητος το θέμα της επανένωσης της Γερμανίας. Κατά τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Φρ. Μιτεράν, η ενοποίηση αυτή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο γύρω από την ευρωπαϊκή ιδέα. Για τον λόγο αυτό, και υπό τον φόβο ότι το γερμανικό μάρκο θα γινόταν το de facto νόμισμα της Ευρώπης, οι Γάλλοι απαίτησαν και πέτυχαν, μήνες πριν από τη γερμανική επανένωση, να ληφθεί απόφαση σύγκλησης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για τη θέσπιση της  Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης και την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος. Η διάσκεψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1993).

Υπήρξαν βέβαια και περιπτώσεις κατά τις οποίες οι λύσεις που δόθηκαν για την αντιμετώπιση μιας κρίσης δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων. Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι η αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, που περιορίσθηκε σε δημοσιονομικά μόνο μέτρα, χωρίς «αναπτυξιακή συνοδεία», μετατρέποντας σε ορισμένες περιπτώσεις την οικονομική κρίση σε κρίση χρέους, σε τραπεζική κρίση και ενίοτε σε ανθρωπιστική κρίση. Τα μέτρα που λήφθηκαν έγιναν αιτία για βίαιες κοινωνικές συγκρούσεις φέρνοντας στο χείλος του γκρεμού τη συνοχή ορισμένων ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλά και απειλώντας σοβαρά την παραμονή της Ελλάδας –τουλάχιστον– στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Είχε εντούτοις και θετικά στοιχεία η αντίδραση στην κρίση, όπως η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), οι αγορές κρατικών ομολόγων και η θέσπιση της εποπτείας των μεγάλων τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η εμπειρία από την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης υπήρξε πάντως, κυρίως ως προς τις αρνητικές πλευρές της, πολύτιμη για τη μετά από δέκα χρόνια αντιμετώπιση της κρίσης του κορωνοϊού.

Η τελευταία –και δυστυχώς ακόμη συνεχιζόμενη– κρίση του κορωνοϊού αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της ενωμένης Ευρώπης, αφού απειλεί και πλήττει άμεσα το πολυτιμότερο και αναντικατάστατο αγαθό της ανθρώπινης ζωής. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να αναδειχθεί και στη μεγαλύτερη ευκαιρία της. Η Ευρώπη έδειξε να έχει διδαχθεί από τα σφάλματα της αντιμετώπισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ετσι, για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της πανδημίας, συμπύκνωσε μέσα σε ένα χρόνο την τολμηρή προσαρμογή του συμφώνου σταθερότητας και των κανόνων ανταγωνισμού στις νέες συνθήκες, τη γενναία ενίσχυση της ρευστότητας από την  ΕΚΤ, την εκδήλωση έμπρακτης αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών απέναντι στην πρόκληση του εμβολιασμού, τη μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της ανάγκης για κοινή εξωτερική δράση, τον σχεδόν διπλασιασμό του ενωσιακού προϋπολογισμού, τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης που θα αφορά συμμετρικά το σύνολο του εδάφους της Ε.Ε., την ανάληψη αμοιβαίου χρέους, τη θέσπιση νέων ιδίων πόρων. Αλλαγές που υπό τις συνήθεις συνθήκες θα απαιτούσαν πολλά χρόνια για να συμβούν και που, μία προς μία, είναι αποφασιστικά βήματα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Στη μεγάλη κρίση του κορωνοϊού η Ευρώπη έδωσε μεγάλες απαντήσεις.

«Ουδέν κακόν αμιγές καλού», υποστήριζαν οι στωικοί φιλόσοφοι, άποψη που επαληθεύεται συνεχώς επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Ισχύει στο ακέραιο, όπως είδαμε στις γραμμές που προηγήθηκαν, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στην οποία, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, το άθροισμα των «καλών» του στωικού αποφθέγματος ξεπερνάει κατά πολύ το άθροισμα των «κακών». Αυτή άλλωστε είναι και η μεγάλη προστιθέμενη αξία της.

* Ο κ. Αλέκος Κρητικός είναι ειδικός σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News