ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς θα είναι το 2022

φωτ.: Shutterstock

Το 2021 μπήκε με καλούς οιωνούς. Εξελέγη πρόεδρος ο Μπάιντεν που, παρά τη μεγάλη ηλικία και τα σημαντικά προβλήματα υγείας, τουλάχιστον δεν ήταν ο «άγαρμπος» και «απρόβλεπτος» Τραμπ. Οι υποσχέσεις της καμπάνιας του Μπάιντεν ήταν μετριοπαθείς, με ελληνικά δεδομένα λίγο πιο δεξιά από τις θέσεις του ΚΙΝΑΛ.

Ομως ένα χρόνο μετά, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, και δυστυχώς πιο σκούρα. Ο πρόεδρος Μπάιντεν ενστερνίστηκε τις ακραίες θέσεις του (μοναδικού στη Γερουσία) σοσιαλιστή γερουσιαστή Σάντερς για αναδιανομή του πλούτου και υπερφορολόγηση. Μοίρασε σαν επιδόματα πολλά τρισεκατομμύρια δολάρια που το αμερικανικό κράτος δεν θα έχει ποτέ τη δυνατότητα να μαζέψει από φόρους, ακόμα και με μεγάλες αυξήσεις φόρων.

Η διανομή πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ δημιούργησε τεράστια ζήτηση αγαθών χωρίς αυξημένη παραγωγή. Ετσι, δημιουργήθηκε πληθωρισμός. Οι τιμές των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων ανέβηκαν πάνω από 20% και πάρα πολλά αγαθά ήδη ανατιμήθηκαν σημαντικά, φέρνοντας τον πληθωρισμό σε 6,8%, σε υψηλό 30ετίας, και πολλές επιχειρήσεις ανακοίνωσαν καινούργιες αυξήσεις τον Ιανουάριο. Συγχρόνως, η τεράστια αύξηση της ζήτησης δημιούργησε προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και ελλείψεις. Επιπλέον, πολλοί εργαζόμενοι που πήραν επιδόματα το 2021 δεν ξανάρχισαν να εργάζονται όταν άνοιξαν πάλι οι δουλειές, περιμένοντας πρώτα να εξαντλήσουν τα επιδόματα. Παράλληλα, οι αλλαγές στη φορολογία μείωσαν τα κίνητρα για επενδύσεις στις ΗΠΑ και κάνουν σχεδόν βέβαιη την οικονομική νίκη της Κίνας επί των ΗΠΑ σε λίγα χρόνια. Ευτυχώς το Federal Reserve Board αποφάσισε στην τελευταία συνεδρίασή του ότι ο πληθωρισμός δεν είναι παροδικός και προγραμμάτισε τρεις αυξήσεις των επιτοκίων το 2022 για να τον δαμάσει.

Στην εξωτερική πολιτική, η άτακτη φυγή των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν υπογράμμισε την αδυναμία του νέου προέδρου στον συγκεκριμένο τομέα. Βλέποντας την αδυναμία, η Κίνα «θυμήθηκε» τα μαοϊκά σλόγκαν για κατάληψη της Ταϊβάν και σκλήρυνε γενικά την εξωτερική της πολιτική. Η Ρωσία παίζει σκληρό πόκερ με την τιμή του φυσικού αερίου κρατώντας την Ε.Ε. όμηρο στην αντιπαράθεσή της με τις ΗΠΑ για την Ουκρανία, έχοντας ήδη προσαρτήσει την ουκρανική Κριμαία επί προεδρίας Ομπάμα. Η διαφαινόμενη αδυναμία του προέδρου να αρθρώσει αξιόπιστη εξωτερική πολιτική ενθαρρύνει τους Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ σε ακραίες αποσταθεροποιητικές ενέργειες.

Μέσα σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση, εμφανίστηκε και η παραλλαγή «Ομικρον» της COVID-19 που δυστυχώς είναι περίπου πέντε φορές πιο μεταδοτική από τις προηγούμενες. Οι σημερινές ενδείξεις είναι ότι δημιουργεί συνήθως ελαφριά νόσο. Αλλά ακόμα κι αν λίγοι νοσήσουν βαριά, η ευρεία και ταχεία διασπορά της «Ομικρον» μπορεί να γονατίσει τα νοσοκομεία παγκοσμίως. Ηδη οικονομικοί αναλυτές μειώνουν τις προβλέψεις ανάπτυξης το 2022 λόγω «Ομικρον».

Στο πολύ δύσκολο αυτό περιβάλλον, η Ελλάδα βγαίνει από δεκαετία οικονομικής κρίσης με τεράστιο δημόσιο χρέος και γείτονα χώρα που ονειρεύεται να μετατραπεί σε μεσαιωνικό χαλιφάτο με υπόδουλες Ελλάδα, Βαλκάνια, Κύπρο, Αίγυπτο, Ισραήλ, Συρία, Ιράκ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και Σαουδική Αραβία. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή επί Τραμπ και η φυγή από το Αφγανιστάν επί Μπάιντεν έδωσαν τη δυνατότητα στην Τουρκία να προσπαθήσει να παίξει περιφερειακό ηγετικό ρόλο στην περιοχή. Σήμερα, η Τουρκία κατέχει εδάφη της Κύπρου, της Συρίας και του Ιράκ, ενώ έπαιξε κεντρικό ρολό στην επίθεση του Αζερμπαϊτζάν εναντίον της Αρμενίας και στην αποσταθεροποίηση της Λιβύης. Η Τουρκία μετέφερε από τα τουρκικά κατεχόμενα στη Συρία και χρησιμοποίησε μισθοφόρους ισλαμιστές στη Λιβύη και στο Αζερμπαϊτζάν, γενόμενη ηγέτις στη διεθνή τρομοκρατία. Ο δεκαετής επεκτατισμός της Τουρκίας έγινε χωρίς ουσιαστική ποινή από το ΝΑΤΟ ή την Ε.Ε. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι η Τουρκία αυξάνει τις βλέψεις της και έχει μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις που φτάνουν μέχρι το Λιβυκό Πέλαγος. Αντίθετα, διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις απέφυγαν να ορίσουν την ελληνική ΑΟΖ προς Λιβύη, Κύπρο και Τουρκία. Ευτυχώς για την Ελλάδα, η παρούσα κυβέρνηση επανεξοπλίζει τη χώρα και δημιουργεί στρατηγικές συμμαχίες με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλες αραβικές χώρες.

Στην οικονομία, η Ελλάδα κατάφερε να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις από το εξωτερικό (Microsoft, Pfizer, Amazon) και την αρχή των έργων στο Ελληνικό. Για να αντισταθμίσει την έλλειψη επενδύσεων δεκαετίας, η Ελλάδα χρειάζεται ακόμα πάρα πολλές μεγάλες επενδύσεις. Δημοσιονομικά πάει καλά ελέω ΕΚΤ που αγοράζει τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου κατ’ εξαίρεση, αφού δεν βρίσκονται σε υψηλή επενδυτική βαθμίδα. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ χαμήλωσε τα επιτόκια που πληρώνει για δανεισμό το Δημόσιο, οι τράπεζες και οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, βοηθώντας σημαντικά την ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι φυσικά καίριο να φτάσει η Ελλάδα σε υψηλή επενδυτική βαθμίδα ώστε να μπορεί να στηρίζεται ακριβοδίκαια από την ΕΚΤ και όχι κατ’ εξαίρεση. Επίσης, το 2022 ή το 2023 η παροδική παύση των κανόνων της Ε.Ε. για ελλείμματα του προϋπολογισμού θα λήξει, και μάλλον οι κανονισμοί για υποχρεωτικό πλεόνασμα θα επανέλθουν. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει μόνο ένα διάστημα μηνών ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής πριν επανέλθει σε κάποιο βαθμό εποπτείας. Οι οίκοι αξιολόγησης βλέπουν θετικά την ισχυρή ανάπτυξη του δευτέρου και τρίτου τρίμηνου του 2021, αλλά ζητούν διαρθρωτικές αλλαγές για να αναβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας. Πολλές από αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές προτάθηκαν από την τρόικα πριν από μια δεκαετία. Διαδοχικές κυβερνήσεις τις απέφυγαν για να μην πληρώσουν το πολιτικό κόστος.

Η κυβέρνηση τα τελευταία δύο χρόνια δεν έχει σημαντικό πολιτικό αντίπαλο. Από τη μια μεριά αυτό της λύνει τα χέρια για να κάνει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές. Από την άλλη, χωρίς σημαντικό πολιτικό αντίπαλο, η αδράνεια τείνει να επικρατεί. Η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά συντηρητική και πάρα πολλοί (συνδικάτα, μεγάλες επιχειρήσεις) είναι «βολεμένοι» στο status quo και πιέζουν αφάνταστα την κάθε κυβέρνηση να μην αλλάξει τίποτα. Απλά και αυτονόητα πράγματα όπως ο εναρμονισμός του ελληνικού δικαίου ανταγωνισμού με αυτό της Ε.Ε. βρήκαν λυσσώδη αντίσταση από τον βολεμένο ΟΤΕ. Ομως για να αναπτυχθεί η Ελλάδα χρειάζεται χαμηλές τιμές στις τηλεπικοινωνίες, όχι τις υψηλότερες της Ε.Ε.! Επιχειρήσεις αντιδρούν ακόμα και στη συλλογή στοιχείων στον τομέα τους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Αυτά είναι μόνο δύο παραδείγματα, μέσα σε πολλά άλλα. Η Δικαιοσύνη έχει τα χάλια της, με τις ποινές για το ίδιο αδίκημα να αλλάζουν ριζικά από μέρα σε μέρα, ενώ τελεσίδικες αποφάσεις παίρνουν δεκαετία δίνοντας το κίνητρο σε μηνυτές να δημιουργούν ανύπαρκτα αδικήματα για να σύρουν τους αντιπάλους τους στα δικαστήρια για δεκαετία. Η αγορά εργασίας, παρά τις αλλαγές, είναι ιδιαίτερα αρτηριοσκληρωτική δημιουργώντας κίνητρα για να γίνονται προσωρινές συμβάσεις μερικής εργασίας. Οι τράπεζες έκαναν μερικά βήματα περιορίζοντας τα κόκκινα δάνεια, αλλά δεν έχουν ακόμα καθαρίσει τα βιβλία τους επαρκώς ώστε να μπορούν να χρηματοδοτούν σωστά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Ο πρωθυπουργός εξελέγη για να κάνει αλλαγές. Παραδόξως, η πανδημία του έδωσε χρήμα από την Ε.Ε. που μπορεί να χρησιμοποιήσει για επενδύσεις. Ετσι, έχει τη δυνατότητα η Ελλάδα να επενδύσει σε τομείς που θα την αλλάξουν ριζικά, όπως π.χ. οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες. Ομως ο συντηρητισμός, εκφραζόμενος πολιτικά από την Αριστερά και την άκρα Δεξιά άλλα και από τα συνδικάτα και τις ουκ ολίγες μονοπωλιακές επιχειρήσεις, πιέζει για να μην αλλάξει τίποτα, για να μη χάσουν τη δύναμή τους και τα κέρδη. Ετσι, δύο χρόνια μετά τις εκλογές του 2019 το δίλημμα για τον πρωθυπουργό είναι βαθιές μεταρρυθμίσεις ή στασιμότητα. Αν διαλέξει το πρώτο, θα μπορούσε να μνημονεύεται στο μέλλον όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο μέγας μεταρρυθμιστής του νεοελληνικού κράτους.

* O κ. Νίκος Οικονομίδης είναι καθηγητής στο Stern Schoolof Business, New York University.

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News