ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κλιματική αλλαγή και οι προκλήσεις για τον κλάδο της ενέργειας

φωτ. ΑΡ

Τα πρόσφατα γεγονότα φέτος το καλοκαίρι εστίασαν τη συζήτηση της ενέργειας στο θέμα της κλιματικής αλλαγής – σε ό,τι κάνουμε για την αντιμετώπισή της και πώς θα επηρεαστεί ριζικά η ενεργειακή στρατηγική μας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα 3/4 των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχονται από τον τομέα της ενέργειας. Αρα όταν μιλάμε για κλιματική αλλαγή δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στις εξελίξεις στον τομέα αυτόν. Τρία γεγονότα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.

Πρώτον, οι τεράστιες φυσικές καταστροφές που βιώσαμε φέτος το καλοκαίρι. Οι καύσωνες, με τις υψηλότερες θερμοκρασίες που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια, οδήγησαν σε πυρκαγιές τεράστιων δασικών εκτάσεων σε πολλά μέρη του πλανήτη. Αλλά και οι πλημμύρες, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία, έφεραν συγκλονιστικές εικόνες. Πολλά καταστροφικά γεγονότα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, σαν να αντανακλούν τον θυμό των θεών, αν όχι της Μητέρας Φύσης, σίγουρα μας τρόμαξαν όλους.

Δεύτερον, στις 7 Σεπτεμβρίου 2021 δημοσιεύτηκε η έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, στην οποία γίνεται λόγος για «κόκκινο συναγερμό». Στην έκθεση αναφέρεται ότι η θερμοκρασία της Γης έχει σημειώσει πρωτοφανή άνοδο κατά 1 βαθμό Κελσίου σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα και θα φτάσει το κρίσιμο σημείο του 1,5 βαθμού 10 χρόνια νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν (2030). Σύμφωνα με την έκθεση, αν θέλουμε να αποφύγουμε την περαιτέρω άνοδο θα πρέπει να επιτύχουμε μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών μέχρι το 2050. Αυτό, με τις σημερινές πολιτικές δεν είναι εφικτό.

Η τρίτη εξέλιξη αφορά στην ανάγκη αλλαγής πολιτικής. Στις 14 Ιουλίου 2021 –μια ημερομηνία συμβολική, σχεδόν επαναστατική– η Ε.Ε. ενέκρινε την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία με στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 55% έως το 2030 (Fit for 55), μεταφέροντας τον στόχο νωρίτερα κατά 20 έτη, ζητώντας δηλαδή μείωση κατά 55% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, έναντι του 40% που ήταν ο προηγούμενος στόχος. Θα το επιτύχει αλλάζοντας το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, το οποίο επεκτείνεται και στους τομείς των θαλάσσιων, αεροπορικών και χερσαίων μεταφορών και στον τομέα των κτιρίων. Αυτό θα αλλάξει πολλά στην καθημερινότητά μας. Μετά το 2030 δεν θα κατασκευάζονται πλέον οχήματα που θα κινούνται με ορυκτά καύσιμα – όλοι μας πρέπει να ετοιμαστούμε να αλλάξουμε αυτοκίνητο.

Ο αντίκτυπος

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η αλλαγή του ενεργειακού μας παραγωγικού προτύπου θα στοχεύει στη μόνιμη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), με την αναγκαία περίοδο μετάβασης να στηρίζεται και από το φυσικό αέριο. Παράλληλα, θα πρέπει να διευρύνουμε την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και να αποσυνδεθούμε από τα ορυκτά καύσιμα στους τομείς της θέρμανσης και των μεταφορών. Και σαφώς, να επιδιώξουμε να μειώσουμε το ποσοστό κατανάλωσης ενέργειας όσο το δυνατόν περισσότερο και να επιτύχουμε υψηλότερη ενεργειακή απόδοση.

Οι αλλαγές αυτές αναμένεται να έχουν τεράστιο αντίκτυπο στον τομέα της ενέργειας. Η παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το 2050 εκτιμάται ότι θα είναι 2,5 φορές υψηλότερη σε σχέση με το τρέχον επίπεδο!
Θα πρέπει να αναβαθμιστούν το δίκτυο ηλεκτροδότησης και τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Παράλληλα, η παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας θα πρέπει να αυξηθεί από το 5% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο οποίο βρισκόταν μία δεκαετία πριν, και από το 10% που είναι σήμερα, στο 20% το 2025, με στόχο να φτάσει το 70% το 2050. Οι ΑΠΕ θα χρειαστούν χρόνο μέχρι να εδραιωθούν ως η βασική πηγή ενέργειας. Το φυσικό αέριο θα είναι το μεταβατικό στάδιο του ενεργειακού κύκλου για τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία.

Οι αλλαγές στην αντιμετώπιση του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής έχουν φέρει ήδη αναστάτωση και στις αγορές, καθώς η απότομη άνοδος στις τιμές ενέργειας –διεθνώς– τους τελευταίους μήνες συνδυάζεται με ένα ντόμινο ανατιμήσεων σε εμπορεύματα και ναύλους μεταφορών, με έντονη επιτάχυνση του πληθωρισμού παγκοσμίως. Η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της κρίσης, με τη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας να έχει σχεδόν τριπλασιαστεί σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. Σε αυτό συνέβαλαν αρχικά τα δικαιώματα εκπομπών άνθρακα, τα οποία σημειώνουν συνεχώς ιστορικά υψηλές τιμές, από 10 €/τόνο το 2013-2018, σε 25 €/τόνο το 2019 και 60 €/τόνο το 2021! Παράλληλα, οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται τις τελευταίες μέρες σε ιστορικά υψηλό επίπεδο της τάξεως των 100 €/MWh (σε σύγκριση με τον μεσοπρόθεσμο μέσο όρο των 20 €/MWh).

Οι ανωτέρω αυξήσεις τροφοδοτήθηκαν περαιτέρω από ένα συνδυασμό παραγόντων, τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από την πλευρά της ζήτησης. Ενδεικτικά αναφέρονται: i) η ισχυρότερη από το αναμενόμενο και συντονισμένη ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας, ii) η καθυστέρηση ή αναστολή ολοκλήρωσης επενδύσεων στον συμβατικό ενεργειακό τομέα (π.χ. Nord Stream II, σχιστολιθικά κοιτάσματα), iii) γεωπολιτικές αναταράξεις καθώς και iv) ακραίες κλιματικές συνθήκες που αποδυνάμωσαν προσωρινά την παραγωγή από ΑΠΕ.

Οι τιμές προβλέπεται ότι θα παραμείνουν σε πολύ υψηλά επίπεδα τους επόμενους μήνες (λόγω εποχικής αύξησης στη ζήτηση για ενέργεια), με σταδιακή αποκλιμάκωση μέχρι τον Απρίλιο του 2022 (σε επίπεδα 50% χαμηλότερα από τις τρέχουσες τιμές αλλά σημαντικά υψηλότερα από τον δεκαετή μέσο όρο, βάσει σχετικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης).

Αρα, λοιπόν, υπάρχουν επιπτώσεις των μέτρων αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Και έτσι τίθεται ένα δίλημμα: Αφενός, υπάρχει κοινωνική απαίτηση για μειωμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και πολιτικές προς αυτή την κατεύθυνση. Αφετέρου, υπάρχει αντίδραση για τις επιπτώσεις που θα έχουν οι ίδιες αυτές πολιτικές στο κόστος ζωής. Πρόκειται λοιπόν για έναν επιπλέον πονοκέφαλο που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η πολιτεία.

Στην Ελλάδα είμαστε σε καλό σημείο. Είμαστε μία από τις οκτώ χώρες που παράγουν το 1/4 της ηλεκτρικής ενέργειάς τους από αιολική και ηλιακή ενέργεια.
To ενεργειακό μείγμα της χώρας κατανέμεται σχεδόν ισομερώς: 1) στην ηλεκτρική ενέργεια (που παράγεται κατά 35% από ΑΠΕ, 30% φυσικό αέριο, 23% λιγνίτη και 12% πετρέλαιο), 2) στις μεταφορές (που στηρίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο πετρέλαιο) και 3) σε λοιπούς τομείς, όπως η θέρμανση (οι οποίοι καλύπτονται κατά 30% από ΑΠΕ).

Η ελληνική κυβέρνηση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους με σκοπό να διατηρήσει τη δυναμική διείσδυση των ΑΠΕ. Εως το 2024 προγραμματίζονται διαγωνισμοί έργων ΑΠΕ συνολικής ισχύος 2,1 GW, έναντι υφιστάμενης εγκαταστημένης ισχύος της τάξεως των 7,1 GW. Η απολιγνιτοποίηση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με στόχο την πλήρη κατάργηση των λιγνιτικών μονάδων έως το 2025. Αυτό όμως δεν αρκεί για να επιτύχουμε τον ευρωπαϊκό στόχο του 55%. Ο τομέας των μεταφορών αποτελεί άλλη πρόκληση και στόχος είναι τα ηλεκτρικά οχήματα να ανέρχονται έως το 2030 στο 30% των νέων ταξινομήσεων.
Για όλα αυτά θα απαιτηθούν τεράστιες επενδύσεις. Οι εκτιμήσεις ανέρχονται σε 50 δισ. ευρώ έως το 2030! Πρόκειται για πάνω από το 1/4 του ΑΕΠ της χώρας. Η χρηματοδότηση αυτή αναμένεται να προέλθει κυρίως από τις τράπεζες, αλλά από τράπεζες που θα είναι ισχυρές και θα διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις.
 
* Ο κ. Παύλος Μυλωνάς είναι διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News