ΑΠΟΨΕΙΣ

Πόσα like θα πάρει αυτό το άρθρο;

Loukia Kattis / moneyreview.gr

Προσωπικές ιστορίες, που βγάζουν γέλιο, συγκίνηση, θυμό. Πραγματικές ή (συχνά) φανταστικές, με την επίκληση στερεοτυπικών χαρακτήρων που δίνουν το κάτι «παραπάνω», όπως ο «παντογνώστης ταξιτζής», ο «συνωμοσιολόγος» που συναντήσαμε τυχαία στον φούρνο ή στην τράπεζα, ο «περίεργος γείτονας». Φωτογραφικά ενσταντανέ «αυθόρμητων» στιγμών της ζωής μας, καλογυαλισμένα με το πιο σύγχρονο φίλτρο και προσεχτικά επιλεγμένα για να μην «κλωτσούν» με το προφίλ που θέλουμε να πουλήσουμε. Όλα για τα likes, τις καρδούλες, τα χαμογελάκια, το ηλεκτρονικό χειροκρότημα. Τα social media είναι ένας χώρος στον οποίο επιζητούμε την επιβράβευση, μπαίνουμε για να μας θαυμάσουν, να μας νιώσουν, να μας κάνουν να αισθανθούμε καλύτερα οι «φίλοι» μας. Αλλά τελικά πόσο συχνά συμβαίνει αυτό; 

Η απογοήτευση, ο θυμός, η αμφισβήτηση του εαυτού μας είναι συναισθήματα, που πυροδοτούνται πολύ πιο συχνά στα ηλεκτρονικά «καφενεία», τα οποία έχουν γίνει το πιο πολυσύχναστο στέκι όχι μόνο ενηλίκων, αλλά και εφήβων. Κανείς δεν έχει ανοσία στην τοξικότητα των social media. Και αυτό το γνωρίζουν και τα ίδια. Οι καταιγιστικές αποκαλύψεις της Wall Street Journal για το Facebook το τελευταίο διάστημα έχουν ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και μας δίνουν μία γερή γεύση. Δεν είναι ότι δεν φανταζόμασταν πως τα ίδια τα στελέχη του δημοφιλέστατου μέσου δεν γνώριζαν. Αυτό που περισσότερο εξέπληξε ήταν η ευθύτητα με την οποία υπάλληλοι και ανεξάρτητοι ερευνητές ενημέρωναν για τα προβλήματα σε email και εσωτερικά υπομνήματα.

«Κάνουμε τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με την εικόνα για το σώμα χειρότερα για το ένα στα τρία κορίτσια στην εφηβεία». «Οι έφηβοι νιώθουν ότι το Instagram τους προκαλεί άγχος και κατάθλιψη». «Δεν κάνουμε αυτά που λέμε δημοσίως. Αυτοί που βρίσκονται στη λευκή λίστα μπορούν να παραβαίνουν τους κανονισμούς μας χωρίς συνέπειες». «Οι αναρτήσεις με παραπληροφόρηση, τοξικότητα, βία είναι αυτές που πρωταγωνιστούν στα reshares». «Η αλλαγή στον αλγόριθμό μας δεν περιορίζει την τοξικότητα, την ευνοεί». Αυτά ήταν μερικά από τα μηνύματα «ομολογίας» που ήρθαν στο φως. 

Ωστόσο το Facebook, το Twitter, το Instagram και οι άλλες πλατφόρμες, δεν είναι μόνο τα παραπάνω. Είναι δίκτυα στα οποία μπορείς να συναντήσεις απόψεις, που σε προβληματίζουν, σου γνωρίζουν μία άλλη οπτική, σε βάζουν στον πειρασμό να αναθεωρήσεις. Είναι χώροι «συνάντησης» με ανθρώπους με τους οποίους μοιράζεσαι κοινές αγάπες, αδυναμίες, σκέψεις. Ανθρώπους που μπορεί να βρίσκονται στην κάθε γωνιά του πλανήτη. Είναι μέσο για να προβάλεις τη δουλειά σου. Και ναι, είναι και χρήσιμα, έχουν και τις φωτεινές πτυχές τους. Αρκεί να μην γίνονται εξάρτηση και ανάγκη. 

Δημοσιογράφος της WSJ αναρωτιόταν πρόσφατα εάν μπορούμε να βγάλουμε το τοξικό Facebook από τη ζωή μας. Γιατί αυτά τα δύο (τοξικότητα και social media) πάνε μαζί. Δεν μπορείς να κρατήσεις το ένα, χωρίς το άλλο- όσο και αν προσπαθήσεις. Το μυστικό όμως είναι στη δοσολογία. Για αυτό θα αναδιατυπώσω το ερώτημα. Χρειάζεται να βγάλουμε το Facebook από τη ζωή μας; Αν διαβάσετε αυτό το σχόλιο χωρίς να νιώσετε την ανάγκη να τσεκάρετε πόσα likes και τι σχόλια συγκέντρωσε το τελευταίο ποστάρισμά σας, μάλλον έχετε την ωριμότητα να το καταναλώσετε, χωρίς να σας καταναλώσει. Για πόσους εφήβους όμως ισχύει αυτό; 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News