ΑΠΟΨΕΙΣ

Πράσινη μετάβαση στο Άγνωστο

φωτ. Shutterstock

Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε με κυνισμό τους υπουργούς που σε κάθε κρίση ακρίβειας βγαίνουν στα κανάλια για να εξηγήσουν ότι όλα «οφείλονται στην διεθνή συγκυρία» και ότι, εν τέλει, δεν μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα για να προστατέψουν τον καταναλωτή. Εν μέρει, η αγανάκτηση είναι δικαιολογημένη: ως πολίτες, εκλέγουμε την εθνική μας κυβέρνηση από την οποία περιμένουμε να μας υπηρετεί, όχι μια ανύπαρκτη παγκόσμια κυβέρνηση που θα ήταν θεωρητικά πιο κατάλληλη να χειριστεί προβλήματα παγκόσμιου βεληνεκούς.

Παρόλη την καχυποψία έναντι των πολιτικών μας όμως, φαίνεται ότι πίσω από το νέο κύμα αυξήσεων βρίσκονται όντως τάσεις που ξεπερνούν το μέγεθος της Ελλάδας. Δεν είναι απλά ότι βασικός λόγος είναι η εκτόξευση του κόστους ενέργειας, κυρίως του φυσικού αερίου. Αυτό άλλωστε δεν είναι και κάτι καινούριο – από την δεκαετία του ’70 και μετά οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν αποδεχτεί ότι οι κύκλοι ανάπτυξης και ύφεσης εξαρτώνται από τις εξελίξεις στην αγορά ενέργειας. Το καινούριο σήμερα είναι ότι αυτά τα σκαμπανεβάσματα λαμβάνουν χώρα μέσα στην νέα πραγματικότητα της «πράσινης μετάβασης».

Η μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας και μια οικονομία που δεν θα συμβάλλει στην κλιματική αλλαγή είναι πια ένας καθολικά αποδεκτός πολιτικός στόχος στην Ευρώπη, με τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ινδία να ακολουθούν, παρά τις επιφυλάξεις και παλινδρομήσεις. Η μετάβαση σε ένα τέτοιο μοντέλο οικονομίας επιτείνει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο, το ορυκτό καύσιμο που είναι λιγότερο επιβλαβές για το κλίμα σε σχέση με τον άνθρακα. Η τεράστια ζήτηση για φυσικό αέριο τα τελευταία χρόνια είχε ικανοποιηθεί χάρη σε μια αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς, κρατώντας τις τιμές του χαμηλά. 

Τους τελευταίους μήνες όμως, η ζήτηση έχει ξεπεράσει κατά πολύ την προσφορά, και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν αυξημένες ανάγκες σε σχέση με πέρυσι καθώς βγαίνουν από τα λοκντάουν. Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος παράγοντας που ανήγαγε το φυσικό αέριο σε βασική πηγή ενέργειας και εκτόξευσε την ζήτησή του – η μετάβαση σε μια οικονομία με λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου – είναι και αυτός που πλέον θέτει περιορισμούς στην προσφορά του. 

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Bloomberg, οι συνεχώς αναθεωρημένοι και πιο φιλόδοξοι στόχοι και χρονοδιαγράμματα της πράσινης μετάβασης αποθαρρύνουν νέες επενδύσεις στην εξόρυξη και μεταφορά φυσικού αερίου. Η αρνητική προδιάθεση από κυβερνήσεις και μέρος της κοινής γνώμης απέναντι σε κάθε είδους επένδυση που αυξάνει τις εκπομπές του θερμοκηπίου, χωρίς να γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και της σχετικής επιβάρυνσης στο κλίμα που η κάθε μια επέχει, δημιουργεί ανασφάλεια σε επενδυτές και εταιρείες ενέργειας. Σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες, σχέδια αγωγών, υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου (shale gas) έχουν εγκαταλειφθεί. Οι τιμές φυσικού αερίου αναπόφευκτα εκτοξεύονται, με τις συνέπειες να φτάνουν στην ακρίβεια του ρεύματος, των τροφίμων και άλλων προϊόντων που ζούμε στην καθημερινότητά μας.

Οι πολιτικοί μας επομένως λένε όντως την αλήθεια όταν ισχυρίζονται ότι οι αυξήσεις των τιμών είναι πέρα από τον έλεγχό τους, δεν λένε όμως όλη την αλήθεια γιατί αποκρύπτουν ότι οι αλλαγές οφείλονται και σε πολιτικές επιλογές στις οποίες η Ελλάδα έχει συμβάλει. Τα τελευταία χρόνια όλες οι κυβερνήσεις, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, έχουν αποδυθεί σε μια σκυταλοδρομία δεσμεύσεων, διακηρύξεων και υποσχέσεων για το κλίμα σε διεθνείς συνόδους. Αυτά είναι καλά από την σκοπιά της επικοινωνίας, χωρίς πραγματική δημόσια διαβούλευση και διάλογο με την κοινωνία όμως, και μόνο στηλίτευση των αιώνιων «κακών δεξιών λαϊκιστών» όπως οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ ή η πολωνική κυβέρνηση που προειδοποιούν (για λόγους δικού τους συμφέροντος φυσικά) για τους κινδύνους της γρήγορης μετάβασης, αναπόφευκτα ο λογαριασμός κάποια στιγμή φτάνει στους ιθύνοντες με την μορφή λαϊκής δυσαρέσκειας.

Ένα αγαπημένο χόμπι των πολιτικών και ιδεολογικών ελίτ τα τελευταία χρόνια είναι να εφευρίσκουν επίθετα για να συνοδεύουν την λέξη «μετάβαση». Έτσι βομβαρδιζόμαστε συνεχώς με αναφορές σε δίκαιη, πράσινη, κλιματική, ψηφιακή και κάθε άλλου είδους μετάβαση. Όσα επίθετα και να εφεύρουμε όμως, το γεγονός παραμένει ότι η (όποια) μετάβαση είναι από την φύση της κάτι που αποτελεί πάντα πηγή ανασφάλειας, αβεβαιότητας, τριβής και κρίσης. 

Στην περίπτωση του κλίματος, δεν έχουμε μόνο το πρόβλημα της ακρίβειας αλλά και μια σειρά άλλων θεμάτων. Δεν συζητάμε, για παράδειγμα, για τις εκρηκτικές γεωπολιτικές συνέπειες που θα έχει το τέλος της εποχής του πετρελαίου για διάφορες ασταθείς χώρες που εξαρτώνται από τα έσοδα των εξαγωγών του όπως το Ιράκ, η Αλγερία και η Νιγηρία, για να μην αναφερθούμε στην Ρωσία. Ή το ότι η πράσινη μετάβαση δεν θέτει τέλος στον αέναο ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων για πρόσβαση σε πρωτογενείς ύλες, αλλά αντίθετα τον μεταφέρει από το πεδίο των ορυκτών καυσίμων όπως το πετρέλαιο στο πεδίο των μετάλλων και υλών που είναι απαραίτητα για την κατασκευή ανεμογεννητριών, φωτοβολταϊκών και ηλεκτρονικών αυτοκίνητων. Σε έναν κόσμο σε μακρά διαδικασία πράσινης μετάβασης, οι εστίες πολιτικής αστάθειας θα αυξηθούν.

Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, έχουμε πρόσφατο το παράδειγμα της εξέγερσης των Κίτρινων Γιλέκων που προκλήθηκε από έναν περιβαλλοντικό φόρο που ήθελε να επιβάλει ο Μακρόν. Το αν το νέο κύμα ακρίβειας θα πυροδοτήσει λαϊκές αντιδράσεις τέτοιου μεγέθους είναι ακόμα αμφίβολο, η συγκυρία όμως, εν μέσω μιας αβέβαιης ανάκαμψης μετά από την ύφεση της πανδημίας, είναι εξαιρετικά προβληματική. Θα κλείναμε με την πάγια συμβουλή μας στις πολιτικές ελίτ να είναι πάντα ειλικρινείς έναντι των πολιτών τους, ιδιαίτερα για κρίσιμα ζητήματα όπως το κλίμα για τα οποία οι απαραίτητες λύσεις αναμφίβολα επιφέρουν και κόστος, στο συγκεκριμένο ζήτημα όμως αναρωτιόμαστε αν πλέον είναι ήδη αργά. 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News