ΑΠΟΨΕΙΣ

Επικουρική ασφάλιση: Πώς η αναμόρφωσή της θα δώσει ώθηση στην οικονομία

Φωτ. Intime

Όπως έχει αποτυπωθεί σε παλαιότερες αλλά και σε πιο πρόσφατες μελέτες, το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα, κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αντιμετωπίζει τις χρόνιες προκλήσεις και απειλές του εντεινόμενου δημογραφικού προβλήματος, της υπέρμετρης επιβάρυνσης της εργασίας και του αδύναμου κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα του συστήματος. Αποτέλεσμα, ο περιορισμένος βαθμός ανταποδοτικότητας και τα σχετικά αδύναμα κίνητρα για κοινωνική ασφάλιση.

Ειδικότερα, τα δεδομένα για τον κλάδο της επικουρικής ασφάλισης, όπως αποτυπώνονται και στις τρεις αναλογιστικές μελέτες (Εθνική Αναλογιστική Αρχή, ΙΟΒΕ, Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους), οι οποίες υποβλήθηκαν μαζί με το πρόσφατο νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση της επικουρικής ασφάλισης, είναι αποκαλυπτικά:

  • Αυξανόμενο ποσοστό δημογραφικής γήρανσης και διαρκώς μειούμενη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους. Συγκεκριμένα, ενώ το 2021 η αναλογία ενεργών ασφαλισμένων προς συνταξιούχους είναι 2,67:1, ήδη το 2045 προβλέπεται να μειωθεί σε 1,60:1.  Κατά συνέπεια, τα ποσοστά αναπλήρωσης που θα μπορεί να υποστηρίξει η υφιστάμενη διανεμητική επικουρική σύνταξη, σχεδόν σε μία εικοσαετία, αναμένεται να μειωθούν, αν δεν αλλάξει η δομή της επικουρικής ασφάλισης.
  • Αδυναμία του υφιστάμενου -εξ’ ολοκλήρου διανεμητικού- συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο στηρίζεται στην αρχή ότι οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων πληρώνουν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, να οδηγήσει σε υψηλές συντάξεις στο μέλλον, πόσω μάλλον να συμβάλλει στην αναπτυξιακή διαδικασία. 
  • Το σημαντικότερο, αδυναμία συνέχισης χρηματοδότησης των υφιστάμενων συντάξεων από τις εισφορές των νέων ασφαλισμένων. 

Συνεπώς, αν διατηρηθεί το ασφαλιστικό σύστημα ως αμιγώς διανεμητικό, τότε το ύψος των συντάξεων θα πρέπει να βαίνει μειούμενο σε σχέση με αυτό των μισθών ή, σε άλλη περίπτωση ή/και συνδυαστικά, το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών να αυξάνεται. Το τελευταίο, δε, θα είχε καταστροφική επίπτωση στην ελληνική οικονομία, καθώς αποτελούν από τα υψηλότερα ποσοστά ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, συνυπολογίζοντας ακόμα και τις πρόσφατες μικρές μειώσεις τους, γεγονός που καθιστά δυσχερείς τόσο τις σχεδιαζόμενες επενδυτικές πρωτοβουλίες όσο και εν γένει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, βέβαια, τις ενδεχόμενες επιπτώσεις ως προς την ανεπίσημη εργασία και τη μείωση κινήτρων στην επίσημη εργασία, με απώλειες τόσο στα ασφαλιστικά ταμεία όσο και στην προσπάθεια ενίσχυσης των ποσοστών απασχόλησης. 

Για τους παραπάνω λόγους, κρίνεται επιτακτική η ενίσχυση των κεφαλαιοποιητικών πυλώνων, και συγκεκριμένα ο μετασχηματισμός της επικουρικής ασφάλισης σε σύγχρονη επικουρική που θα λειτουργεί κεφαλαιοποιητικά, με σταδιακά και ασφαλή βήματα, σε συνδυασμό με στοχευμένα φορολογικά κίνητρα για τοποθετήσεις στην εγχώρια κεφαλαιαγορά, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα αποθεματικά προς επένδυση.

Άλλωστε, σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ, οι οποίες αντιμετώπισαν από νωρίς τις συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού τους (Σουηδία, Φιλανδία, Ισλανδία, Ολλανδία, Δανία και άλλες), καλύπτεται πολύ μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού τους από κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.  

Πάγια θέση του ΣΕΒ είναι ότι η μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης πρέπει να αντιμετωπισθεί ως κατεξοχήν αναπτυξιακό πρόβλημα  και όχι ως «αριθμητικό» ή λογιστικό και να λάβει υπόψη και τις πιθανές επιπτώσεις σε μεγέθη που δεν συνιστούν μεν τυπικά στοιχεία του ασφαλιστικού συστήματος, επηρεάζουν όμως την πορεία του. 

Ένα τέτοιο σημαντικό μέγεθος είναι η αποταμίευση, η οποία θα συμβάλλει στη συσσώρευση επαρκών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση των αναγκών συνταξιοδότησης καθώς και στη δημιουργία αποθεματικών για τη διασφάλιση ενός ελάχιστου ανεκτού επιπέδου διαβίωσης. Το σημαντικότερο, θα έχει θετική επίδραση στην εγχώρια οικονομική ανάπτυξη, καθώς η συσσώρευση κεφαλαίων προωθεί την ενίσχυση της κεφαλαιαγοράς και την ανταγωνιστικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

Κλειδί για την επιτυχία του επιδιωκόμενου εγχειρήματος είναι η σταδιακή μετάβαση στο νέο κεφαλοποιητικό σύστημα, έτσι ώστε και το κόστος μετάβασης να είναι σταθμισμένο. 

Παράλληλα, όμως, επιβάλλονται άμεσες και εφικτές αναπροσαρμογές και στο φορολογικό πλαίσιο, με θεσμοθέτηση φορολογικών κινήτρων που να βασίζονται στο μακροχρόνιο σχεδιασμό και στην απαιτούμενη περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας, προκειμένου να επιτύχουμε την πραγματική ώθηση στην ελληνική οικονομία. 

* Η Κατερίνα Δασκαλάκη είναι Senior Advisor, Εργασιακές Σχέσεις, Τομέας Απασχόλησης και Αγοράς Εργασίας του ΣΕΒ.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News