ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διελκυστίνδα Κίνας – Αμερικής

AP Photo

Σε άρθρο του στους Financial Times με τίτλο “China is still a long way from being a superpower”, o Γκίντεον Ράχμαν υποστηρίζει πως η μετατροπή μιας χώρας σε υπερδύναμη είναι περίπλοκη υπόθεση και η διαφοροποίηση μεταξύ δυνατοτήτων, προσδοκιών και επιθυμιών είναι εξαιρετικά σημαντική στον στρατιωτικό τομέα. Είναι εξίσου σημαντική, ωστόσο, και στον χρηματοοικονομικό τομέα. 

Την εποχή του Ντόναλντ Τραμπ, οι εικασίες σχετικά με τον ρόλο της Κίνας ως μεγάλου αγοραστή αμερικανικού κρατικού χρέους αυξήθηκαν, τροφοδοτούμενες από μια κλιμακούμενη εμπορική διαμάχη του τύπου «μία σου και μία μου» μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Ακόμα και εάν η κινεζική κυβέρνηση σίγουρα έχει διερευνήσει την πιθανή χρήση της απειλής πώλησης αμερικανικού χρέους ως μορφή αντιποίνων στον επαπειλούμενο τότε εμπορικό πόλεμο, το υπάρχον status quo τελικά επικράτησε.

Η νομισματική ειρήνη, η συντονισμένη δηλαδή δράση των Ηνωμένων Πολιτειών, της Γερμανίας και της Κίνας για την διατήρηση του λεγόμενου «πανάκριβου προνομίου» του αμερικανικού δολαρίου, εξακολουθεί να διέπει τις διεθνείς νομισματικές σχέσεις από την περίοδο της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Όπως εξάλλου αναφέρει ο Μπάρυ Άιχενγκριν, ένα υπάρχον πολιτικοοικονομικό πλαίσιο αποτελεί κίνητρο για τους χαράκτες πολιτικής προκειμένου να συνεργαστούν με στόχο την διατήρησή του. Επομένως, σε ό,τι αφορά την διασφάλιση της θέσης του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, η θέση των ΗΠΑ παρέμεινε κυρίαρχη.

Η ίδια κατάσταση επικράτησε και κατά την διάρκεια της πανδημίας. Σύμφωνα με πρόσφατα επίσημα στοιχεία του Αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, η Κίνα παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος ξένος κάτοχος αμερικανικών ομολόγων, διακρατώντας $ 1.078 δισεκατομμύρια μέχρι το τέλος του Μαΐου του 2021 σε σχέση με τα $ 1.084 δισεκατομμύρια έναν χρόνο πριν. Η κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου στο διεθνές σύστημα δεν έχει επηρεαστεί από την πανδημία που προκάλεσε ο ιός Covid-19. 

Ωστόσο, τα οικονομικά δεν υφίστανται μεμονωμένα. Η ιστορία μάς υπενθυμίζει ότι οι οικονομικές εξελίξεις διασταυρώνονται με τις γεωπολιτικές. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Έντουαρντ Κάρρ στο βιβλίο του Η εικοσαετής κρίση 1919-1939 περιγράφοντας την αλλαγή των τότε διεθνών συσχετισμών κατά μήκος του αγγλοαμερικανικού άξονα, ο βρετανικός στόλος δεν ήταν πλέον αρκετά ισχυρός ώστε να αποτρέψει τον πόλεμο, το Χρηματιστήριο του Λονδίνου μπορούσε να επιβάλει ένα μόνο νόμισμα -τη βρετανική στερλίνα- σε μία μόνον περιορισμένη περιοχή, ενώ το ελεύθερο εμπόριο είχε καταρρεύσει πλήρως. 

Από αυτή την άποψη, για να απαντήσουμε στο συμπέρασμα του Ράχμαν, εάν η Κίνα εγκαταλείψει την φιλοδοξία της να γίνει στρατιωτική υπερδύναμη, ίσως θα πρέπει να αναλογιστεί μια παρόμοια σκέψη και στον χρηματοοικονομικό τομέα. 

 

*Το άρθρο αυτό είναι η μετάφραση επιστολής του κ. Γκράβα όπως την δημοσίευσαν οι Financial Times.

Ο Κωνσταντίνος Γκράβας είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης (ΙΦΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και αναλυτής διεθνών αγορών.  Το βιβλίο του «Οικονομικός Πόλεμος και Νομισματική Ειρήνη. Η Ελληνική Οικονομική Κατάθλιψη» (Πρόλογος: Γιάννης Στουρνάρας), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ι.Σιδέρης (δεύτερη επιμελημένη ανατύπωση, Νοέμβριος 2020).

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News