ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι τρεις «αποχρώσεις» του επιχειρείν

Loukia Kattis/MoneReview

Η «μυστική συνταγή» επιτυχούς δανειοδότησης της επιχειρηματικότητας δεν έγκειται μόνο στη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων. Προϋποθέτει τη χρηστή και ορθολογική διαχείριση των προς χορήγηση πόρων, ώστε η κατανομή τους αφενός να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των βασικών κλάδων της οικονομίας, αφετέρου να εξασφαλίζει την αναγκαία ώθηση μέχρι και στον τελευταίο παραγωγικό «τροχό» του ΑΕΠ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ως «τελευταίος», αλλά συνάμα καθοριστικός και απόλυτα αναγκαίος «τροχός» λογίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).

Δεν είναι λίγες οι φορές που το ζήτημα της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει βρεθεί στην επικαιρότητα, λόγω κυρίως των εμποδίων που  αντιμετωπίζει το τμήμα αυτό της αγοράς στην προσπάθειά του να αποκτήσει πρόσβαση σε βασικές πηγές διάθεσης κεφαλαιακών πόρων.

Γεγονός είναι ότι οι «πληγές» που άνοιξε η δεκαετής οικονομική κρίση της χώρας συνολικά στην οικονομία, αλλά και ειδικότερα στο μικρο-επιχειρείν, δεν έχουν ακόμη «επουλωθεί», αν κανείς λάβει υπόψη του το υψηλό επίπεδο συμμετοχής των κόκκινων δανείων στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, όπως και τον όγκο των NPLs που έχουν μεταφερθεί σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης ανάλογων δανειακών υποχρεώσεων.

Πρόσφατα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι, στο σύνολο των περίπου 840.000 ΑΦΜ της αγοράς, το 50%, δηλαδή περί τους 400.000 – 420.000 ΑΦΜ αντιστοιχούν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εξ αυτών, αξιόχρεες λογίζονται μόλις οι 100.000 επιχειρήσεις και άρα θα πρέπει να δεχθούμε ότι περί τις 300.000 μικρομεσαίες εταιρείες δεν διαθέτουν το… προνόμιο πρόσβασης στο τραπεζικό σύστημα.

Στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δείχνουν ότι το 22% των αιτήσεων δανειοδότησης που υποβάλλουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα δεν γίνεται αποδεκτό από τις τράπεζες, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζεται στο 8%.

Πρόκειται για εικόνα η οποία θα πρέπει άμεσα να αλλάξει δεδομένης και της αναμενόμενης διάχυσης στην αγορά των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ, όπως και κεφαλαίων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, της ΕΤΕπ, της EBRD και, φυσικά, του ιδίου του τραπεζικού συστήματος.

Η κυβέρνηση έχει ήδη χαράξει τον οδικό χάρτη για την «Ελλάδα 2.0». Για την καλύτερη δυνατή εφαρμογή του, αναγκαίες είναι όλες οι δυνάμεις της αγοράς, πολύ δε περισσότερο οι ΜΜΕ, διότι, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Μάλιστα, οι ΜΜΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Αρκεί να δούμε τι συμβαίνει στη μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε., τη Γερμανία. Τα μεγέθη της, οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης, τα ισχυρά brands που κυριαρχούν και διεθνώς, δημιουργούν την εντύπωση όλα σε αυτή τη χώρα εξαρτώνται από τα μεγάλα σχήματα της αγοράς. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο και στην πράξη. Επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι, το 99% των εταιρειών στη Γερμανία αντιστοιχούν σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ της γερμανικής οικονομικής παραγωγής, δημιουργούν το 58,5% των θέσεων εργασίας και το 35,3% των συνολικών πωλήσεων, ενώ 82% των μαθητευομένων στη Γερμανία κάνουν την επαγγελματική τους κατάρτιση σε μικρομεσαίες εταιρείες. (πηγή Federal Ministry for Economic Affairs & Energy).

Σημειώνεται ότι η κατηγορία των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων αποτελείται από εταιρείες που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους και των οποίων ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκατ. ευρώ.

Αν, λοιπόν, οι εν λόγω οντότητες, ακόμη και για αγορές όπως της Γερμανίας αποτελούν… κρυφή δύναμη ανάπτυξης, τι θα μπορούσε να ισχύει για την Ελλάδα; Προφανώς στη χώρα μας τα πολύ μικρά, τα μικρά και τα μεσαία σχήματα της αγοράς, κρατούν ένα, ίσως αφανές, αλλά σίγουρα μεγάλο μέρος της «ευθύνης» για την ανάπτυξη της οικονομίας. Κατά συνέπεια, το τελευταίο που θα πρέπει να συμβεί τα επόμενα χρόνια είναι να «αποκλειστούν» συγκεκριμένοι πόλοι της επιχειρηματικότητας από τις κύριες πηγές χρηματοδότησης, για… λογιστικούς και μόνο λόγους.

Προς αποφυγή λοιπόν μιας ανάλογης προοπτικής, πολιτεία και τραπεζικό σύστημα καλούνται:

  • Να ενθαρρύνουν την επιχειρηματική μεγέθυνση, με τη χορήγηση ειδικού τύπου κινήτρων, όπως και ταχύτερων και ευκολότερων δανειοδοτήσεων.
  • Να στηρίξουν τη στρατηγική των συγχωνεύσεων, κυρίως σε επίπεδο μικρομεσαίων εταιρειών, ώστε το μέσο μέγεθός τους με την πάροδο του χρόνου να ενισχυθεί.
  • Να διαμορφώσουν ένα περισσότερο ευέλικτο πλαίσιο δανειοδότησης των ΜΜΕ, ώστε να μην αποκλείεται ο κύριος όγκος αυτών από τα τραπεζικά κεφάλαια.
  • Να αξιολογήσουν τις ΜΜΕ, όχι με λογιστικούς, αλλά με επιχειρησιακούς όρους.
  • Να αναβαθμίσουν το ρόλο των συμβουλευτικών υπηρεσιών, είτε αυτές παρέχονται μέσω τραπεζών, είτε μέσω άλλων συστημάτων ή μοντέλων.

Το εύκολο για κάθε οργανωμένη οικονομία είναι να απομονώσει το αντιπαραγωγικό της ή και το λιγότερο παραγωγικό της κομμάτι. Η πολιτική «πονάει χέρι, κόβει χέρι» είναι μεν εύκολη, αλλά και επίπονη, ιδιαίτερα όταν επηρεάζει τις προοπτικές των αγορών. Το δύσκολο είναι να εξασφαλίσει πολιτικές «θεραπείας» των προβλημάτων, πολιτικές που θα ανασυντάξουν το σύνολο των δυνάμεων της αγοράς. Όχι μόνο μόνο το υγιές, το «πράσινο» μέρος αυτής, αλλά και τις ΜΜΕ με που έχασαν το δρόμο τους μέσα από δύο απανωτές κρίσεις, αυτές, δηλαδή, που βρίσκονται στην «πορτοκαλί» ζώνη, όπως και μέρος των «κόκκινων» ΜΜΕ, διότι κάποιες εξ αυτών αν και οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, υπό προϋποθέσεις μπορούν να ανακάμψουν.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πέρα από την όποια… απόχρωση, δεν αποτελούν εξαίρεση για την ελληνική οικονομία. Αντίθετα ορίζουν τον «κανόνα» της αγοράς, έναν «κανόνα» που πρέπει όλοι να σεβαστούμε και να υπολογίσουμε.

 

Ο Δρ. Αθανάσιος Κελέμης είναι Γενικός Διευθυντής του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News