ΑΠΟΨΕΙΣ

Κατώτατος μισθός και καταπολέμηση της φτώχειας

Η διαβούλευση για την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού είναι σε εξέλιξη σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία: Μπορεί να ενισχυθεί το εισόδημα των χαμηλόμισθων χωρίς να χαθούν θέσεις εργασίας κατά την ανάκαμψη απο την πανδημία; Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα βρίσκεται συγκριτικά στην χαμηλή κλίμακα των χωρών του ΟΟΣΑ. Αντιστοιχούσε το 2019 στο 35% των μέσων μισθολογικών αμοιβών και στο 48% του διάμεσου μισθού. Το 8,9% των εργαζομένων αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, ξεπερνώντας σύμφωνα με την Eurostat τον μέσο όρο της ΕΕ. 

Τα συνδικάτα προτείνουν ο κατώτατος μισθός να αυξηθεί στα 751 € και στη συνέχεια στα 809 € που αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου μισθού, τοποθετώντας την Ελλάδα στην ανώτερη κλίμακα των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι εργοδοτικές οργανώσεις υποστηρίζουν αντίθετα οτι όσο διαρκούν οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας δεν είναι σκόπιμο να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός. Ένα βασικό επιχείρημα της ευθυγράμμισης του κατώτατου μισθού στο 60% του διάμεσου εισοδήματος είναι οτι αυτό το επίπεδο μετρά τον λεγόμενο κίνδυνο φτώχειας. 

Πρόκειται ωστόσο για μια σχετική έννοια που εκφράζει το κατά πόσο ενα νοικοκυριό είναι φτωχό σε σχέση με άλλα νοικοκυριά και οχι το κατά πόσο στερείται βασικά μέσα επιβίωσης. Ο δείκτης μετρά συνεπώς περισσότερο τις εισοδηματικές ανισότητες παρά την φτώχεια, σε αντίθεση με την συχνά καταχρηστική του χρήση. Σε μια θεωρητική περίπτωση απόλυτης ισοκατανομής του εισοδήματος με μισθό 650€, ο κατώτατος μισθός θα ήταν προφανώς ίσος με τον διάμεσο μισθό… 

Ο κατώτατος μισθός αποτελεί ένα εργαλείο στήριξης των εργαζομένων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας τους οποίους η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει στο 10,2% του συνόλου — με βάση το κριτήριο του 60% του διαμέσου εισοδήματος. Ωστόσο, ο κατώτατος μισθός δεν είναι καλά στοχευμένος στις ιδιαίτερες συνθήκες όλων των νοικοκυριών. Για παράδειγμα, παρέχει μικρό πλεονέκτημα στους μερικά απασχολούμενους για τους οποίους ο κίνδυνος φτώχειας εκτιμάται στο 20,9%. 

Ο καθορισμός του κατώτατου μισθού σε υψηλό επίπεδο θα μπορούσε να θέσει εμπόδια στην απασχόληση των ανειδίκευτων, ιδιαίτερα των νέων, αλλά και να ενισχύσει την παραοικονομία. Οι επιπτώσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού στην απασχόληση έχουν ερευνηθεί εκτεταμένα διεθνώς χωρίς όμως να έχει επιτευχθεί σύγκλιση απόψεων. Ενώ οι εκτιμώμενες επιπτώσεις ήταν αρχικά σαφώς αρνητικές, νεώτερες μελέτες συμπεραίνουν οτι η μείωση της απασχόλησης δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μια πιθανή εξήγηση ειναι η δυνατότητα αύξησης της αποδοτικότητας των χαμηλόμισθων εργαζομένων σαν συνέπεια της αύξησης του μισθού (efficiency wage theory). 

Αντίθετα όμως με την βελτίωση της θέσης των πλήρως απασχολούμενων χαμηλόμισθων, ο πήχης για τους ανέργους με χαμηλή ειδίκευση ενδεχομένως να τεθεί ακόμα πιο ψηλά λόγω της αύξησης του κόστους για πρώτη πρόσληψη ή επαναπρόσληψη. Να σημειωθεί οτι ο κίνδυνος φτώχειας για τους ανέργους εκτιμάται στο 45%, δηλαδή 4,5 φορές ανώτερος σε σχέση με τους απασχολούμενους. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΣΑΤ για το 2019, ο κίνδυνος φτώχειας αφορούσε περίπου 392000 ανέργους και 389000 απασχολούμενους. Η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί συνεπώς να δημιουργήσει χαμένους και κερδισμένους στις δυο αυτές πληθυσμιακά περίπου ισοδύναμες ομάδες. 

Το κλειδί για να μετριαστεί ο κίνδυνος της χαμηλότερης απορροφητικότητας των ανέργων στην αγορά εργασίας είναι η επιτάχυνση της παραγωγικότητας, με την προϋπόθεση οτι αυτή δεν προκύπτει απο τεχνολογίες εξοικονόμησης εργασίας (αυτοματοποίηση). Η επιτάχυνση της παραγωγικότητας αυξάνει την κερδοφορία των επιχειρήσεων και άρα την ζήτηση εργασίας. Γίνεται έτσι δυνατή η καταπολέμηση της φτώχειας απο δύο πλευρές: α) μέσω της αύξησης των αμοιβών των απασχολουμένων και β) χάρη στην δημιουργία θέσεων εργασίας για την απορρόφηση των ανέργων. Η παραγωγικότητα όμως δεν αυξήθηκε στην Ελλάδα μετά την κρίση χρέους. Αντίθετα, συρρικνώθηκε κατά -1,3% ετησίως απο το 2008 μέχρι το 2018. Η Ιταλία ήταν η μόνη άλλη χώρα της ΕΕ όπου η παραγωγικότητα συρρικνώθηκε την ίδια περίοδο, με ρυθμό -0,4%. Να σημειώσουμε οτι η Ιταλία δεν έχει νομοθετημένο κατώτατο μισθό. 

Στο ρευστό περιβάλλον που διανύουμε κατά την έξοδο απο την πανδημία, και δεδομένης της συρρίκνωσης της παραγωγικότητας στο παρελθόν, η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι παρακινδυνευμένη. Ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερους χαμένους παρά κερδισμένους, εμποδίζοντας την ταχύρρηθμη μείωση της ανεργίας. Προτιμότερη επιλογή θα ήταν η ενίσχυση του εισοδήματος των χαμηλόμισθων με μείωση των φορολογικών βαρών, ιδιαίτερα με αύξηση του αφορολόγητου ορίου αλλά και μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τους αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό. 

Η μείωση των φορολογικών βαρών θα ενίσχυε ταυτόχρονα τα κίνητρα για επιστροφή στην απασχόληση απο την ανεργία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, μετά απο δύο μήνες ανεργίας, ένα άτομο με δύο παιδιά και σύζυγο που αμείβεται με το 67% του μέσου μισθού, αντιμετωπίζει απώλεια 88,4% του επιπλέον εισοδήματος του αν επιστρέψει στην απασχόληση με τον κατώτατο μισθό. Το ποσοστό αυτό εισοδηματικής απώλειας, που είναι από τα υψηλότερα της ζώνης του ΟΟΣΑ, οφείλεται στην μείωση των κοινωνικών παροχών και την αύξηση του φορολογικού βάρους. Η δημιουργία του απαραίτητου δημοσιονμικού χώρου για την ελάφρυνση της φορολογίας των χαμηλόμισθων φαίνεται προτιμότερη, στην παρούσα συγκυρία, απο την άμεση επιβάρυνση των επιχειρήσεων με την αύξηση του κατώτατου μισθού.

* Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α.

Money Review