ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Διπλωματία της Φορολογίας

AP Photo/Patrick Semansky

Η επίσκεψη Μπάιντεν στην Ευρώπη πραγματοποιείται μετά την επιτυχία της συμφωνίας των G7 για τον φόρο των επιχειρήσεων, που θύμισε τις χρυσές εποχές της πολυμερούς διπλωματίας και του σφιχτού διατλαντικού εναγκαλισμού της δεκαετίας του ‘90. Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η συμφωνία αποτελεί άλλο ένα δείγμα της νέας, πιο περίπλοκης λογικής που διέπει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης. Ο νέος πρόεδρος μπορεί να γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από μια Ευρώπη στιγματισμένη από τον εφιάλτη Τραμπ, δεν σημαίνει όμως ότι δεν θα υπενθυμίσει στους συμμάχους του τις δύσκολες επιλογές που έχουν μπροστά τους.

Εκ πρώτης όψεως, μια διεθνής φορολογική συμφωνία, πάγιο αίτημα ακτιβιστών και κινημάτων για μια δικαιότερη παγκοσμιοποίηση από την δεκαετία του ’90, αποτελεί ένα τεράστιο βήμα στην κατεύθυνση πιο στιβαρούς διεθνούς διακυβέρνησης. Με δεδομένο ότι η φορολογία αποτελεί, μαζί με την άμυνα, την καταστατική αρμοδιότητα του έθνους-κράτους, η συμφωνία αυτή φαίνεται πραγματικά ως επαναστατική. Η πολιτική δυναμική όμως δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από το πνεύμα της δεκαετίας του ’90. Κι αυτό γιατί δεν πρόκειται τόσο για μια συμφωνία που θέτει κανόνες στην καλπάζουσα παγκόσμια οικονομική ολοκλήρωση, όσο για μια προσπάθεια διαχείρισης του κατακερματισμού του διεθνούς οικονομικού συστήματος από μέτρα κρατικού προστατευτισμού και επανάκαμψης της εθνικής κυριαρχίας.

Η συμφωνία των G7 αντανακλά έναν συμβιβασμό μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης μετά από χρόνια κλιμακούμενων αντιπαραθέσεων. Από την μια μεριά, οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες αναζητούσαν τρόπο να φορολογήσουν τα κέρδη των αμερικανικών εταιρειών νέας τεχνολογίας τα οποία διακινούνταν μέσω φορολογικών παραδείσων (κάποιοι εκ των οποίων αποτελούν και κράτη-μέλη της ΕΕ). Έχοντας χάσει την υπομονή τους με τις βαλτωμένες διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, μια σειρά από χώρες προχώρησαν στην μονομερή επιβολή ψηφιακών φόρων, μεταξύ τους η πάντα αντι-αμερικανική Γαλλία, αλλά ακόμα και η παραδοσιακά (και ειδικά μετά το Μπρέξιτ) φιλο-ατλαντική Βρετανία, όπως και οι Ιταλία, Αυστρία, Τσεχία κ.α.

Η κυβέρνηση Τραμπ απάντησε σε αυτούς τους εθνικούς ψηφιακούς φόρους με δικούς της δασμούς σε εισαγωγές από αυτές τις χώρες (παρεμπιπτόντως, μια υπενθύμιση ότι, πριν ενσκήψει η πανδημία και οι διαδηλώσεις του Black Lives Matter και όσο φαινόταν πιθανό οι Δημοκρατικοί να επιλέξουν για ανθυποψήφιο του Τραμπ έναν εκπρόσωπο της αριστερής ριζοσπαστικής τους πτέρυγας, η Σίλικον Βάλεϊ είχε εν πολλοίς αποδεχτεί τον Τραμπ ως προστάτη των συμφερόντων της). Ακόμα και με τον Μπάιντεν οι ΗΠΑ διατήρησαν αυτούς τους δασμούς ως διαπραγματευτικό χαρτί, αναστέλλοντας πάντως την εφαρμογή τους.

Η αντι-πρόταση Μπάιντεν ήταν ότι ένας παγκόσμιος εταιρικός φόρος είναι αναγκαίος, αυτός όμως πρέπει να εφαρμοστεί όχι αποκλειστικά σε εταιρείες υψηλής τεχνολογίας (που είναι κυρίως αμερικάνικες) αλλά στις μεγαλύτερες εταιρείες ανεξαρτήτως τομέα. Κάπως έτσι στο «δίχτυ» της συμφωνίας των G7 πιάνονται πια και ευρωπαϊκές εταιρείες. Ο Μπάιντεν μάλιστα υπερθεμάτισε σε προοδευτισμό προτείνοντας ο διεθνής εταιρικός φόρος να είναι 21%, με την ΕΕ τελικά (υπό την πίεση μελών όπως η Ιρλανδία) να τον κατεβάζει στο 15%. Για τον Αμερικάνο πρόεδρο βέβαια αυτό δεν είναι διόλου κακό: με δεδομένο ότι βασικό μέρος της εσωτερικής του ατζέντας είναι η αύξηση του εθνικού εταιρικού φόρου στις ΗΠΑ από 21% σε 28%, ένας διεθνής φόρος 15% (πάνω από ένα όριο εσόδων) περισσότερο δημιουργεί ευκαιρίες στις αμερικανικές εταιρείες να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά τα κέρδη τους παρά τις πλήττει.

Φυσικά υπάρχει ακόμα δρόμος για να εφαρμοστεί στην πράξη η συμφωνία του G7. Εκκρεμεί η συμφωνία σε επίπεδο G20 καθώς και στον ΟΟΣΑ. Οι χώρες που έχουν ήδη επιβάλει ψηφιακούς φόρους αρνούνται να τους καταργήσουν μέχρι η συμφωνία να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένη διεθνή συνθήκη. Οι ΗΠΑ από την μεριά τους διατηρούν ανοιχτή την προοπτική επιβολής των δασμών που έχουν αναστείλει. Αν οι διαπραγματεύσεις στον ΟΟΣΑ ξανακολλήσουν, ή ακόμα και αν υπάρξει συμφωνία αλλά αυτή μπλοκαριστεί στο Αμερικανικό Κογκρέσο που πρέπει να εγκρίνει μια νέα διεθνή συνθήκη, η Ουάσιγκτον θα ξαναβρεθεί στο σημείο όπου άφησε τα πράγματα ο Τραμπ: σε έναν γενικευμένο εμπορικό πόλεμο με τους στενότερους συμμάχους της.

Ανάλογες δύσκολες επιλογές έχουν οι δυο μεριές του Ατλαντικού σε σειρά άλλων ζητημάτων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Κίνα. Η ψυχροπολεμική αντίληψη της σχέσης με το Πεκίνο δεν έχει υποχωρήσει στις ΗΠΑ με την εκλογή Μπάιντεν, το αντίθετο. Αν ο Τραμπ έβλεπε την Κίνα ως οικονομική και στρατιωτική απειλή αδιαφορώντας για ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων, ο Μπάιντεν επαναφέρει τον ηθικισμό στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, εκβιάζοντας αξιακά τους Ευρωπαίους να σταθούν στο πλευρό των ΗΠΑ σε μια νέα σταυροφορία «εναντίον του αυταρχισμού». Την ίδια ώρα όμως, ο νέος Αμερικάνος πρόεδρος, όπως και ο προκάτοχός του, ξεκινάει την πορεία του στην διπλωματική σκηνή με μια σύνοδο με τον «δικτάτορα» Πούτιν, αδιαφορώντας για τις ανασφάλειες των ανατολικοευρωπαίων συμμάχων των ΗΠΑ. 

Με εξαίρεση τη Βρετανία, που πλέον δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσδεθεί στο άρμα των ΗΠΑ, οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι έχουν πλήρη συνείδηση ότι οι σχέσεις με την Αμερική όσο περνάει ο καιρός θα επιβαρύνονται, ανεξάρτητα από το ποιος θα είναι ο ένοικος του Λευκού Οίκου. Ο Τζο Μπάιντεν προσφέρει μια ευκαιρία να επανέλθουν οι δυο πλευρές στην οργανωμένη υποκρισία μιας διατλαντικής «ένωσης αξιών» που υπάρχει περισσότερο ως σλόγκαν παρά ως πραγματικότητα. Όπως και με την συμφωνία για τον εταιρικό φόρο, η διατήρηση των εντυπώσεων της επιστροφής σε μια κάποια κανονικότητα βολεύει και τους δυο στην παρούσα φάση, μεταθέτοντας το ενδεχόμενο μιας νέας ρήξης στο, όχι απαραίτητα απώτερο, μέλλον.   

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News