ΑΠΟΨΕΙΣ

Η παραγωγικότητα και τα 4 σενάρια μετά την πανδημία

Η παραγωγικότητα είναι ο μοχλός για την βελτίωση του βιωτικού επιπέδου, την αύξηση των μισθών, και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού. Ο ρόλος της θα είναι κεντρικός και μετά την πανδημία.

 

Ανάλογα με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, αλλά και της ζήτησης, τέσσερα σενάρια είναι ενδεχόμενα:

  • Εκτίναξη της ζήτησης, τροφοδοτούμενη απο τα πακέτα ανάκαμψης και τη συσσωρευμένη αποταμίευση, χωρίς όμως αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας λόγω υποτονικών επενδύσεων. Το αποτέλεσμα θα είναι επιτάχυνση του πληθωρισμού, όπως ήδη συμβαίνει στις ΗΠΑ, με επιβράδυνση της ανάπτυξης — δηλαδή στασιμοπληθωρισμός.
  • Επιβράδυνση της παραγωγικότητας και ατροφική ζήτηση — λόγω π.χ. υπερβολικού δημοσίου αλλά και ιδιωτικού χρέους. Το αποτέλεσμα θα είναι μακροχρόνια ύφεση. Η χαμένη δεκαετία της Ιαπωνίας μετά την τραπεζική κρίση του 1990 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το σενάριο αυτό μπορεί να προκύψει από το προηγούμενο αν οι κεντρικές τράπεζες αυξήσουν τα επιτόκια για να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό.
  • Ατροφική συνολική ζήτηση με κέρδη παραγωγικότητας που αφορούν μόνο ορισμένους τομείς ή μεγάλες εταιρείες που επωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες. Η ανάπτυξη θα παραμείνει υποτονική, όπως μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09, με αύξηση της ανεργίας και άνοιγμα της ψαλίδας των ανισοτήτων.
  • Ενίσχυση της ζήτησης με αντίστοιχη επιτάχυνση της παραγωγικότητας. Πρόκειται για το «καλό σενάριο» ταχύρρυθμης ανάπτυξης, όπως στην μεταπολεμική περίοδο, μέχρι τη δεκαετία του 1970, ή ακόμα κατά την «αχαλίνωτη δεκαετία του 20» (the roaring twenties).

Εκ πρώτης όψεως η εμπειρία προηγούμενων κρίσεων δεν φέρνει καλά νέα για την παραγωγικότητα. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση η παραγωγικότητα επιβραδύνθηκε στο 70% των προηγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών, όπως εκτιμά η Παγκόσμια Τράπεζα. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας παγκοσμίως μειώθηκε από 2,8% το 2007 στο 1,4% το 2016 και παρέμενε κάτω απο 2% πριν από την πανδημία. Η επιβράδυνση αντανακλά πιο μακροχρόνιες τάσεις στις προηγμένες οικονομίες που αποτελούν πεδίο έρευνας.  Όμως οι κρίσεις δημιουργούν ακόμα δυσμενέστερο περιβάλλον αφού σε χαμηλό οικονομικό βαρομετρικό οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και παραγωγικό εξοπλισμό που βελτιώνουν την παραγωγικότητα. Η επιβράδυνση ήταν ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα. Η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας είχε επιταχυνθεί στο 2,6% το 2000-07, μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη, από 1,3% τη δεκαετία του 1990. Συρρικνώθηκε όμως κατά -1,3% ετησίως το 2008-18 μετά την κρίση χρέους.

Στην μετά πανδημία εποχή η παραγωγικότητα ενδέχεται να επιβαρυνθεί επιπλέον από μακροχρόνιες βλάβες της πανδημίας. Υπάρχει όμως και η θετική προοπτική, όπως εκτιμά ο νομπελίστας οικονομολόγος Michael Spence. Καινοτομίες όπως η ψηφιοποίηση, η αυτοματοποίηση, η χρήση πιο ευέλικτων επιχειρηματικών προτύπων, έχουν την δυνατότητα να επιταχύνουν την παραγωγικότητα. Το ίδιο ισχύει για καινοτομίες στην βιοϊατρική και τεχνολογίες που αντιμετωπίζουν μακροχρόνια την πρόκληση της κλιματικής αλλαγής.

Μελέτη της McKinsey προδιαγράφει ότι, αν οι καινοτομίες αυτές εμπεδωθούν, η παραγωγικότητα μπορεί να επιταχυνθεί κατά 0,7%-1,5% ετησίως μέχρι το 2024.  Το δυναμικό εκτιμάται μεγαλύτερο στην υγεία, τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών, τη φαρμακοβιομηχανία, και τις τράπεζες. Η μερίδα του λέοντος (60%) της αναμενόμενης βελτίωσης της παραγωγικότητας αντανακλά όμως δράσεις για τη μείωση του εργασιακού κόστους και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Αν τα κέρδη παραγωγικότητας δεν μεταφραστούν σε αύξηση των εισοδημάτων υπάρχει ο κίνδυνος να χαθούν θέσεις εργασίας, να διευρυνθούν οι ανισότητες και να ατονήσει η ζήτηση, καταλήγοντας σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, όπως στο τρίτο απο τα προαναφερθέντα σενάρια.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ενα διαρθρωτικό μειονέκτημα και ένα ψηφιακό έλλειμμα που υψώνουν τον πήχη για την προσπάθεια της οικονομίας να συμπορευθεί με μια ενδεχόμενη διεθνή επιτάχυνση της παραγωγικότητας μετά την πανδημία:

(α) Η ραχοκοκαλιά της οικονομίας αποτελείται απο κλάδους «χαμηλής πτήσης» απο πλευράς παραγωγικότητας. Στους κλάδους του εμπορίου, μεταφορών, καταλλυμάτων και εστίασης, που απασχολούν το 35% των εργαζομένων (και τροφοδοτούνται σε σημαντικό βαθμό απο τον τουρισμό), η παραγωγικότητα της εργασίας συρρικνώθηκε κατά -1,7% ετησίως το 2011-19. Οι κλάδοι αυτοί δεν θα επωφεληθούν σημαντικά απο τις καινοτομίες που προαναφέραμε.

(β) Η Ελλάδα υστερεί στους 28 απο τους 41 δείκτες ψηφιακής μετάβασης σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Ιδιαίτερα προβληματίζει η υστέρηση στο σύνολο των 6 δεικτών καινοτομίας στις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών.

Η υπέρβαση του διαρθρωτικού μειονεκτήματος προϋποθέτει μεταρρυθμίσεις με συνέχεια και συνέπεια σε βάθος χρόνου. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας περιέχει δράσεις στη σωστή κατεύθυνση. Προβλέπει επίσης επενδύσεις 2,1 δις € στον πυλώνα της ψηφιακής μετάβασης, σε σύνολο πόρων 31 δις € από το Ταμείο Ανάκαμψης. Για την υπέρβαση του ψηφιακού ελλείμματος φαίνεται απαραίτητη η περαιτέρω ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης ώστε οι επενδύσεις που προγραμματίζονται να δράσουν καταλυτικά.

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review