ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «μαξιλάρι» των αποταμιεύσεων και η ανάκαμψη

Ενα αξιοσημείωτο φαινόμενο της οικονομικής κρίσης που διανύουμε είναι η κατακόρυφη αυξηση των αποταμιεύσεων. Στις ΗΠΑ το ποσοστό αποταμίευσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών αυξήθηκε απο 7,6% το 2019 στο 16,1% το 2020. Στην Γερμανία αυξήθηκε απο 10,9% στο 16,2%, και αντίστοιχα στις υπολοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Σχηματίστηκε ετσι ένα υπέρογκο συμπληρωματικό «μαξιλάρι» αποταμιεύσεων, που στις προηγμένες οικονομίες υπολογίζεται σε 3 τρις δολάρια μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2020, ισοδύναμο με 4,8% του ΑΕΠ των χωρών του Ο.Ο.Σ.Α. Στην Ελλάδα οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών διευρύνθηκαν κατα 7,2 δισ. ευρώ στην ίδια περίοδο, που αντιστοιχεί σε 4,3% του ΑΕΠ.

Το φαινόμενο εχει τρεις πτυχές. Πρώτον, αποταμιεύσεις προληπτικής φύσεως, οπως συμβαίνει συνήθως  σε περιόδους ύφεσης, λογω της ανασφάλειας που προκαλεί η ανεργία και οι απώλειες εισοδήματος. Δεύτερο, αναγκαστικές αποταμιεύσεις λόγω των υγειονομικών περιορισμών σε σημαντικό τμήμα των οικονομικών δραστηριοτήτων. Τρίτο, μερική αποταμίευση των εισοδηματικών μεταβιβάσεων προς τα νοικοκυριά, με τις οποίες οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να μετριάσουν τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας.

Η αύξηση των αποταμιεύσεων δεν ξενίζει. Σύμφωνα με την ταυτότητα των εθνικών λογαριασμών, η αποταμίευση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων μιας χώρας εχει τρεις δυνατές χρήσεις: την χρηματοδότηση των επενδύσεων· την δανειοδότηση άλλων χωρών μέσω της απόκτησης ξένων περιουσιακών στοιχείων· την χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση η κατακόρυφη αύξηση των αποταμιεύσεων αντανακλά την πρωτοφανή διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων για την στήριξη των οικονομιών. Συνοπτικά, τα δημοσιονομικά ελλείμματα καλύφθηκαν ως επι το πλείστον με δημιουργία χρήματος απο τις κεντρικές τράπεζες, που στη συνέχεια αποταμιεύθηκε σε μεγάλο βαθμό απο τα νοικοκυριά λογω κυρίως της αναγκαστικής αποχής απο την κατανάλωση που επέφεραν οι περιορισμοί.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πως θα χρησιμοποιήσουν τα νοικοκυριά τον «κουμπαρά» που δημιούργησαν. Μια αρκετά διαδεδομένη άποψη υποστηρίζει οτι οι έκτακτες αποταμιεύσεις, που συνεχίζουν να συσσωρεύονται, αποτελούν κλειδί για μια ταχύτερη ανάκαμψη, ιδίως το 2022 όταν η υγειονομική κρίση θα εχει υποχωρήσει. Ενα ακραίο ενδεχόμενο είναι οι αποταμιεύσεις να τροφοδοτήσουν την συμπιεσμένη ζήτηση λογω της πανδημίας, οδηγώντας σε μια καταναλωτική έκρηξη που θα επιταχύνει την ανάκαμψη, πυροδοτώντας ομως πιθανά και τον πληθωρισμό. Ενα άλλο ακραίο ενδεχόμενο είναι οι αποταμιεύσεις να διατηρηθούν, αν τα νοικοκυριά προεξοφλούν αύξηση των φορολογικών βαρών μακροπρόθεσμα για να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του διευρυμένου χρέους. Πρόκειται για την λεγόμενη «Ρικαρδιανή ισοδυναμία» του δημοσίου χρέους και της φορολογίας. Μια τέτοια συμπεριφορά θα εξανέμιζε στην ουσία τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της δημοσιονομικής στήριξης κεϋνσιανής έμπνευσης.

Η πραγματικότητα μάλλον είναι κάπου μεταξύ των δυο άκρων. Ενα τμήμα της συσσωρευμένης αποταμίευσης ίσως να διοχετευθεί στην κατανάλωση σαν αποτέλεσμα της συμπιεσμένης ζήτησης. Το υπόλοιπο είτε θα χρησιμοποιηθεί για εξόφληση χρεών, είτε για επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ακινήτων, η και για μόνιμη ενίσχυση της ρευστότητας. Ορισμένες αναλύσεις εμφανίζονται υπεραισιόδοξες. Το γαλλικό παρατηρητήριο οικονομικής συγκυρίας εκτίμησε, για παράδειγμα, οτι ακόμα κι αν μονο το 20% της έκτακτης αποταμίευσης διοχετευθεί στην κατανάλωση, η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί το 2022 κατα 1,4% στη Γερμανία, 1,7% στη Γαλλία και 2,2% στις ΗΠΑ σε σχεση με το βασικό σενάριο.

Επιφυλακτικότητα ενδείκνυται ως προς αυτές τις εκτιμήσεις. Ο λόγος είναι οτι η συμπιεσμένη ζήτηση δεν αφορά τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, ή τα μη διαρκή οπως η διατροφή και η ένδυση. Αφορά κυρίως τις υπηρεσίες οπως η εστίαση, ο πολιτισμός και τα ταξίδια. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η δαπάνη υπηρεσιών μειώθηκε στο 61,6% των συνολικών καταναλωτικών δαπανών στο τέλος του 2020, απο 64,3% στο τέλος του 2019. Το μερίδιο της κατανάλωσης διαρκών και μη διαρκών αγαθών αυξήθηκε αντίστοιχα.

Η κατανάλωση διαρκών και μη αγαθών μπορει να αυξηθεί θεαματικά σε περιόδους  ανάκαμψης, αναπληρώνοντας τις περικοπές στη ζήτηση κατα τις περιόδους ύφεσης. Δεν συμβαίνει ομως το ίδιο με την κατανάλωση υπηρεσιών. Αν και η ζήτηση υπηρεσιών αυξάνεται επισης σε περιόδους ανάκαμψης, η φύση της κατανάλωσης είναι τέτοια που δεν οδηγεί σε επιπλέον δαπάνη για την αναπλήρωση των περικοπών κατα την ύφεση. Υπάρχει ενα λογικό όριο στον αριθμό των επιπλέον γευμάτων σε εστιατόρια, στα θεάματα, η στα ταξίδια που μπορει να οργανώσει κανείς για να αναπληρώσει το καταναλωτικό κενό αυτών των υπηρεσιών σε μια ύφεση. Με άλλα λογια, το καταναλωτικό κενό είναι μόνιμου χαρακτήρα.

Στις ΗΠΑ εχει υπολογιστεί οτι υφέσεις που οφείλονται κυρίως σε περικοπές δαπανών διαρκών αγαθών ακολουθούνται απο ανάκαμψη που είναι σημαντικά ταχύτερη σε σχεση με την ανάκαμψη απο υφέσεις όπου οι περικοπές δαπάνης αφορούν τις υπηρεσίες. Το συμπέρασμα είναι διττό. Πρώτον, η συσσωρευμένη έκτακτη αποταμίευση ενδέχεται να μην τροφοδοτήσει μια σημαντική αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης, και άρα επιτάχυνση της ανάκαμψης, καθώς το καταναλωτικό κενό εστιάστηκε στις υπηρεσίες οπου το χαμένο έδαφος δεν αναπληρώνεται εύκολα. Δεύτερο, η ανάκαμψη ενδέχεται να είναι άνιση διεθνώς, με τις οικονομίες που εξαρτώνται περισσότερο απο τις υπηρεσίες να επωφελούνται λιγότερο απο το «ελατήριο» της συμπιεσμένης ζήτησης. Αυτο ισχύει και για την ελληνική οικονομία που εξαρτάται απο τον τομέα των υπηρεσιών σε ιδιαίτερα σημαντικό βαθμό σε σχεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review