ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο εκκεντρικός νομπελίστας Robert Mundell

Ο Robert Mundell απεβίωσε στις 4 Απριλίου, σε ηλικία 88 ετών, στο αναγεννησιακό palazzo όπου διέμενε, κοντά στη Σιένα της Τοσκάνης. Ο Καναδός οικονομολόγος ήταν καθηγητής στο Columbia απο το 1974 και είχε βραβευθεί με Νόμπελ το 1999 «για τη συνεισφορά του στην ανάλυση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής υπό διαφορετικά συναλλαγματικά καθεστώτα και στην ανάλυση των βέλτιστων νομισματικών ζωνών». Στo δείπνο της απονομής του βραβείου Νόμπελ τελείωσε την ομιλία του τραγουδώντας στροφές απο το «I did it my way» του Frank Sinatra, καταχειροκροτούμενος απο το ακροατήριο. Ο Robert Mundell είχε παράλληλα σοβαρή κλίση στις εικαστικές τέχνες, αν και ο ίδιος θεωρούσε οτι «εκ των υστέρων, οι 200-300 πίνακες του θα μπορούσαν να είναι και καλύτεροι».

Οι σημαντικότερες μελέτες του δημοσιεύθηκαν σε νεαρή ηλικία, απο το 1957, μετα την ολοκλήρωση του διδακτορικού του στο MIT, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960. Η καταγωγή του φαίνεται να επηρέασε την κατεύθυνση των ερευνών του. Ο Καναδάς αποτελούσε εξαίρεση στο σύστημα του Bretton Woods, που βασιζόταν σε σταθερές ισοτιμίες και ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων. Τα μακρά σύνορα με τις ΗΠΑ έκαναν πρακτικά αδύνατους τους κεφαλαιακούς ελέγχους, ετσι ωστε ο Καναδάς είχε υιοθετήσει απο το 1950 μέχρι το 1962 κυμαινόμενη συναλλαγματική ισοτιμία.

Ο Mundell προσανατολίστηκε έτσι στην μελέτη της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε σχεση με το συναλλαγματικό καθεστώς. Το βασικό του συμπέρασμα, το 1960, ηταν οτι η νομισματική πολιτική μπορεί να εχει αυτονομία μονο αν μια χώρα αποδεχθεί τις διακυμάνσεις του νομίσματος της. Απο το 1961 μέχρι το 1963 ο Mundell συνέχισε τις έρευνες του στο Δ.Ν.Τ, όπου αναπληρωτής διευθυντής ερευνών ήταν ο Βρετανός Marcus Fleming που μελετούσε τα ίδια θέματα απο παράλληλη οπτική γωνία. Οι έρευνες τους αποτυπώθηκαν στον κορμό των οικονομικών ως το «υπόδειγμα Mundell-Fleming».

Η επίδραση ηταν άμεση στο «μείγμα» οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ. Καθως η νομισματική πολιτική με σταθερές ισοτιμίες είναι αναποτελεσματική για την αναπτυξη, ο Mundell υποστήριξε οτι θα έπρεπε οι ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τα νομισματικά εργαλεία για την επίτευξη εξωτερικής ισορροπίας, ενώ η δημοσιονομική πολιτική θα στόχευε την πλήρη απασχόληση. Η κυβέρνηση Κένεντυ πραγματοποίησε αυτή την μεταστροφή το 1962 με δημοσιονομική επέκταση, βασιζόμενη σε φοροαπαλλαγές, και παράλληλα «σφίξιμο» της νομισματικής πολιτικής. 

Οι έρευνες του Mundell εστιάστηκαν ταυτόχρονα στον ρόλο της διεθνούς κινητικότητας των κεφαλαίων, προεικάζοντας το μελλοντικό περιβάλλον της κεφαλαιακής απελευθέρωσης. Κεντρικό του εύρημα ηταν το λεγόμενο «ασύμβατο τρίγωνο», σύμφωνα με το οποίο μια οικονομία δεν μπορεί να συνδυάσει ταυτόχρονα σταθερές ισοτιμίες, νομισματική αυτονομία και πλήρη κινητικότητα των κεφαλαίων. Δυο μονο απο τις τρεις αυτές επιλογές είναι βιώσιμες.

Αυτο έγινε φανερό το 1992-93, όταν τα κερδοσκοπικά κεφαλαια επέφεραν την κατάρρευση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, ποντάροντας στην προτίμηση των χωρών μελών για τη νομισματική τους αυτονομία. Η δημιουργία του ευρώ το 1992 ηταν λογικό επακόλουθο του ασύμβατου τριγώνου του Mundell, αναγνωρίζοντας οτι η ταυτόχρονη διατήρηση της πλήρους κινητικότητας των κεφαλαίων στην Ευρώπη και των σταθερών ισοτιμιών εχει σαν τίμημα την απεμπόληση της νομισματικής κυριαρχίας των χωρών.

Ο Robert Mundell είχε μελετήσει απο το 1961, τέσσερα μόλις χρόνια μετα τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, τις συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την δημιουργία ενός κοινού νομίσματος, αναπτύσσοντας την θεωρία της «βέλτιστης νομισματικής ζώνης» (Optimum Currency Area). Εντόπισε σαν βασικο κριτήριο την υψηλή κινητικότητα της εργασίας μεταξύ των χωρών μελών. Η κινητικότητα μετριάζει το κοστος των ασύμμετρων διαταραχών που πλήττουν τις οικονομίες, χωρίς την ανάγκη εσωτερικής υποτίμησης. Αυτο ισχύει στις ΗΠΑ αλλα όχι στην ευρωζώνη όπου η κινητικότητα είναι περιορισμένη. Οι έρευνες του Mundell συμπληρώθηκαν ομως αργότερα και με κριτήρια οικονομικής εξωστρέφειας, ευελιξίας και δημοσιονομικών μεταβιβάσεων. Θεωρούνται ετσι το υπόβαθρο της δημιουργίας της ευρωζώνης. Ο ίδιος ηταν σταθερά υπέρμαχος της ευρωζώνης, ίσως γιατί την θεωρούσε και σαν ενα ισχυρό μεσο «δημοσιονομικού συμμαζέματος» και οικονομικής μεταρρύθμισης των χωρών μελών.  

Ο Robert Mundell θεωρείται επισης αρχιτέκτονας της «οικονομικής της προσφοράς» (supply-side economics), καθως απο τις αρχές της δεκαετίας του 1970 εισηγήθηκε πολιτική φοροαπαλλαγών για την τόνωση της ανάπτυξης στις ΗΠΑ, με ταυτόχρονη νομισματική περιστολή για την καταπολέμηση του πληθωρισμού που σημείωνε επιτάχυνση. Η προσέγγιση του ηταν προέκταση της θέσης του των αρχών της δεκαετίας του 1960, οπως είδαμε προηγουμένως, αλλα στην προοπτική κυμαινόμενων ισοτιμιών. Ταυτόχρονα αποτελούσε απάντηση στο φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού που αποτελούσε «γρίφο» για τους κεϋνσιανούς οικονομολόγους. Οι προτάσεις του μπήκαν σε εφαρμογή την δεκαετία του 1980 απο τον Πρόεδρο Ρήγκαν αλλα και την Μάργκαρετ Θάτσερ στην Βρετανία.

Ο Mundell πάντως απέφευγε τον μανδύα του «supply sider». Θεωρούσε οτι σαν οικονομολόγος ηταν εκλεκτικός πραγματιστής: «στον βραχυχρόνιο ορίζοντα κεϋνσιανός· μεσοπρόθεσμα κλίνοντας προς την οικονομική της προσφοράς· μακροπρόθεσμα μονεταριστής». Δεν θα ηταν υπερβολικό να θεωρήσουμε οτι ο Robert Mundell, απο κοινού με τον Keynes και τον Milton Friedman, συμπληρώνει την «τριάδα» των οικονομολόγων με το σημαντικότερο αποτύπωμα στην σύγχρονη οικονομική πολιτική και τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις.   

* Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review