ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μακροχρόνια οικονομική βλάβη της πανδημίας

Η παγκόσμια οικονομία αντιμετώπισε την πανδημία με εξασθενημένα αντισώματα, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης που είχε ξεσπάσει μια δεκαετία νωρίτερα, το 2008-09. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα (ΠΤ), ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης (potential growth) είχε μειωθεί στο 2,5% το 2010-19, από 3,3% την προηγούμενη δεκαετία. Η μείωση αποδίδεται ιδίως σε επιβράδυνση της παραγωγικότητας, αλλά και σε ασθενέστερες επενδύσεις και βραδύτερη αύξηση της απασχόλησης. Αποδείχθηκε έτσι οτι βαθιές κρίσεις μπορούν να επιφέρουν πιο μόνιμες βλάβες στην οικονομία. Ήδη η ΠΤ προέβλεπε φρενάρισμα της δυνητικής ανάπτυξης στο 2,1% ετησίως το 2020-29, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της συνεχιζόμενης επιβράδυνσης της παραγωγικότητας. Τώρα εκτιμά ότι η πανδημία θα επιβραδύνει επιπλέον την ανάπτυξη, στο 1,8% ετησίως.

Τρεις είναι οι βασικοί μοχλοί μέσω των οποίων οι κρίσεις μπορούν να πλήξουν μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη: α) η ριζική αλλαγή των προσδοκιών που ενδέχεται να εμποδίσει την επαναφορά στα προηγούμενα πρότυπα δαπανών και επενδύσεων· β) η μείωση του ενεργού εργατικού δυναμικού και η διάβρωση των δεξιοτήτων των εργαζομένων· γ) η επιβράδυνση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων (total factor productivity).

Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σχηματίζουν προσδοκίες με βάση τις εμπειρίες. Επειδή τα σπάνια συμβάντα δεν προσφέρουν, από την φύση τους, αρκετά δεδομένα για επαρκή εμπειρία, η έλευσή τους προκαλεί ριζικότερη αναθεώρηση των πεποιθήσεων. Συνεπώς, όταν προκύψει μια πανδημία θα θεωρείται πιθανότερο να επανεμφανιστεί στο μελλον.

Η ενίσχυση της αβεβαιότητας είναι πιθανό να αλλάξει τα καταναλωτικά πρότυπα, διευρύνοντας την αποταμίευση, καθως τα νοικοκυριά συνειδητοποιούν οτι οι οικονομίες τους δεν είναι επαρκείς για να ανταπεξέλθουν σε βαθιές και απρόβλεπτες κρίσεις. Η μειωμένη καταναλωτική δαπάνη θα επηρεάσει με τη σειρά της τις επενδύσεις, αποδυναμώνοντας την ανάπτυξη. Τέτοιου είδους μόνιμα πλήγματα εκτιμάται οτι μπορούν να μειώσουν μακροχρόνια μέχρι και 4% το ΑΕΠ των ΗΠΑ.

Ερευνα νοικοκυριών σε πέντε μεγάλες ευρωπαϊκές χωρες το περασμένο καλοκαίρι, μετά την άρση των περιορισμών, εμφάνισε σημάδια αλλαγής καταναλωτικών προτύπων. Σε ερώτηση σχετικά με τους λόγους αποφυγής της εστίασης, το 48% των ερωτηθέντων προέβαλαν υγειονομικούς λόγους. Όμως το 17% εξέφρασαν λόγους ανεπαρκούς αποταμίευσης, ενώ το 16% θεώρησαν οτι η εστίαση «δεν τους λείπει». Τέτοιες αλλαγές ενδέχεται να λάβουν δομικό χαρακτήρα καθώς οι καταναλωτές προσαρμόζονται στις νέες συνήθειες.

Οι δεξιότητες, και άρα η παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού, ενδέχεται να επηρεαστούν μακροχρόνια απο την, έστω πρόσκαιρη, αύξηση της ανεργίας. Υπάρχουν ενδείξεις οτι οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας μετά από βαθιές υφέσεις παραμένουν άνεργοι πιο μακροχρόνια και έχουν χαμηλότερες αμοιβές σε σύγκριση με αυτούς που εισέρχονται σε κανονικές συνθήκες. Αυτο οφείλεται σε υστέρηση παραγωγικότητας καθως οι μακρές περίοδοι ανεργίας δεν ευνοούν την βελτίωση των δεξιοτήτων μεσω της επαγγελματικής κατάρτισης.

Επιπλέον η αναστολή της λειτουργίας των σχολείων δημιουργεί κενά μάθησης (learning gaps) που εμποδίζουν την περαιτέρω απόκτηση δεξιοτήτων. Μελέτες αποδεικνύουν οτι η μάθηση εχει δυναμικό χαρακτήρα, καθώς οικοδομείται στις ήδη κεκτημένες δεξιότητες που εμφανίζουν κενά με το κλείσιμο των σχολείων. Ο Ο.Ο.Σ.Α υπολογίζει οτι η διακοπή της εκπαίδευσης για το ένα τρίτο μιας σχολικής χρονιάς μειώνει κατα 2,6% το μελλοντικό εισόδημα των μαθητών που υφίστανται την απώλεια δεξιοτήτων. Η χαμηλότερη μελλοντική παραγωγικότητα αυτών των ατόμων επιφέρει μακροχρόνια απώλεια 1,5% του ΑΕΠ.

Η παραγωγικότητα των επιχειρήσεων θα επηρεαστεί απο την πιθανή υποχώρηση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας (global value chains) καθως αποδείχθηκαν ευάλωτες στην πανδημία. Οι εμπορικοί περιορισμοί και οι ελλείψεις κρίσιμων ιατρικών προμηθειών και φαρμάκων εχουν οξύνει τον οικονομικό εθνικισμό. Οι επιχειρήσεις υφίστανται συνεπώς πιέσεις, πολιτικές και ανταγωνιστικές, για να επαναφέρουν την παραγωγή στα εθνικά σύνορα. Το τίμημα της «επανεθνικοποίησης» μέρους της παραγωγής θα είναι ομως μια υποχώρηση του ΑΕΠ που ο Ο.Ο.Σ.Α υπολογίζει σε 5,5% παγκοσμίως.  

Η ανάπτυξη ενδέχεται επίσης να ατροφήσει αν αυξηθεί η συγκέντρωση υπερχρεωμένων, μη βιώσιμων επιχειρήσεων, με ενίσχυση μιας υφιστάμενης τάσης ήδη πριν απο την πανδημία. Οι λεγόμενες «επιχειρήσεις ζόμπι» είναι λιγότερο παραγωγικές, μειονεκτούν στις επενδύσεις και την απασχόληση, και δυσκολεύουν την είσοδο νέων και πιο παραγωγικών επιχειρήσεων στην αγορά.

Σε κάθε κριση υπάρχει πάντως και μια πιο ελπιδοφόρα πλευρά. Μακροπρόθεσμα, οι κίνδυνοι για την παραγωγικότητα μπορεί να μετριαστούν απο τις εργασιακές και οργανωτικές καινοτομίες που ευνόησε η πανδημία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιoποίησης. Τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα μπορεί να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικά και ανθεκτικά, ενώ η ευρεία τηλεργασία μπορεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα μειώνοντας το κόστος της συμφόρησης στους εργασιακούς χώρους και στις μετακινήσεις. Ομως ο κίνδυνος της μονιμότερης βλάβης ειναι συγκριτικά μεγαλύτερος. Ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να μετριαστεί είναι οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και την πλευρά της προσφοράς της οικονομίας.

*Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι οικονομολόγος, πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review