ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπάρχει κίνδυνος πληθωρισμού;

Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, τόσο στην ευρωζώνη οσο και στις ΗΠΑ, εχουν πρόσφατα αυξηθεί, προκαλώντας νευρικότητα στις αγορές. Η τάση αυτη θεωρείται ένδειξη προσδοκώμενης επιτάχυνσης του πληθωρισμού και προπομπός αύξησης των επιτοκίων απο τις κεντρικές τράπεζες για να τον τιθασεύσουν.

Η διαφορά μεταξύ της ονομαστικής απόδοσης των κρατικών ομολόγων και των ομολόγων της ίδιας διάρκειας που συνδέονται με τον πληθωρισμό (inflation-indexed bonds) είναι ένας καλός δείκτης των πληθωριστικών προσδοκιών. Στις ΗΠΑ ο δείκτης αυτος για τα πενταετή ομόλογα ειχε σταθεροποιηθεί κατα μεσο ορο στο 1,7% απο το 2011 μεχρι το 2019. Υποχώρησε στο 0,8% τον περασμενο Μαιο, λογω της κρίσης της πανδημίας. Στην συνέχεια ομως σημείωσε αναστροφή, σκαρφαλώνοντας τον Φεβρουάριο στο 2,1%. Αν και η αύξηση δεν ειναι δραματική, τροφοδότησε ανησυχία.

Ειναι όντως ορατό το ενδεχόμενο μελλοντικής αναζωπύρωσης του πληθωρισμού; Η αποκλιμάκωση του σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, απο την δεκαετία του 90 και μετά, εχει κυρίως βασιστεί σε δυο πυλώνες: (α) στο σταθερό θεσμικό πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής· (β) στην ευνοική επίδραση της παγκοσμιοποίησης. Και οι δυο ομως πυλώνες του χαμηλού πληθωρισμού υφίστανται διαβρώσεις.

Απο την δεκαετία του 1980 εδραιώθηκε βαθμιαία η πολιτική και επιχειρησιακή ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών που είναι επιφορτισμένες με την διαφύλαξη της νομισματικής σταθερότητας. Η αποστολή τους πέτυχε με την ενεργή χρήση των επιτοκίων για την επίτευξη των στόχων πληθωρισμού (inflation targeting). Η στοχοπροσήλωση των κεντρικών τραπεζών και η εμπέδωση της ανεξαρτησίας τους κατέστειλαν τις πληθωριστικές προσδοκίες. Αυτο συνετέλεσε στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την σταθεροποίηση του σε χαμηλά επίπεδα.

Η παγκοσμιοποίηση είχε σαν αποτέλεσμα την έμμεση είσοδο στην διεθνή αγορά εργασίας, μεσω του εμπορίου μεταποιητικών αγαθών, περίπου 1 δις εργαζομένων χαμηλού μισθολογικού κόστους απο την Κίνα και τις υπόλοιπες αναδυόμενες οικονομίες. Εδωσε επισης ώθηση στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να ελαχιστοποιούν το κοστος με την κατάλληλη γεωγραφική κατανομή των σταδίων παραγωγής. Μεταφέρθηκε ετσι  σημαντικό τμήμα της μεταποίησης απο τις προηγμένες στις αναδυόμενες οικονομίες που διαθέτουν άφθονο και χαμηλού κόστους εργατικό δυναμικό.

Το αποτέλεσμα ηταν η συμπίεση του μισθολογικού κόστους στις προηγμένες οικονομιες που επιβράδυνε τον πληθωρισμό. Μια παράπλευρη συνέπεια ηταν η αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύος των συνδικάτων. Η μείωση της ανεργίας δεν προκαλεί πια συνεπώς έντονες μισθολογικές αυξήσεις που θα αναζωπύρωναν εύκολα τον πληθωρισμό.

Η μαζική ομως είσοδος φτηνού εργατικού δυναμικού στην παγκόσμια αγορά εργασίας αρχίζει σταδιακά να υποχωρεί λόγω της αύξησης των εισοδημάτων στις αναδυόμενες οικονομιες και της γήρανσης του πληθυσμού. Στην Κίνα ο εργάσιμος πληθυσμός (25-64) προβλέπεται οτι θα μειωθεί κατα 26 εκατομμύρια μέχρι το 2030 και κατα 142 εκατομμύρια μέχρι το 2050. Θα αποδυναμωθεί ετσι βαθμιαία ο μοχλός συμπίεσης του εργασιακού κόστους μεσω της προσφοράς φθηνής εργασίας στην διεθνή αγορά.

Ταυτόχρονα, στην Κίνα, ο άνω των 65 ετών πληθυσμός θα φθάσει το 26% του συνόλου το 2050, απο 12% το 2020, αντιστοιχώντας στα επίπεδα πληθυσμιακής γήρανσης των προηγμένων οικονομιών. Καθώς τα οικονομικά ανενεργά γηραιότερα τμήματα του πληθυσμού καταναλώνουν περισσότερο απο οτι αποταμιεύουν, η δημογραφική αυτή μετάβαση θα επιφέρει αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης. Τόσο η αποσυμπίεση του εργασιακού κόστους όσο και η σχετική ενίσχυση της κατανάλωσης αναμένεται οτι μακροχρόνια θα επιφέρουν επιτάχυνση του πληθωρισμού.

Πώς θα αντιδράσουν οι κεντρικές τράπεζες σε ενδεχόμενο πληθωρισμό; Η χρηματοπιστωτική κριση του 2008-09 και η κριση της πανδημίας τις ανάγκασαν να εφαρμόζουν αντισυμβατικές πολιτικές για να διευκολύνουν την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων και την στήριξη των οικονομιών. Προς το παρόν ο πληθωρισμός παραμένει αναιμικός καθως η άφθονη ρευστότητα διοχετεύεται κυριως στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η δραματική όμως αυξηση του δημοσίου χρεους εγείρει το ενδεχόμενο της «δημοσιονομικής κυριαρχίας» (fiscal dominance) επι των κεντρικών τραπεζών. Οι κεντρικές τράπεζες θα ηταν στην πράξη εξαναγκασμενες να αποφύγουν την αύξηση των επιτοκίων σε περίπτωση επιτάχυνσης του πληθωρισμού για να αποσοβήσουν τον κίνδυνο κρίσης χρέους και τις βαθύτερες συνέπειες που θα ακολουθούσαν. Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών θα ετίθετο υπο αμφισβήτηση, υπονομεύοντας τις χαμηλές πληθωριστικές προσδοκίες και συνεπώς τον δεύτερο πυλώνα του χαμηλού πληθωρισμού.

Το σενάριο που περιγράψαμε ειναι μακροχρόνιο αλλα πιθανό. Μπορεί ενδεχομένως να μετριαστεί με επιτάχυνση της αύξησης της παραγωγικότητας. Εξαρση του πληθωρισμού θα δρούσε σε βάρος των μισθωτών και των μικροαποταμιευτών, ευνοώντας τους εισοδηματίες ακινήτων και μερισμάτων. Θα είχε πάντως και θετικές επιπτώσεις καθώς θα μείωνε, σαν ένας ιδιότυπος φόρος, την πραγματική αξία του δημοσίου χρέους και συνεπώς τους πόρους που χρειάζονται για την αποπληρωμή του. Θα περιόριζε ετσι, σε βαθος χρόνου, την αναγκαία λιτότητα για την εδραίωση της βιωσιμότητας του χρέους.

 

Ο Αριστομένης Βαρουδάκης είναι Οικονομολόγος, Πρώην Καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβουργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review