ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Δημόσιο ως «πελάτης» καινοτομίας

Στην Ελλάδα, οι δημόσιες προμήθειες διαχρονικά δεν ευνοούν την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων για διάφορους λόγους. Ο κυρίαρχος είναι ότι το θεσμικό πλαίσιο των αγορών του δημόσιου τομέα στη χώρα εμπεριέχει στοιχεία που δεν ευνοούν την καινοτομία, καθώς συνηθίζεται να δίνεται έμφαση στη θέσπιση προδιαγραφών (ενίοτε φωτογραφικών) που περιγράφουν συγκεκριμένα προϊόντα για την κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης έναντι λειτουργικών προδιαγραφών που επιτρέπουν την κάλυψή της με την ανάπτυξη εναλλακτικών (και δυνητικά καινοτόμων) λύσεων. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις το κυρίαρχο κριτήριο των κρατικών προμηθειών είναι αυτό του χαμηλότερου κόστους – χωρίς μάλιστα συνήθως να λαμβάνεται υπόψη το κόστος λειτουργίας – και όχι ο καλύτερος συνδυασμός ποιότητας και τιμήματος. Η πρακτική αυτή καταλήγει στην υιοθέτηση λιγότερο ποιοτικών έναντι καινοτόμων λύσεων, οι οποίες πολλές φορές μπορεί να είναι και οικονομικότερες, από άποψη μακροχρόνιου συνολικού κόστους κάλυψης της συγκεκριμένης ανάγκης.

Επίσης εμπόδιο στην προώθηση της καινοτομίας μέσω των δημόσιων προμηθειών είναι και η έλλειψη σχετικής κουλτούρας σε επίπεδο οργανισμών. Σε γενικές γραμμές, οι δημόσιοι οργανισμοί δυσκολεύονται στο να μπορέσουν να μεταφράσουν τις ανάγκες των οργανισμών και των χρηστών τους σε λειτουργικές προδιαγραφές κατά τον σχεδιασμό των προμηθειών, και να αξιολογούν ουσιαστικά την πορεία προόδου και τα αποτελέσματα των προμηθειών, μέσω και της ουσιαστικής αλληλεπίδρασης τόσο με τον προμηθευτή, όσο και με τους τελικούς χρήστες των υπηρεσιών. Επιπλέον, οι δημόσιοι οργανισμοί κατά κανόνα δεν χαρακτηρίζονται από κουλτούρα φιλική προς την καινοτομία και τη λήψη λελογισμένου ρίσκου.

Τα προαναφερόμενα σε γενικές γραμμές ισχύουν διαχρονικά και στο πεδίο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Πολλές φορές το εθνικό νομικό πλαίσιο των έργων ΤΠΕ που συγχρηματοδοτούνται από τα κοινοτικά κονδύλια ευνοεί τις μεγάλες και καθιερωμένες εταιρείες, περιορίζοντας σημαντικά τη συμμετοχή νέων, μικρών και ενδεχομένως καινοτόμων επιχειρήσεων στην ομάδα υλοποίησης του έργου. 

Υπάρχει όμως σημαντικό περιθώριο άσκησης πολιτικών για τη βελτίωση των δραστηριοτήτων του συστήματος καινοτομίας που σχετίζονται με τη ζήτηση μέσω των  Δημόσιων Προμηθειών για Καινοτομία [Public Procurement for Innovation (PPI)]. Η αξιοποίηση των αγορών του δημόσιου τομέα για την ανάπτυξη νέων καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών αποτελεί δυνητικά εργαλείο πολιτικής για την προώθηση της ζήτησης καινοτομίας που μπορεί να επηρεάσει τόσο την ταχύτητα, όσο και την κατεύθυνση της καινοτομίας.

Την τελευταία περίοδο έχουν σημειωθεί βήματα προόδου στο πεδίο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και της αξιοποίησης των ΤΠΕ και σε άλλες λειτουργίες του δημόσιου τομέα (π.χ. εκπαίδευση, πολιτική προστασία). Η πρόοδος αυτή, αν συνεχιστεί, πέραν του ότι μπορεί να βελτιώσει αισθητά την εξυπηρέτηση των πολιτών και επιχειρήσεων από τους δημόσιους φορείς, μπορεί να δώσει και ευκαιρίες για την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών από νεοφυείς και πιο ώριμες επιχειρήσεις, ενισχύοντας σημαντικά τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους.

Η ζήτηση για καινοτομία από την πλευρά του Δημοσίου, ως ένας από τους σημαντικούς παράγοντες ενός εθνικού συστήματος καινοτομίας, συζητείται σε μελέτη που εκπόνησε πρόσφατα το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ) του ΕΜΠ, για λογαριασμό της «διαΝΕΟσις», σχετικά με την έρευνα και καινοτομία στην Ελλάδα. Η μελέτη ασχολείται με τη διαμόρφωση μιας ενοποιημένης συστημικής στρατηγικής με επίκεντρο την Καινοτομία και τη Γνώση, προτείνοντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την υλοποίησή της.

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η διαμόρφωση μιας στρατηγικής σε εθνικό επίπεδο για τη διασύνδεση της ερευνητικής δραστηριότητας με τις λειτουργικές και αναπτυξιακές ανάγκες του δημόσιου τομέα, ούτως ώστε ο δημόσιος χώρος να εκληφθεί ως βασικός χρήστης αποτελεσμάτων έρευνας. Επιπροσθέτως απαιτείται ενίσχυση των ικανοτήτων των δημόσιων οργανισμών για τη διεξαγωγή προμηθειών που στοχεύουν στην ανάπτυξη καινοτομίας. Πιο συγκεκριμένα:

  • Συγκρότηση και εκπαίδευση ικανής ομάδας στελεχών σε κάθε οργανισμό με υψηλό επίπεδο τεχνολογικών γνώσεων και επιχειρησιακών ικανοτήτων, που να προσδιορίζει τις ουσιαστικές ανάγκες του οργανισμού, με βάση αυτές να θέτει τις κατάλληλες λειτουργικές προδιαγραφές, να αλληλεπιδρά με τους τελικούς χρήστες και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των προμηθειών.

 

  • Συγκρότηση και λειτουργία ανθρώπινων δικτύων μεταξύ στελεχών του δημόσιου τομέα, και ανθρώπων του ερευνητικού και επιχειρηματικού τομέα, με σκοπό την κωδικοποίηση της άρρητης γνώσης και τη μεταφορά καλών πρακτικών.

 

  • Πραγματοποίηση δράσεων καλλιέργειας κουλτούρας καινοτομίας και λήψης λελογισμένου ρίσκου στο εσωτερικό των δημόσιων οργανισμών.

 

  • Προώθηση της υιοθέτησης λειτουργικών προδιαγραφών σε κάθε είδους προμήθειες, ούτως ώστε να αυξηθούν οι δυνατότητες ανάπτυξης καινοτόμων λύσεων από την πλευρά της προσφοράς.

 

  • Προώθηση της χρήσης ανοιχτών τεχνολογιών και ανοιχτής καινοτομίας με στόχο τη δημιουργία ευκαιριών για μικρές εταιρείες έντασης γνώσης.

 

  • Υιοθέτηση της στρατηγικής “build once, use many” αντί της πολλαπλής προμήθειας παρόμοιων πακέτων λογισμικού και hardware από ομοειδείς οργανισμούς (π.χ. Δήμους).

 

  • Εφαρμογή εργαλείων για την έγκαιρη και επαρκή εμπλοκή των τελικών χρηστών (δράσεις έγκαιρης και συστηματικής ενημέρωσης και εκπαίδευσής τους κ.ά.) στις περιπτώσεις προμηθειών που οργανώνονται από κάποιον κεντρικό φορέα για λογαριασμό άλλων οργανισμών-χρηστών.

Το πλήρες κείμενο της μελέτης είναι διαθέσιμο εδώ:

 Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)

Money Review