ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα εμβόλια και το τίμημα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης

Ο γνωστός μύθος του Αισώπου δεν φαίνεται οτι θα επαληθευθεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε τους εμβολιασμούς με «ρυθμό χελώνας» που δύσκολα θα οδηγήσει σε ομαδική ανοσία το 2021. Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν οτι το Ισραήλ εχει χορηγήσει 54 δοσεις εμβολίων ανα 100 κατοίκους, η Βρετανία 14, οι ΗΠΑ 9, ενώ στις χώρες της ΕΕ η αναλογία είναι πολυ χαμηλότερη. Η Δανία προηγείται με 4,5 δοσεις ενώ η Ελλάδα βρίσκεται περιπου στη μέση με 2,5.

Κι ομως η ΕΕ έκανε μια ορθή επιλογή, δημιουργώντας ενα αγοραστικό μέτωπο με δυνητικά πλεονεκτήματα για την προμήθεια εμβολίων. Αν οι μεγαλύτερες χώρες ηταν σε θεση να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες προμήθειες, αυτο θα ηταν ίσως δυσχερέστερο για τις μικρότερες. Λογικά η Κομισιόν θα ειχε πλεονέκτημα για να διαπραγματευθεί για λογαριασμό του συνόλου, αποκλείοντας το ενδεχόμενο οι φαρμακευτικές εταιρίες να εκμεταλλευθούν προς όφελος τους τον ανταγωνισμό 27 χωρών για όσο το δυνατό ταχύτερη προμήθεια των εμβολίων.

Σημαντικό κίνητρο ηταν η εκτίμηση οτι οι ΗΠΑ θα εξασφάλιζαν τον έλεγχο της αρχικά περιορισμένης παραγωγής, λογω του προστατευτικού δόγματος «America First» του Ντόναλντ Τραμπ. Το εγχείρημα ξεκινησε σαν ένας τετραμελής συνασπισμός Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας και Ολανδιας (Inclusive Vaccine Alliance) για την συλλογική προμήθεια εμβολίων, που έδρασε καταλυτικά για να ακολουθήσουν όλες οι χώρες της ΕΕ. Ομως, αν η συλλογική δράση ηταν ενδεδειγμένη, το εγχείρημα αποδείχθηκε οτι έπασχε απο σοβαρά κενά στρατηγικής και διαχείρησης.

Το βασικό κενό της στρατηγικής ήταν ότι δεν ακολούθησε το παράδειγμα του «whatever it takes» του πρώην προέδρου της ΕΚΤ Mario Draghi, που έθεσε τέρμα τον Ιούλιο του 2012 στην κριση χρεους στην Ευρωζώνη. Αυτό αντικατοπτρίζεται στις ελλειμματικές προαγορές εμβολίων συγκριτικά με άλλες προηγμένες οικονομίες. Ενώ οι ΗΠΑ και ο Καναδάς έχουν συνολικά προαγοράσει πάνω απο 10 δοσεις κατα κεφαλή όλων των υποψηφίων εμβολίων, και η Βρετανία περίπου 8, η ΕΕ εχει προαγοράσει μονο 5,6 δόσεις. Εκτίθεται έτσι η ΕΕ σε σημαντικότερες ελλείψεις αν ένα η περισσότερα εμβόλια καθυστερήσουν, όπως των Sanofi-GSK που τώρα προβλέπεται για το τέλος του έτους.

Το «whatever it takes» θα προϋπέθετε, για παράδειγμα, προαγορές καθενός από τα υποψήφια εμβόλια τελικής φάσης σε ποσότητες αρκετές για την κάλυψη του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ. Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς εφάρμοσαν αυτή την στρατηγική, μετριάζοντας τον κίνδυνο έλλειψης σε περίπτωση αποτυχίας πολλών δοκιμαστικών εμβολίων. Η ανεπαρκής χρηματοδοτηση, με 2,7 δις €, του μηχανισμού επείγουσας βοήθειας της ΕΕ (Emergency Support Instrument) που χρησιμοποιήθηκε για τις προαγορες εμβολίων δεν βοήθησε προφανώς στον σχεδιασμό.

Η εναλλακτική στρατηγική θα οδηγούσε σε πλεονασματα εμβολίων και υψηλότερο κοστος, που ο Γερμανός οικονομολόγος Hans-Werner Sinn υπολογίζει σε 29 δις €. Ομως το κοστος θα ηταν ελάχιστο συγκρινόμενο με τις απώλειες ΑΕΠ λόγω της ύφεσης που για το 2020 εκτιμώνται σε 1 τρις €. Οι πλεονάζουσες δοσεις θα μπορούσαν να διοχετευθούν ως δωρεά στις φτωχές χώρες όπου η έλλειψη πόρων για μαζικούς εμβολιασμούς είναι προφανής. Αυτο θα επιτυγχάνονταν μεσω του μηχανισμού (COVAX) που εχει δημιουργηθεί υπο την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον σκοπό αυτο και στοχεύει στην χορήγηση 2 δισεκατομμυρίων εμβολίων μέχρι το τέλος του 2021. Το κοστος θα ηταν σημαντικά χαμηλότερο απο την αναπτυξιακή βοήθεια που χορηγεί ετησίως η ΕΕ, που ανήλθε σε 75 δις € το 2019.   

Η προμήθεια των εμβολίων επιβαρύνθηκε και από αστοχίες στην διαχείρηση των συμβάσεων με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Η ΕΕ υπέγραψε τις συμβάσεις για τα πρωτα εμβόλια που τελεσφόρησαν (Pfizer/BioNTech και Moderna) μόλις τον Νοέμβριο. Οι ΗΠΑ υπέγραψαν συμβάσεις με τις εταιρείες αυτές πολυ νωρίτερα, απο τον Ιουλιο/Αυγουστο, ενω η Βρετανία συναψε συμφωνία με την Pfizer/BioNTech τον Ιουλιο. Υπέγραψε επισης με την AstraZeneca τρεις μηνες πριν απο την ΕΕ. Δεδομένων των περιορισμών στην παραγωγή ηταν αναμενόμενο οι φαρμακευτικές εταιρείες να προμηθεύουν τα εμβόλια με βάση την προτεραιότητα στα συμβόλαια.

Διαπραγματευτικά φαίνεται οτι η ΕΕ πριμοδότησε την ελαχιστοποίηση του κόστους, αν και ύπαρχει πλήρης αδιαφάνεια σχετικά. Οι κρατικές επιχορηγήσεις για την ανάπτυξη των εμβολίων ηταν μια απο τις παραμέτρους της διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με διαρροές απο αξιωματούχο της βελγικής κυβέρνησης, το κοστος του εμβολίου Pfizer/BioNTech για την ΕΕ ανέρχεται σε 12€ (14,5 $)  ανα δόση, έναντι 19,5 $ στην αντίστοιχη σύμβαση των ΗΠΑ. Η εξοικονόμηση πόρων για την ΕΕ είναι σημαντική σε απόλυτο μέγεθος, εκτιμώμενη σε 2,5 δις €. Είναι ομως αμελητέα σε σχεση με το οικονομικό κοστος της παρατεινόμενης πανδημίας. Η ταχεία παράδοση επρεπε να προέχει, ενω ενδεχομένως οι χαμηλές τιμές να δημιουργούν και αντικίνητρα στις εταιρίες για την ταχεία προμήθεια των εμβολίων.

Η έλλειψη εμβολίων είναι το ατυχές τίμημα της αλληλεγγύης που επέλεξαν οι χώρες της ΕΕ για την προμήθεια τους. Μια εποικοδομητική πρωτοβουλία επισκιάστηκε απο μια στρατηγική με ελλειματική εμβέλεια και επιχειρησιακές αστοχίες. Η πρόσφατη προσπάθεια αποσεισης ευθύνης, με εστίαση σε μια εταιρεία που βραδυπορεί (AstraZeneca), και οι σπασμωδικές κινήσεις της Κομισιόν περιορισμού των εξαγωγών εμβολίων, δύσκολα καλύπτουν το χαμένο έδαφος της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

 

Αριστομένης Βαρουδακης είναι Οικονομολόγος, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου του Στρασβουργου, πρώην ανώτερο στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Ο.Ο.Σ.Α

Money Review