ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ευκαιρία για μια νέα βιομηχανική στρατηγική

Η πανδημική κρίση και η δυσμενής επίδραση που είχε σε μια σειρά από δραστηριότητες της οικονομίας επανέφερε στο δημόσιο διάλογο τη σχετική συζήτηση για την παραγωγική δομή της χώρας, με την υπέρμετρη ίσως έμφαση στον Τουρισμό. Αν και ο τουρισμός τροφοδοτεί μια σειρά από σημαντικούς κλάδους στην οικονομία και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποβαθμίζεται, είναι σαφές ότι ο ρόλος της βιομηχανίας είναι καταλυτικός στη δημιουργία μονιμότερων ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων σε μια παγκοσμιοποημένη οικονομία.  Ήδη χώρες με ισχυρή βιομηχανική βάση ακόμα και μέσα στην πανδημία, έχουν κατορθώσει να απορροφήσουν μέρος των δυσμενών επιπτώσεών της. Η βιομηχανία συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της τεχνολογικής αλλαγής και έχει ισχυρές αλληλεξαρτήσεις με άλλους τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και μεγάλο πολλαπλασιαστική επίδραση στο σύνολο της οικονομίας. Παρέχει κατά κανόνα σταθερές και ποιοτικές θέσεις εργασίας, αποτελεί τη βάση της εξωστρέφειας, στηρίζει τις τοπικές οικονομίες, μετατρέπει την καινοτομία σε νέα προϊόντα και καθορίζει τελικά σε αρκετά μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστική θέση μιας οικονομίας διεθνώς. Γι’ αυτό και στην Ευρωπαϊκή Ένωση η βιομηχανία έχει επανέλθει ως βασικός πυλώνας βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς της  και δίνεται πλέον μεγάλη έμφαση στην περαιτέρω μεγέθυνσή της.

Οι άξονες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη βιομηχανία έχουν ήδη δρομολογηθεί, όπως και ο χαρακτήρας των αντίστοιχων χρηματοδοτικών εργαλείων. Στην Ελλάδα για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε ουσιαστικά αυτές τις κατευθύνσεις, πρέπει όχι απλώς να μεταφέρουμε προγράμματα και δράσεις που σχεδιάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά να τα προσαρμόσουμε στη σημερινή εγχώρια βιομηχανική βάση της χώρας και να δρομολογήσουμε τους απαραίτητους μετασχηματισμούς και την αναβάθμισή της. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αφορούν ενδεικτικά στην κυκλική οικονομία και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της βιομηχανίας, στο ψηφιακό μετασχηματισμό, στην ενεργό συνεργασία στην έρευνα και την καινοτομία και στη δυναμική εξωστρέφειας κτλ.. 

Όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να αναγνωρίσουμε την πραγματική δυναμική του εγχώριου περιβάλλοντος, να χαρτογραφήσουμε τις δυνατότητες που έχουν τα βιομηχανικά οικοσυστήματα ώστε να κατανοήσουμε ποια είναι τα πραγματικά υποκείμενα που θα υλοποιήσουν αυτή τη στρατηγική σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Δεν έχει νόημα ο σχεδιασμός προγραμμάτων και δράσεων που δεν «αναγνωρίζονται» από τον εγχώριο παραγωγικό ιστό, που δεν έχουν διαστασιολογηθεί ορθολογικά και δεν απαντούν στις μεσοπρόθεσμες και όχι απλώς βραχυπρόθεσμες ανάγκες της βιομηχανίας.

Διαθέσιμο είναι πλήθος μελετών που έχουν εκπονήσει φορείς όπως ο ΣΕΒ, το ΙΟΒΕ, το ΕΜΠ για τη βιομηχανία και έχουν εμπειρικά αποτελέσματα που μπορούν να αξιοποιηθούν. Υπάρχουν άλλωστε συγκεκριμένες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η εγχώρια βιομηχανία όπως:

·       Η αδύναμη ανταγωνιστική της θέση σε λειτουργικά εξωγενή ζητήματα, όπως μη μισθολογικό κόστος, ενεργειακό κόστος, κόστος χρήματος, γραφειοκρατικά εμπόδια, κτλ

·       Η υστέρηση σε επίπεδο οικονομιών κλίμακας, που μεταφράζεται σε υψηλότερο μέσο κόστος παραγωγής, αδυναμία εξυπηρέτησης μεγάλων πελατών και ως εκ τούτου αδυναμία εισόδου σε ανταγωνιστικές αγορές.

·       Την έλλειψη πολλών αναγνωρίσιμων εμπορικών σημάτων και ισχυρών brands στο εξωτερικό.

·       Τη χαμηλή προστιθέμενη αξία σε πολλά εξαγώγιμα προϊόντα.

·       Τις τρέχουσες προκλήσεις για το περιβάλλον, την ψηφιακή οικονομία και την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου που συνεχώς εξελίσσονται και πρέπει να παρακολουθούνται

Επίσης υπάρχει μια σαφής διάκριση μεγέθους που δεν μπορεί να  αγνοηθεί. Στη χώρα υπάρχουν 30-40 μεγάλες βιομηχανίες, τόσο σε όρους απασχόλησης, όσο και κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και επενδεδυμένου κεφαλαίου. Οι απαιτήσεις τους είναι συγκεκριμένες, οι πόροι που μπορούν να αφιερώσουν σε μετασχηματισμούς κάθε είδους είναι μεγάλης κλίμακας κατά κανόνα και σαφώς οι ανάγκες τους διαφοροποιούνται σε σχέση με τις πολυπληθείς μικρότερες επιχειρήσεις που έχουν άλλα χαρακτηριστικά. 

Η ευρεία πλειονότητα όμως των βιομηχανιών της χώρας είναι μεσαίου και κυρίως μικρού μεγέθους. Αρκετές από αυτές λειτουργούν δορυφορικά ως προμηθευτές / πελάτες των μεγάλων βιομηχανιών και άρα παρακολουθούν σε κάποιο βαθμό τους μετασχηματισμούς των μεγάλων βιομηχανιών. Προσαρμόζονται δηλαδή στις ανάγκες του βασικού τους πελάτη. Ταυτόχρονα ένα μέρος αυτών προσπαθεί να υιοθετήσει μια πορεία μεγέθυνσης και επέκτασης κα να σταθεί ανταγωνιστικά είτε στο εγχώριο, είτε στο διεθνές περιβάλλον. Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να υποστηριχθούν λειτουργικά, με συγκεκριμένα εργαλεία  ώστε να επιτευχθεί η αναβάθμισή τους σε ποσοτικούς και ποιοτικούς όρους. Επίσης υπάρχουν συγκεκριμένες αλυσίδες αξίες και οικοσυστήματα με τοπικά ή/και κλαδικά χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται δράσεις με συγκεκριμένο τεχνικό προφίλ και χαρακτηριστικά που να απαντούν σε αυτά τα τομεακά προβλήματα.

Συνεπώς οι άξονες πάνω στις οποίες θα στηριχθεί η υλοποίηση μιας τέτοιας στρατηγικής οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτά τα υποκείμενα της ανάπτυξης. Οι άξονες αυτής της στρατηγικής θα συνδεθούν με τις κατευθύνσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, ως προς τα έργα / παρεμβάσεις που εντάσσονται στη στόχευση του Ταμείου. Ωστόσο, αρκετές από τις δράσεις ενδεχομένως να χρηματοδοτηθούν από άλλη συνήθη εργαλεία όπως ΕΣΠΑ, κτλ.

Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι αναδύονται σημαντικές ευκαιρίες αυτή τη στιγμή για τη βιομηχανία, με σημαντικούς πόρους και νέα εργαλεία που μπορούν να υποστηρίξουν μια δυναμική μεγέθυνση. 

*Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ, Διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ). 

 

Money Review