ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολεμώντας τα συμπτώματα, αντί της ασθένειας

Πιο λυπηρό και από τις ίδιες τις ντροπιαστικές εικόνες που εκτυλίχθηκαν στην Ουάσιγκτον την περασμένη εβδομάδα είναι ότι το 21% των Αμερικανών και το 45% της βάσης του συντηρητικού κόμματος επικροτούν την εισβολή στο Καπιτώλιο. Τόσο δηλητηρίασε, τελικά, ο Ντόναλντ Τραμπ την αμερικανική πολιτική ζωή; Ή μήπως ο απερχόμενος πρόεδρος στην διάρκεια της θητείας του απλώς βρέθηκε στην κατάλληλη θέση και στον σωστό χρόνο για να εκφράσει μια υποβόσκουσα αλλά ισχυρή πολιτική τάση στην αμερικανική κοινωνία;

Όποιος παρακολουθεί την αμερικανική πολιτική τα τελευταία πέντε χρόνια έστω και από τους τίτλους των ειδήσεων δεν θα έπρεπε να ξαφνιάζεται από τα καθέκαστα του Καπιτωλίου. Από πριν καν πάρει το χρίσμα του υποψηφίου, ο κ. Τραμπ είχε ξεκαθαρίσει σε απλά αγγλικά προς όλες τις πλευρές πως θεωρεί τον εξτρεμισμό μέρος της «λογικής» του. Ακόμη και κατά την διάρκεια της θητείας του, δεν έπαψε να το θυμίζει αυτό σε όσους έτειναν να το ξεχνούν, συχνά δε με φόντο αιματηρά γεγονότα στην ίδια του τη χώρα.

Θα ήταν, συνεπώς, αστείο να ισχυριστεί κανείς πως ο αμερικανικός λαός τον περασμένο Νοέμβριο αγνοούσε ποιο είναι το διακύβευμα των προεδρικών εκλογών. Κι όμως, ο κύριος… «γνώριμος κίνδυνος» όχι μόνο απέσπασε πάνω από 74 εκατομμύρια ψήφους, αλλά και με λίγες χιλιάδες ψήφους ακόμη σε τρεις μόλις πολιτείες θα μπορούσε να έχει κερδίσει κι αυτές τις εκλογές, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν πολύ πιο αμφίρροπες από ότι τις παρουσίασε η πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης των ΗΠΑ.

Όταν ένας ηγέτης που έχει δείξει τέτοια δείγματα, λοιπόν, καταλήγει να είναι «παρολίγον» νικητής της εκλογικής διαδικασίας για δεύτερη φορά, ίσως δεν θα έπρεπε να μιλάμε για «πρόβλημα στην Δημοκρατία», ούτε καν στην πολιτική. Μάλλον πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία στην ίδια την αμερικανική κοινωνία.

Αν και ο κ. Τραμπ τελικά δεν εξελέγη και (μάλλον) σύντομα θα αποτελέσει παρελθόν από την αμερικανική πολιτική, ο πολιτικός διάλογος στην Αμερική -κυρίως από την πλευρά των νικητών των εκλογών- δείχνει να επικεντρώνεται περισσότερο στην καταδίκη των ντροπιαστικών εικόνων, στα κενά ασφαλείας που επέτρεψαν τα έκτροπα, και στο αν πρέπει να αναζητηθούν ποινικές ευθύνες από τους φανατικούς που πρωτοστάτησαν στην βεβήλωση της Δημοκρατίας και λιγότερο στο τι πραγματικά προκάλεσε το φαινόμενο «Τραμπ». Το περίεργο θα ήταν να συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Καταπολεμώντας μόνο τα «συμπτώματα» αντί για την «ασθένεια» και παράλληλα προβάλλοντας σε κάθε ευκαιρία την καθωσπρέπει και μετριοπαθή εικόνα της, η νέα Προεδρία σε σύντομο διάστημα θα μπορεί να καυχιέται πως μετέστρεψε το κλίμα, πως αναστύλωσε την Δημοκρατία και πως έσωσε την τιμή της Αμερικής. 

Την ίδια ώρα, η ανισότητα και τα προβλήματα επιβίωσης δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών -η πραγματική αιτία της αμερικανικής παρακμής- αυτά που οδήγησαν το έθνος στο να προσβάλει τις δημοκρατικές του καταβολές περνούν και πάλι σιωπηλά στη σκιά. Όλοι ξέρουμε πως βρίσκονται εκεί και πως θα συνεχίσουν να διογκώνονται. Μοιάζει, ωστόσο, σαν να προσδοκούμε πως θα πάρουν κι αυτά τον ίδιο δρόμο που σε λίγες μέρες θα πάρει ο εκφραστής τους, πως θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας και ύστερα όλα θα επιστρέψουν στην προ-Τραμπ ρουτίνα. Μοιάζει σαν να μας συμφέρει κάθε μια-στο-τόσο στον πολιτικό κύκλο να υπάρχει ένας κ. Τραμπ, να φορτώνεται όλα τα «στραβά» του συστήματος και φεύγοντας να τα παίρνει όλα μαζί του δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση, έστω, μιας νέας αρχής. Πάντα, λοιπόν, θα «χρειαζόμαστε» έναν Ντόναλτ Τραμπ.

 

Money Review