The New York Times Δευτέρα 17/05/2021, 08:09 CATHERINE PORTER
NEW YORK TIMES INTERNATIONAL WEEKLY

Αυτοί που ζουν σε ένα ξύλινο «κουτί» 2,4 μ. x 1 μ.

Ian Willms for the New York Times

Τορόντο: Πηγαίνοντας στη δουλειά ο Khaleel Seivwright έβλεπε τον αυξανόμενο αριθμό από σκηνές στα πάρκα με θλίψη. Πώς θα μπορούσαν οι άνθρωποι αυτοί να επιβιώσουν κατά τον χειμώνα, πόσο μάλλον κατά την κρίση του κορωνοϊού, που είχε ωθήσει τόσους να συνωστίζονται σε καταφύγια; 

Θυμήθηκε την παράγκα που είχε χτίσει κάποτε όταν ζούσε σε μία μικρή κοινότητα. Έτσι φόρτωσε ξύλο στο όχημά του και πήγε να χτίσει ακόμη μία: ένα ξύλινο κουτί – 2,4 μ. επί 1 μ.- με αρκετή μόνωση ώστε να κρατάει τον ένοικό του ζεστό τις νύχτες όταν η θερμοκρασία έπεφτε έως τους -20 βαθμούς Κελσίου. Έβαλε ένα παράθυρο για φως και πρόσθεσε αισθητήρες καπνού και μονοξειδίου του άνθρακα. Στη συνέχεια κόλλησε ένα σημείωμα που έγραφε: «Οποιοσδήποτε είναι καλοδεχούμενος να μείνει εδώ». 

Έκτοτε ο κ. Seivwright, 28 ετών, έχει χτίσει περίπου 100 παρόμοια καταφύγια με ένα πλήθος 40 εθελοντών και περισσότερα από 200.000 δολάρια σε δωρεές. Τα μετέφερε σε πάρκα ανά το Τορόντο. 

Οι γραφειοκράτες της πόλης είπαν ότι δεν είναι ασφαλή και εξέδωσαν σημειώματα έξωσης σε πολλούς. Επέδωσαν στον κ. Seivwright μία απόφαση, με την οποία τους ζητούσαν να σταματήσει να τοποθετεί τις κατασκευές του στην πόλη. Αλλά για εκείνους που ζουν μέσα στις ξύλινες παράγκες είναι τα μικροσκοπικά σπίτια τους. «Αυτός ο άνθρωπος είναι ήρωας» λέει ο Domenico Saxida, που ζει σε πάρκο στην πόλη. «Έκανε την καναδική κυβέρνηση να φαίνεται ανόητη». 

Μία πρόσφατη Κυριακή περισσότεροι από 200 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν να διαμαρτυρηθούν για τα σημειώματα έξωσης. «Γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο οικονομικά για κάποιον να ζει εδώ» είπε ο κ. Mr. Seivwright στο πλήθος. «Είναι σαν να στεκόμαστε όλοι στη γραμμή, περιμένοντας να μας διώξουν. 

Ο κ. Seivwright έχει βιώσει τι σημαίνει να είσαι άστεγος- αν και περισσότερο ως πείραμα παρά ως αποτέλεσμα ατυχίας στη ζωή. Το 2017 έμεινε σε μία σκηνή σε πάρκο στο Βανκούβερ. Επί πέντε μήνες έμαθε πώς είναι να κοιμάσαι ανησυχώντας για κογιότ. Εμπνεύστηκε απο το πείραμα του Henry David Thoreau που έζησε σε μία καλύβα στο δάσος, όπως στο βιβλίο Walden του 1854. 

O κ. Seivwright μεγάλωσε στο Τορόντο ως το μεσαίο παιδί μεταναστών από την Τζαμάικα. Ο πατέρας του, ηλεκτρολόγος, άρχισε να τον παίρνει μαζί τους σε οικοδομές όταν ήταν 12 ετών. Μετά το λύκειο βρήκε μία δουλειά σε ανεγέρσεις κατοικιών. Μέσα σε λίγα χρόνια ήταν επικεφαλής δικής του ομάδας. Πριν από έξι χρόνια πήγε να ζήσει σε μία μικρή κοινότητα και έμαθε να σφάζει κοτόπουλα και να χτίζει θερμοκήπια. «Ένιωθα ότι μπορούσα να ζω όπως ήθελα. Τα πάντα εξαρτώνταν από εμένα. Και δεν χρειαζόταν να ακολουθώ κάποια γραμμή». 

Μετά το δεύτερο καταφύγιό του ο κ. Seivwright αφιερώθηκε στο project επτά ημέρες την εβδομάδα. Συγκέντρωσε περίπου 100.000 υπογραφές με αίτημα προς την πόλη να μην απομακρύνει τα καταφύγια. Μέχρι στιγμής οι πολιτικοί δεν έχουν πειστεί. Φωτιές που ξέσπασαν στα καταφύγια, μία εκ των οποίων αποδείχθηκε φονική, έχουν εντείνει την αντίθεση. Τον Οκτώβριο ένας δικαστής έκρινε ότι η πόλη είχε το δικαίωμα να απομακρύνει τις παράγκες. 

Η Ana Bailão, αντιδήμαρχος του Τορόντο, λέει ότι η πόλη έχει 2.040 προσιτές οικονομικά κατοικίες υπό κατασκευή, ενώ έχει εγκριθεί η ανέγερση χιλιάδων ακόμη. Και πάλι όμως τουλάχιστον 80.000 άνθρωποι περιμένουν για κοινωνική στέγαση. Ο κ. Seivwright ανησυχεί πως μόλις αδειάσουν τα πάρκα, η συζήτηση για την οικονομικά προσιτή στέγαση θα ξεχαστεί. Έχει προσλάβει δικηγόρους να πολεμήσουν την έξωση. Ενώ περιμένει, έχει σταματήσει να κατασκευάζει νέα καταφύγια. 

Έχει επίσης αναβάλλει τα σχέδιά του να μετακομίσει στην ανατολική ακτή για να δημιουργήσει τη δική του κοινότητα. «Αξίζει» λέει ο κ. Seivwright. «Είχα μία περίεργη σκέψη: Η ζωή κρατάει πολύ. Δεν ειναι τόσο φοβερό να χρειαστεί να περιμένεις λίγο». 

Copyright:
2021 The New York Times

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News