The New York Times Τρίτη 1/12/2020, 13:52
THE NEW YORK TIMES

Η πανδημία φανέρωσε τα κενά στο κοινωνικό κράτος της Σουηδίας

The Sabbatsbergsbyn nursing home in Stockholm struggled to control an outbreak of the coronavirus. (Felix Odell for The New York Times)

Των Peter S. Goodman and Erik Augustin Palm

H Σουηδία δεν φαίνεται να είναι το είδος της χώρας που θα αποδεχόταν μαζικούς θανάτους παππούδων και γιαγιάδων προκειμένου να συντηρήσει πόρους σε μία πανδημία.

Οι Σουηδοί πληρώνουν από τους  υψηλότερους φόρους στον πλανήτη σε αντάλλαγμα για εκτεταμένες κρατικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης, καθώς και γενναιόδωρων επιδομάτων για όσους χάνουν την εργασία τους.

Παρόλα αυτά μεταξύ των περισσότερων από 6.300 ανθρώπων, των οποίων ο θάνατος συνδέεται με τον νέο κορωνοϊό στη Σουηδία, περισσότεροι από το 45% είναι μεταξύ των πιο ευάλωτων πολιτών: αυτών που ζουν σε οίκους ευγηρίας.

Η τραγωδία αυτή είναι μέρος της ιστορίας του πώς η Σουηδία σε διάστημα δεκαετιών, σταδιακά υποβάθμισε το φημισμένο, γενναιόδωρο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας.

Από την χρηματοπιστωτική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Σουηδία έχει μειώσει φόρους και έχει κόψει κρατικές υπηρεσίες. Έχει αναθέσει την ευθύνη για την φροντίδα των μεγαλύτερης ηλικίας πολιτών σε πιεσμένες οικονομικά δημοτικές αρχές, ενώ έχει ανοίξει την αγορά των οίκων ευγηρίας και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η εξοικονόμηση κόστους σε αυτά έρχεται με την στήριξη σε part time και ορισμένου χρόνου εργαζομένους.

Έτσι και το προσωπικό στον οίκο ευγηρίας Sabbatsbergsbyn στο κέντρο της Στοκχόλμης βρέθηκε αντιμέτωπο με μία απίθανη κατάσταση.

Ήταν τα μέσα Μαρτίου και αρκετοί από τους 106 φιλοξενούμενους εμφάνιζαν συμπτώματα Covid-19. H εγκατάσταση ανήκει σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες διαχείρισης γηροκομείων της Σουηδίας, την Attendo, της οποίας η μετοχή διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο Nasdaq Stockholm. Πέρυσι η εταιρεία εμφάνισε έσοδα άνω των 1,3 δισ. δολαρίων.  

Οι πιο χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι συνέχισαν να κάνουν τις βάρδιές τους, ακόμη και αν αρρώσταιναν, γιατί το κράτος δεν κάλυπτε το σύνολο των απωλειών τους σε περίπτωση αναρρωτικής άδειας, είπε ένας από τους υπαλλήλους.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η Σουηδία έχει μειώσει αισθητά τη χωρητικότητα των νοσοκομείων της. Κατά την έξαρση του πρώτου κύματος της πανδημίας δεν επετράπη σε ορισμένους ηλικιωμένους που φιλοξενούνταν σε γηροκομεία η πρόσβαση στα νοσοκομεία υπό τον φόβο ότι δεν θα μείνουν διαθέσιμες κλίνες.

Ένα στοιχείο φαίνεται να έχει αυξήσει αισθητά τους κινδύνους: Η απόφαση της Σουηδίας να αποφύγει τα lockdowns, που επεβλήθησαν στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν και η κυβέρνηση συνέστησε την κοινωνική αποστασιοποίηση, κράτησε τα σχολεία, τα εστιατόρια και τα καταστήματα ανοιχτά. Δεν επέβαλε τη χρήση μάσκας.

Έρευνες των σουηδικών μέσων ενημέρωσης έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα ιδιωτικά γηροκομεία είχαν χαμηλότερο αριθμό θανάτων από τα δημόσια. Αλλά ειδικοί επισημαίνουν ότι ιδιωτικοί και δημόσιοι οίκοι ευγηρίας διοικούνται από την ίδια καθοριστική δύναμη: Οι περιφέρειες χειρίζονται την φροντίδα των ηλικιωμένων και οι περιφέρειες καλούνται να πληρώσουν λιγότερα.  

Επί δεκαετίες οι επιθετικές δημόσιες δαπάνες ήταν ο κανόνας στη Σουηδία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισε να υπάρχει η αίσθηση ότι το κράτος το είχε παρακάνει.

Με νόμο του 1992 έγινε μία στροφή στη φροντίδα των ηλικιωμένων από την εξάρτηση από γηροκομεία σε μία έμφαση στην φροντίδα κατ’ οίκον.  Ο πολιτικοί αγκάλιασαν την ιδέα ότι οι μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες θα απολάμβαναν περισσότερο τα τελευταία χρόνια της ζωής τους στο σπίτι τους. Αλλά η στροφή αυτή οφείλεται και στις επιταγές του προϋπολογισμού.

Η Attendo δήλωσε ότι διέθετε αρκετό προστατευτικό εξοπλισμό για να τηρήσει τις κατευθυντήριες οδηγίες των Σουηδών, αλλά όχι επαρκή για να διαχειριστεί την πανδημία. Όταν η εταιρεία συνειδητοποίησε ότι χρειάζεται  περισσότερο, ήρθε αντιμέτωπη με ένα παγκόσμιο έλλειμμα.

«Αυτό που έχει κάνει η πανδημία αυτή είναι να αποκαλύψει μία σειρά σφαλμάτων του συστήματος που δεν τα είχε πιάσει το ραντάρ επί χρόνια» δήλωσε ο Όλε Λούντμπεργκ, γενικός γραμματέας του Forte, συμβουλίου ερευνών για την Υγεία, που αποτελεί μέρος του υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων. «Έχουμε πλήρη εξάρτηση από την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και παραδόσεις της τελευταίας στιγμής. Οι σύριγγες που χρειαζόμαστε σήμερα θα φτάσουν το πρωί. Δεν υπάρχει περιθώριο ασφαλείας. Μπορεί να είναι πολύ αποδοτικό οικονομικά από τη μία, αλλά είναι και πολύ ευάλωτο».

Η Μία Γκράνε δεν γνώριζε αυτά τα συστημικά ζητήματα, όταν αποφάσισε να πάνε οι γονείς της στο Sabbatsbergsbyn το 2018. «Ήταν το τέλειο μέρος» λέει η 51χρονη κ. Γκράνε. «Αισθάνονταν σαν στο σπίτι τους».

Αλλά η εμπιστοσύνη της εξανεμίστηκε καθώς η πανδημία εξαπλωνόταν. Όταν ρώτησε το γηροκομείο πώς σκοπεύει να διαχειριστεί τον κίνδυνο, την διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν καλά. Μία εβδομάδα αργότερα διάβασε στην τοπική εφημερίδα ότι ένας Σουηδός μουσικός είχε πεθάνει. Ζούσε στην ίδια πτέρυγα με τους γονείς της.  Λίγο αργότερα ένα τεστ έδειξε ότι ο πατέρας της ήταν θετικός στην Covid-19.

Η κ. Γκράνε ζήτησε από το προσωπικό να μεταφέρει τον πατέρα της στο νοσοκομεία. Της είπαν ότι κανείς δεν κάνει αυτή τη διαδρομή. Ο πατέρας της πέθανε στις 2 Απριλίου. «Ήταν ολομόναχος». Μία εβδομάδα αργότερα πέθανε και η μητέρα της.

Η κ. Γκράνε δυσκολεύεται να το κατανοήσει όλο αυτό: το να μην έχε τις κατάλληλες μάσκες το προσωπικό, το να θεωρείται «εκτός ορίων» το νοσοκομείο, την απουσία ανησυχίας για την απειλή. «Για εμένα είναι ξεκάθαρο ότι ήθελαν να κάνουν οικονομία» είπε. «Στο τέλος, είναι το χρήμα που μιλάει». 

© 2020 The New York Times

Money Review