EXPLAINERS

Πώς ασκείται η νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος;

Πώς επηρεάζουν την οικονομία οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής;

Με τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής η κεντρική τράπεζα επιδιώκει να επηρεάσει το κόστος και τη διαθεσιμότητα του χρήματος στην οικονομία. Υπό κανονικές συνθήκες οι αποφάσεις αφορούν τα βασικά επιτόκια της κεντρικής τράπεζας, και κυρίως το επιτόκιο χρηματοδότησης των εμπορικών τραπεζών από αυτήν. Κάθε μεταβολή σε αυτά τα επιτόκια επηρεάζει αντίστοιχα τα επιτόκια στην αγορά χρήματος και τα τραπεζικά επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων προς τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις και, τελικά, τις επενδυτικές και καταναλωτικές αποφάσεις των οικονομικών φορέων. Με αυτή τη διαδικασία, που ονομάζεταιμηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής επιδρούν στην εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας και στη διαμόρφωση των τιμών.

Στην πρώτη περίοδο της νομισματικής ένωσης (1999-2007), κατά την οποία οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν ομαλές, η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής ήταν πολύ αποτελεσματική. Κατά τη δεύτερη περίοδο (2008 έως σήμερα), το Ευρωσύστημα ήρθε αντιμέτωπο με πρωτόγνωρες προκλήσεις, εξαιτίας σημαντικών αναταραχών που σημειώθηκαν τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό περιβάλλον, και κατά συνέπεια το έργο του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν πολύ πιο δύσκολο προκειμένου να συγκρατήσει τις επιπτώσεις τους στην οικονομία της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, η νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος κατάφερε να συμβάλει επιτυχημένα στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στο διάστημα από τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης μέχρι σήμερα.

Πώς ασκήθηκε η νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ στην περίοδο από τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης μέχρι το 2007;

Την περίοδο από το 1999 έως το 2007, το μακροοικονομικό περιβάλλον της ζώνης του ευρώ χαρακτηριζόταν από σταθερότητα στις οικονομικές εξελίξεις, με μικρές διακυμάνσεις του πληθωρισμού, κυρίως προς τα άνω. Το Διοικητικό Συμβούλιο, αξιολογώντας τις εξελίξεις τόσο των μακροοικονομικών όσο και των νομισματικών μεγεθών, όταν υπήρχε κίνδυνος να αυξηθεί ο πληθωρισμός πάνω από τον στόχο μεσοπρόθεσμα, αποφάσιζε αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ (ασκούσε δηλ.περιοριστική νομισματική πολιτική). Αντιθέτως, το Διοικητικό Συμβούλιο προχωρούσε σε μείωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ (δηλ. εφάρμοζεδιευκολυντικήνομισματική πολιτική) όταν εκτιμούσε ότι υπήρχαν κίνδυνοι μείωσης του πληθωρισμού κάτω από το στόχο.

Ως αποτέλεσμα, οι προσδοκίες της αγοράς για το μελλοντικό πληθωρισμό παρέμεναν συγκρατημένες, οι πληθωριστικές πιέσεις περιορίζονταν και, παρόλο που σημειώνονταν σημαντικές προς τα άνω διαταραχές στις τιμές, ιδιαίτερα στις τιμές της ενέργειας, κατά την πρώτη περίοδο ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε σχεδόν στο 2,1%. Συνεπώς, κατά την εν λόγω περίοδο η συμβατική νομισματική πολιτική που ασκούσε η ΕΚΤ μέσω της πολιτικής επιτοκίων συνετέλεσε αποφασιστικά στη διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στο στόχο της.

Πώς ασκήθηκε η νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ στην περίοδο από το 2008 μέχρι το 2019;

H περίοδος από το 2008 έως το 2019 χαρακτηρίστηκε από ραγδαίες μεταβολές στο μακροοικονομικό περιβάλλον στη ζώνη του ευρώ. Αρχικά, σημειώθηκαν αναταραχές και δυσλειτουργίες στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, με αποτέλεσμα οι τράπεζες, και στη ζώνη του ευρώ, να αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας και υψηλή αβεβαιότητα. Ακολούθως, οι σοβαρές δημοσιονομικές ανισορροπίες που εμφανίστηκαν σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ προκάλεσαν ανησυχίες στις αγορές για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους αυτών των χωρών, με αποτέλεσμα να σημειωθεί υψηλή διακύμανση στις αποδόσεις των κρατικών τους χρεογράφων. Στη συνέχεια, παρατηρήθηκε παρατεταμένη πτώση των τιμών που οδήγησε σε ιδιαίτερα χαμηλά, ακόμη και αρνητικά, επίπεδα του καταγραφόμενου και αναμενόμενου πληθωρισμού για μεγάλο χρονικό διάστημα, με δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομία της ζώνης του ευρώ.

Δεδομένου ότι οστόχος για τον πληθωρισμό χαρακτηρίζεται από συμμετρία, με την έννοια ότι οι αποκλίσεις του πληθωρισμού και προς τα άνω και προς τα κάτω σε σχέση με τον στόχο της ΕΚΤ είναι ανεπιθύμητες, τα χαμηλά επίπεδα του πληθωρισμού έπρεπε να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά. Έτσι, το Διοικητικό Συμβούλιο προέβη σε δραστικές μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ. Μηδένισε το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης και καθόρισε αρνητικό επιτόκιο για τα κεφάλαια που καταθέτουν οι εμπορικές τράπεζες στην κεντρική τράπεζα. Ωστόσο, η σκοπιμότητα περαιτέρω μείωσης των επιτοκίων − τα οποία έχουν πλησιάσει στο κατώτερο όριό τους (effective lower bound) − ήταν περιορισμένη, καθώς ο μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά.

Προκειμένου να επιτευχθεί η σταθερότητα των τιμών και να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε επιπρόσθετα,μη συμβατικά μέτρα[να προστεθεί link] νομισματικής πολιτικής, τα οποία σχεδιάστηκαν για να λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα συμβατικά μέτρα. Η δέσμη αυτών των μέτρων πέτυχε να ενισχύσει τη συμβατική πολιτική των επιτοκίων, παρέχοντας επαρκή νομισματική χαλάρωση. Ως αποτέλεσμα, αντιστράφηκε η καθοδική τάση των τιμών και ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε περίπου στο 1,4% κατά τη δεύτερη περίοδο, αλλά και πάλι χαμηλότερα από τον στόχο της ΕΚΤ.

Πιο συγκεκριμένα, με τη διενέργεια πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, και ιδιαίτερα των στοχευμένων πράξεων (Targeted Longer-Term Refinancing Operations), παρέχεται άφθονη ρευστότητα προς τις τράπεζες με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ομαλοποιούνται οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ενθαρρύνεται ο δανεισμός προς τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα.

Επιπλέον, το διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (Asset Purchase Programme) επηρεάζει και τα μεσο-μακροπρόθεσμα επιτόκια. Η μείωση των επιτοκίων αυτών μετριάζει το κόστος πρόσβασης σε τραπεζικές πιστώσεις για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι δαπάνες του ιδιωτικού τομέα. Το γεγονός αυτό στηρίζει τις επενδύσεις και την κατανάλωση και συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και στον περιορισμό των προς τα κάτω αποκλίσεων του πληθωρισμού από το στόχο.

Σημαντική είναι και η συμβολή της παροχής διαβεβαιώσεων (forward guidance) ότι η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι διευκολυντική και ότι τα βασικά επιτόκια θα διατηρηθούν στα τωρινά, ή και χαμηλότερα, επίπεδα μέχρι να διαπιστωθεί ότι οι προοπτικές για τον πληθωρισμό συγκλίνουν σε επίπεδα συνεπή με το στόχο της ΕΚΤ, καθώς έτσι μειώνεται η αβεβαιότητα για το μελλοντικό επίπεδο των επιτοκίων και προσαρμόζονται οι προσδοκίες της αγοράς για τον αναμενόμενο πληθωρισμό.

Πώς διαμορφώθηκε η νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ στην περίοδο από το 2020 μέχρι σήμερα;

Πιο πρόσφατα, η εμφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19) αποτέλεσε μείζονα διαταραχή για τις οικονομικές προοπτικές, τόσο παγκοσμίως, όσο και στη ζώνη του ευρώ, και οδήγησε σε αύξηση της αβεβαιότητας στις αγορές. Σε αυτή την περίοδο, το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε άμεσες και καθοριστικές αποφάσεις προκειμένου[να προστεθεί link], σε συνδυασμό με τα υφιστάμενα μέτρα διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής, να διατηρηθούν ευνοϊκές οι συνθήκες χρηματοδότησης και να επωφεληθούν εξίσου όλοι οι τομείς της οικονομίας: νοικοκυριά, επιχειρήσεις, τράπεζες και κυβερνήσεις.

Αναλυτικά, αποφασίστηκε η άμεση εφαρμογή ενός έκτακτου, λόγω πανδημίας, προγράμματος αγοράς τίτλων (Pandemic Emergency Purchase Programme) για να διαδραματίσει διττό ρόλο, συμβάλλοντας τόσο στην αντιμετώπιση των κινδύνων για το μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, όσο και στην ενίσχυση της νομισματικής χαλάρωσης για την τόνωση της οικονομίας. Οι αγορές στο πλαίσιο του προγράμματος διενεργούνται με ευελιξία βάσει των συνθηκών της αγοράς, γεγονός που επιτρέπει διακυμάνσεις στην κατανομή των αγορών ως προς το χρόνο, τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και τις χώρες. Στο πλαίσιο των αγορών τίτλων του δημόσιου τομέα, επιλέξιμα για αγορές είναι και τα ομόλογα που εκδίδονται από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Επίσης, το Ευρωσύστημα προέβη σε πρόσθετες, έκτακτες πράξεις αναχρηματοδότησης και βελτίωσε σημαντικά τους όρους των στοχευμένων πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, με σκοπό να στηρίξει τις τραπεζικές χορηγήσεις προς όσους έχουν πληγεί περισσότερο από την εξάπλωση του κορωνοϊού και έχουν αυξημένες ανάγκες σε κεφάλαια, ιδίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, υιοθετήθηκαν μέτρα που καθιστούν λιγότερη αυστηρή την παροχή εξασφαλίσεων, ώστε οι τράπεζες να αξιοποιούν πλήρως τη χρηματοδοτική στήριξη του Ευρωσυστήματος. Μεταξύ αυτών αποφασίστηκε η αποδοχή των ελληνικών κρατικών τίτλων ως εξασφαλίσεις στις πράξεις αναχρηματοδότησης των τραπεζών. Σε συνδυασμό με την χαλάρωση των εποπτικών κανόνων και την παροχή κρατικών εγγυήσεων σε δάνεια, η νομισματική πολιτική κατάφερε να συμβάλλει σημαντικά στην προστασία των δανειοληπτών και στη στήριξη της πιστωτικής επέκτασης.

Τέλος, στη νέα στρατηγική της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2021, το Διοικητικό Συμβούλιο υιοθέτησε συμμετρικό στόχο 2% για τον πληθωρισμό προκειμένου να διατηρείται καλύτερα η σταθερότητα των τιμών. Όταν η οικονομία λειτουργεί κοντά στο κατώτατο επίπεδο των ονομαστικών επιτοκίων, απαιτείται ιδιαίτερα σθεναρή ή επίμονη δράση από την πλευρά της νομισματικής πολιτικής προκειμένου να αποτραπεί η παγίωση αρνητικών αποκλίσεων από τον στόχο για τον πληθωρισμό. Αυτό αποτυπώνεται και στις ενδείξεις που παρέχει το Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη των επιτοκίων (forward guidance) για να τονίσει τη δέσμευσή του να διατηρήσει μια επίμονα διευκολυντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτική. Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Συμβούλιο ανακοίνωσε ότι τα επιτόκια της ΕΚΤ θα παραμείνουν στα τωρινά ή χαμηλότερα επίπεδα, ακόμα και αν αυτό μπορεί να συνεπάγεται μία μεταβατική περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός διαμορφώνεται σε επίπεδο μετρίως υψηλότερο από τον στόχο.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά προκλήσεις που ενδέχεται να εμφανιστούν στο μέλλον και να υπηρετεί διαχρονικά την εντολή που του έχει ανατεθεί για σταθερότητα των τιμών. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να προσαρμόσει καταλλήλως όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα.

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News