Business & Finance Παρασκευή 4/12/2020, 21:18
ΑΓΟΡΕΣ

Οι πρωταγωνιστές του 2020, τα φαβορί του 2021

φωτ. REUTERS/

Χρειάστηκαν 120 ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει ο Dow Jones να σπάσει το φράγμα των 20.000 μονάδων για πρώτη φορά στην ιστορία του στις αρχές του 2017, λίγο αφόρου ο Ντόναλντ Τραμπ αναλάβει πρόεδρος των ΗΠΑ. Χρειάστηκε όμως λιγότερος από ένας χρόνος για να ξεπεράσει το φράγμα των 25.000 μονάδων στις 4 Ιανουαρίου του 2018 και κάτι λιγότερο από τρία έτη για να ξεφύγει πάνω από τις 30.000 μονάδες. Και μόνο μία δεκαετία για να υπερδιπλασιαστεί. 

Τα τελευταία τρία χρόνια, ήταν κάτι σαν τραινάκι του τρόμου. Dow Jones και S&P 500 έκλεισαν το 2018 με πτώση, παρουσιάζοντας την χειρότερη επίδοση δεκαετίας, για να ανακάμψουν όμως το 2019 και οι τρεις κορυφαίοι χρηματιστηριακούς δείκτες της Wall Street με κέρδη 20% έκαστος. Το 2020, από την αρχή του, έδειξε ότι το σκαμπανέβασμα μπορεί να γίνει ακόμη πιο τρομακτικό, με την αστάθεια και τη νευρικότητα να χτυπούν κόκκινο.

Ο Dow παρουσίασε αυξομειώσεις της τάξης του 3% περισσότερες από κάθε άλλη χρονιά από το 2008, σύμφωνα με στοιχεία του Dow Jones. Μετά από τις μεγαλύτερες απώλειες στην ιστορία της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου, με πτώση τουλάχιστον 20%, ακολούθησε στο δεύτερο τρίμηνο μία ιστορική άνοδο, με το Dow να επιστρέφει σε τροχιά ανάκαμψης μέσα σε μόλις 193 συνεδριάσεις, συγκριτικά με το μέσο όρο ενός διαστήματος μεγαλύτερου των πέντε ετών που χρειάστηκε στις προηγούμενες καθοδικές αγορές. Θετικό και το τρίτο τρίμηνο στο σύνολό του, παρά τις έντονες αυξομειώσεις του Σεπτεμβρίου, που έκανε τους επενδυτές να διερωτηθούν εάν επρόκειτο για διόρθωση ή κάποια άλλη σοβαρή προειδοποίηση, καθώς ολόκληρη η επενδυτική κοινότητα είχε στραμμένο το βλέμμα της στις αμερικανικές εκλογές με την αγωνία ότι δεν θα έδιναν ξεκάθαρο αποτέλεσμα. 

Μετά την εκλογή του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν, η Wall Street πήρε ξανά φωτιά καταρρίπτοντας αλλεπάλληλα ιστορικά υψηλά στις τελευταίες συνεδριάσεις, με το Dow να περνά στη συνεδρίαση της 24ης Νοεμβρίου το κατώφλι των 30.000 μονάδων. Ο φετινός Νοέμβριος υπήρξε για το δείκτη S&P 500 ο τρίτος καλύτερος στην ιστορία του. Το πέρασμα πάνω από τις 30.000 μονάδες δημιουργεί πλέον άλλα δεδομένα. Τη Μαύρη Δευτέρα της 19ης Οκτωβρίου του 1987, ο Dow βούλιαξε 22,6% ή κατά 508 μονάδες επιστρέφοντας στις 1.738,74. Υπό τις παρούσες συνθήκες, μία πτώση 508 μονάδων σημαίνει απώλεια μόλις 1,7% της αξίας του. 

Το καύσιμο πίσω από την κούρσα ανόδου της Wall Street είναι η πεποίθηση ότι η Fed θα είναι πάντα εδώ και θα παρεμβαίνει, μετά μάλιστα από το διορισμό της Τζάνετ Γέλεν στο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, γνωστής ως η κυρία των ελλειμμάτων αφού τάσσεται υπέρ των μεγάλων δημοσιονομικών δαπανών. Η εποχή των υπερβολικά χαμηλών επιτοκίων φαίνεται ότι θα συνεχιστεί για χρόνια, με τις κεντρικές τράπεζες να παίρνουν δραστικά μέτρα για να στηρίξουν τις οικονομίες εν μέσω κορωνοϊού. Η προσδοκία αυτή έχει αναιρέσει την επικρατούσα λογική ότι ένα εξισορροπημένο χαρτοφυλάκιο θα πρέπει να έχει 60% μετοχές και 40% ομόλογα. “Για να εξασφαλίσεις σήμερα μία απόδοση της τάξης του 6% θα πρέπει να διακρατείς πολύ περισσότερες μετοχές απ΄ό,τι στο παρελθόν”, όπως αναφέρουν στρατηγικοί αναλυτές. 

Οικονομολόγοι στο τελευταίο poll του Reuters προβλέπουν ότι το εντυπωσιακό ράλι των διεθνών χρηματιστηριακών αγορών θα συνεχιστεί για τουλάχιστον έξι μήνες ακόμη, παρότι σε βραδύτερο ρυθμό, με την προσδοκία ότι το φθηνό χρήμα και τα υποψήφια εμβόλια κατά του Covid-19 θα δώσουν το έναυσμα στις οικονομίες να ανακάμψουν και τα εταιρικά κέρδη να βελτιωθούν περαιτέρω. Ενώ οι εννέα από τους 17 διεθνείς χρηματιστηριακούς δείκτες που εξετάζει το poll του Reuters αναμένεται να κλείσουν το τρέχον έτος σε επίπεδα χαμηλότερα από αυτά του τέλους του 2019, για τον S&P 500 προβλέπεται επιπλέον άνοδο 9% κλείνοντας στα τέλη του 2021 στις 3.900 μονάδες. H Goldman Sachs και η JPMorgan προβλέπουν περαιτέρω άνοδο 25% του δείκτη τουλάχιστον για τα επόμενα δύο έτη, με την τελευταία μάλιστα να βλέπει πιθανό αυτό το σενάριο και έως τα τέλη του τρέχοντος έτους. Για το Dow Jones, οι οικονομολόγοι στο poll του Reuters βλέπουν περαιτέρω άνοδο 10% έως τα τέλη του τρέχοντος έτους, με κλείσιμο πάνω από τις 32.000 μονάδες. 

Οι προβλέψεις για το 2021

Στην Ευρώπη, προβλέπουν για το 2021 άνοδο των μετοχών κοντά στα ιστορικά υψηλά τους με τον πανευρωπαϊκό δείκτη STOXX 600 να ενισχύεται περισσότερο από 10% και να εκτοξεύεται στις 430 μονάδες μέσα σε ένα 12μηνο. Για τις ευρωπαϊκές μετοχές, που έχουν ενισχυθεί 60% από το χαμηλό Μαρτίου, ο Νοέμβριος υπήρξε ο καλύτερος μήνας όλων των εποχών με κέρδη κοντά στο 14%. H Barclays τάσσεται υπέρ των ευρωπαϊκών μετοχών που τις βλέπει να αγγίζουν νέα υψηλά το 2021, με δυναμική ανόδου 13% για τον STOXX 600. Εκτιμά ότι το ράλι θα καθοδηγηθεί περισσότερο από τη βελτίωση της αναλογίας κερδών/μετοχών και την εντυπωσιακή άνοδο των κυκλικών μετοχών, όταν η οικονομική δραστηριότητα θα επιστρέψει σε ομαλότητα μετά από το εμβόλιο. Φαβορί για το 2021 θεωρεί τη μετοχή της BP με δυναμική ανόδου 63,7%, την ολλανδική τράπεζα ABN Amro με 50,6% και τη βρετανική εταιρεία τηλεπικοινωνιών ΒΤ με 47,2%. 

Από την Ασία, η Credit Suisse δίδει ψήφο εμπιστοσύνης στις κινεζικές μετοχές, επισημαίνοντας ότι μπορούν να προσφέρουν υψηλά ποσοστά κέρδους σε ελκυστικές ακόμη αποτιμήσεις, με δυνατό σημείο την κινεζική τεχνολογία με ονόματα όπως Alibaba, Tencent, Baidu και Meituan. Τα κέρδη του δείκτη MSCI για την Κίνα αναμένεται να εκτιναχθούν από το 2% εφέτος στο 21% το 2021, σύμφωνα με τη Credit Suisse, η οποία ωστόσο επικαλείται και τους κινδύνους από την εμπορική πολιτική Κίνας-ΗΠΑ και το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο που μπορεί να αποσταθεροποιήσει την αναπτυξη του τεχνολογικού κλάδου.  

Ωστόσο, ο Τζιμ Κράμερ, πρώην διαχειριστής αντισταθμιστικού ταμείου, χαρακτηρίζει, σε δηλώσεις του στο CNBC, “παράλογη” την άνοδο μερικών μετοχών, επισημαίνοντας ότι οι επενδυτές έχουν στραφεί σε κάποια ονόματα όπως Tesla, η μετοχή της οποίας παρουσιάζει από τις αρχές του έτους έως σήμερα άνοδο 586%, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τα θεμελιώδη ή την κατάσταση της πανδημίας. Ο Κράμερ θεωρεί τη σημερινή αγορά μετοχών την πιο κερδοσκοπική που έχει υπάρξει μέχρι σήμερα. Υπάρχουν και άλλοι αναλυτές που εφιστούν την προσοχή ότι παρά την προβλεπόμενη συνέχιση της ανόδου, θα υπάρξουν διαλείμματα με έντονα σκαμπανεβάσματα καθώς θα χρειαστεί χρόνος για να κυκλοφορήσει ένα εμβόλιο στην αγορά και όσο η πανδημία θα παραμένει οι κυβερνήσεις θα προχωρούν σε κυλιόμενα lockdowns.

Οι κερδισμένοι του 2020 (με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία)

Oι μετοχές τεχνολογίας και Διαδικτύου συγκαταλέγονται στους μεγάλους κερδισμένους του 2020, παρότι το μέγεθος της ανόδου πυροδοτεί ανησυχίες ως προς τις αποτιμήσεις, που σημαίνουν κίνδυνο εάν οι εταιρείες αυτές δεν καταφέρουν να ανταποκριθούν στην υπερβολική αισιοδοξία των επενδυτών. Ο δείκτης υψηλής τεχνολογίας Nasdaq καταγράφει άνοδο 33% από τις αρχές του έτους έως σήμερα, με τον επιμέρους δείκτη τεχνολογίας του S&P 500 να ενισχύεται 30% την ίδια περίοδο και το δείκτη της Φιλαδέλφια για τον κλάδο ημιαγωγών 40%. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ακατάσχετης ευφορίας η μετοχή της Zoom Video Communications που έχει ενισχυθεί περισσότερο από 530% και είναι από τις πλέον ευνοημένες της πανδημίας. Oι λεγόμενες μετοχές FAANG (Facebook, Apple, Αmazon, Netflix και Google) έχουν ενισχυθεί μέχρι σήμερα περίπου 72% παρότι οι έντονες ρευστοποιήσεις από αρχές Οκτωβρίου έως πρόσφατα να έχουν ανακόψει τη δυναμική ανόδου. 

Aναλυτές εκτιμούν ότι μετά τη διόρθωση αυτή, οι μετοχές τεχνολογίας θα πάρουν και πάλι την ανιούσα καθοδηγώντας το “χριστουγεννιάτικο ράλι”. Επίσης, η μεγαλύτερη ανάπτυξη του τομέα της τεχνητής νοημοσύνης θα δώσει περαιτέρω ώθηση στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, όπου παίχουν ονόματα όπως Amazon, Google, IBM, Microsoft και Alibaba, καθώς πρόκεται για μία αγορά που μπορεί να ενισχύσει την παγκόσμια οικονομία κατά 14 τρισ.δολάρια σε επιπλέον προστιθέμενη αξία έως το 2035.

Ακολουθεί ο δείκτης επιλεκτικών καταναλωτικών ειδών (discretionary), που περιλαμβάνει μετοχές από τον χώρο του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως Amazon.com, eBay και Etsy, με άνοδο 29% και ο δείκτης υπηρεσιών επικοινωνιών, με ονόματα όπως Facebook, Alphabet, Twitter και Netflix με άνοδο περίπου 18%.  

Η βαριά βιομηχανία ανέκαμψε επίσης σημαντικά από τις απώλειες κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, καθώς πολλές μονάδες αναγκάστηκαν να διακόψουν τη λειτουργία τους, όμως τους τελευταίους μήνες κατάφερε να ανακάμψει με τις μετοχές του κλάδου στις ΗΠΑ να καταγράφουν άνοδο 9% από τις αρχές του έτους έως σήμερα, καθώς από τις αρχές Οκτωβρίου ο κλάδος έχει ενισχυθεί 15%, ενώ στην Ευρώπη κατάφερε να σταθεροποιηθεί. 

Στους κερδισμένους και οι μετοχές στο χρηματιστήριο της Σαγκάης με άνοδο περίπου 17% από τις αρχές του έτους έως σήμερα καθώς και ο δείκτης MSCI για τις αναδυόμενες μετοχές με κέρδη κοντά στο 15%. Από την Ασία, στους κερδισμένους και ο χρηματιστηριακός δείκτης Nikkei στο Τόκιο με άνοδο άνω του 11%. 

Οι χαμένοι του 2020

Μεγάλος χαμένος ο κλάδος πετρελαίου, παρότι οι τιμές έχουν ανακάμψει από τα χαμηλά του Μαρτίου και του Απριλίου, χωρίς ωστόσο να έχουν κατορθώσει να καλύψουν τις μεγάλες απώλειες των αρχών του έτους. Μόνιμη απειλή οι εξασθενημένες προοπτικές ζήτησης, παρά τη συμφωνία μείωσης της παραγωγής από τον ΟΠΕΚ+, που αναμένεται τώρα ότι θα παραταθεί για τουλάχιστον τρεις μήνες ακόμη. Νωπή στη μνήμη είναι ακόμη η ιστορική κατρακύλα, τον Απρίλιο, των αμερικανικών προθεσμιακών αργών παράδοσης Μαίου που βυθίστηκαν πολύ κάτω από το μηδέν όταν τον Απρίλιο του 2008 η τιμή αργού κατέρριπτε ιστορικό υψηλό στα 112 δολάρια το βαρέλι. Η τιμή brent καταγράφει απώλειες 29% από τις αρχές του έτους έως σήμερα, παρασύροντας και τις μετοχές του κλάδου και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού: ο επιμέρους δείκτης ενέργειας του S&P 500 σημειώνει έως σήμερα απώλειες 35% ενώ του STOXX 600 26%.  

 Στους χαμένους, και ο κλάδος τραπεζών, με τον επιμέρους δείκτη του S&P για τον χρηματοοικονομικό κλάδο να καταγράφει απώλειες άνω του 7% από τις αρχές του έτους έως σήμερα. Στην Ευρώπη, η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη, με το σχετικό δείκτη του STOXX 600 να καταγράφει απώλειες 22%. Ωστόσο, τους δύο τελευταίους μήνες, ο χρηματοοικονομικός κλάδος έχει ανακάμψει 18%. Η ΕΚΤ προειδοποίησε πρόσφατα ότι τα κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών δεν θα επιστρέψουν σε προ της πανδημίας επίπεδα πριν από το 2022. Η απόδοση επί του μετοχικού κεφαλαίου, που είναι μέτρο κερδοφορίας των τραπεζών, αναμένεται στο 1,7% εφέτος για να αυξηθεί στο 3,1% και 5% το 2021 και 2022 αντίστοιχα. Ο συγκεκριμένος δείκτης κινείτο γύρω στο 6% τον Ιούνιο του 2019, σύμφωνα με την ΕΚΤ. 

Στους χαμένους συμπεριλαμβάνονται οι αεροπορικές ανά τον κόσμο, που πραγματοποιούν αυτή τη στιγμή το ένα-δέκατο των πτήσεων που είχαν πριν από το Μάρτιο. Οι περισσότερες αεροπορικές εταιρείες έχουν λάβει κρατικά πακέτα διάσωσης για να μπορέσουν να επιβιώσουν, ενώ η προοπτική να φορούν οι επιβάτες επί μονίμου βάσεως μάσκα δεν πρόκειται να βοηθήσει. Σε αντίστοιχη κρίση βρίσκονται και οι κατασκευαστές αεροσκαφών, όπως η Boeing, με τη μετοχή της να υποχωρεί εφέτος 38% ή οι κατασκευαστές μερών αεροσκαφών όπως η Rolls Royce, με τη μετοχή της σε πτώση 56%. Στην ίδια μοίρα με τις αεροπορικές βρίσκεται και ο τουριστικός κλάδος με αναλυτές να εκτιμούν ότι η παγκόσμια αγορά ταξιδίων και τουρισμού θα απωλέσει 100 εκατ.θέσεις εργασίας εφέτος. Oι μετοχές του τομέα αερομεταφορών καταγράφουν από τις αρχές του έτους έως σήμερα απώλειες περίπου 30% και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Σε πτώση 20% και ο ευρωπαϊκός κλάδος ταξιδίων και ψυχαγωγίας, ενώ στις ΗΠΑ ο κλάδος ξενοδοχείων, εστιατορίων και ψυχαγωγίας κατάφερε και “μάζεψε” τις απώλειές του κοντά στο 2%. 

Τα εμβόλια θα σκοτώσουν το ράλι του χρυσού;

Παρότι έχασε τη λάμψη του, στην προσμονή ενός εμβολίου που θα μπορούσε να δώσει ώθηση στην ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, ο χρυσός, που άρχισε το έτος στα 1.500 δολάρια η ουγκιά, εξακολουθεί να κινείται σε ανοδική τροχιά για εφέτος και να καταγράφει από τις αρχές του έτους έως σήμερα κέρδη 21%. Η στροφή των επενδυτών σε πιο ριψοκίνδυνες κατηγορίες ενεργητικού άσκησαν έντονες πιέσεις στην τιμή του χρυσού με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην περιοχή των 1.800 δολαρίων από το ιστορικό υψηλό των 2.072 που είχε αγγίξει τον Αύγουστο. Η Bank of America, παρότι απέσυρε την πρόβλεψή της για άλμα του χρυσού στα 3.000 δολάρια, όταν οι επενδυτές απέσυραν το ποσό ρεκόρ των 4 δισ.δολαρίων από αμοιβαία που τοποθετούν σε χρυσό την εβδομάδα που έληξε στις 18 Νοεμβρίου, βλέπει ακόμη περιθώρια ανόδου πάνω από τα 2.000 δολάρια το επόμενο έτος, προτού υποχωρήσει ξανά σε ένα εύρος διακύμανσης 1.900 έως 1.950 δολαρίων το 2022 έως 2025. H Citibank εξακολουθεί να προβλέπει μία τιμή στα 2.100 δολάρια το επόμενο έτος και στα 2.200 το 2022. Η Μacquarie προβλέπει μία τιμή στα 1.550 δολάρια η ουγκιά μέχρι τα τέλη του 2021. Ωστόσο, αναλυτές της Saxo Bank έχουν αντίθετη άποψη: οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν τα επιτόκια χαμηλά και η τεράστια ποσότητα ρευστότητας που θα απελευθερωθεί στις αγορές θα επαναφέρει την απειλή του πληθωρισμού, έναντι του οποίου ο χρυσός αποτελεί αντιστάθμισμα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το δολάριο θα αποδυναμωθεί καθώς η παγκόσμια οικονομία βελτιώνεται, καθιστώντας τον χρυσό φθηνότερο στους αγορές εκτός των ΗΠΑ. 

Χαλκός 

Η αλλαγή προοπτικής αποτυπώνεται τα μέγιστα στην αξία του χρυσού έναντι του χαλκού, ένα βιομηχανικό μέταλλο που ευημερεί σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης. Τον Απρίλιο, ο χρυσός ήταν 11.000 φορές πιο πολύτιμος από το χαλκό. Παρότι εξακολουθεί να είναι είναι πάνω από το μακροπρόθεσμο μέσο όρο, η αναλογία αυτή έχει περιοριστεί στις 8.000. O χαλκός καταγράφει άνοδο 18% από τις αρχές του έτους έως σήμερα, με αναλυτές να βλέπουν ιδιαίτερα θετικές προοπτικές, καθώς επέστρεψε η ζήτηση από την Κίνα, τον κορυφαίο καταναλωτή μετάλλων στον κόσμο και η προσφορά έχει περιοριστεί. 
            
Συνάλλαγμα

To ευρωπαϊκό ενιαίο νόμισμα έκανε δυναμική επιστροφή τους τελευταίους μήνες, αντισταθμίζονας τις απώλειες του πρώτου τριμήνου και καταγράφοντας από τις αρχές του έτους έως σήμερα κέρδη περίπου 6% έναντι του δολαρίου. Αντίθετα, ο δείκτης δολαρίου έχει υποχωρήσει την ίδια περίοδο περίπου 4%. Ισχυροποιημένο 4% και το γιέν έναντι του δολαρίου. Το αμερικανικό νόμισμα έχει δεχθεί έντονες πιέσεις τον τελευταίο καιρό από τη στροφή των επενδυτών στο ριψοκίνδυνο ενεργητικό εν μέσω προσδοκιών για νέα μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής στις ΗΠΑ. Στρατηγικοί αναλυτές της Citigroup προβλέπουν ότι το δολάριο θα μπορούσε να διολισθήσει περίπου 20% το 2021, ενώ αναλυτές της Goldman Sachs εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι κάνοντας λόγο για απώλειες 6% τους επόμενους 12 μήνες. Αναλυτές της ING βλέπουν πτώση 10%.
Ο μεγάλος χαμένος βεβαίως του τρέχοντος έτους είναι η τουρκική λίρα με απώλειες περίπου 30% παρά την εντυπωσιακή αύξηση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας κατά 475 μονάδες βάσης και την πιο φιλική προς τις αγορές οικονομική πολιτική της χώρας. 

Ε.Τ.

Money Review