Business & Finance Δευτέρα 18/07/2022, 20:38
ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυξάνεται ο κίνδυνος ύφεσης σε Ε.Ε. και ΗΠΑ

Η Γκίτα Γκόπιναθ, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, προαναγγέλλει νέα υποβάθμιση της παγκόσμιας ανάπτυξης

Αυξάνεται ο κίνδυνος ύφεσης σε Ε.Ε. και ΗΠΑ

Σοβαρό ενδεχόμενο ύφεσης στην Ε.Ε. και τις Ηνωμένες Πολιτείες βλέπει η Γκίτα Γκόπιναθ, αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» από το Μπαλί, όπου συμμετείχε στις εργασίες της συνόδου των υπουργών Οικονομικών του G20, η 50χρονη Ινδοαμερικανή οικονομολόγος προειδοποιεί: «Ο κίνδυνος της ύφεσης αυξάνεται, ιδιαίτερα για το 2023. Αυτό ισχύει τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την Ευρώπη».

«Τον Απρίλιο, όταν υποβαθμίσαμε την παγκόσμια ανάπτυξη στο 3,6% για φέτος, είχαμε επισημάνει ότι υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι επιδείνωσης [downside risks]», εξηγεί η Γκόπιναθ, που έχει υπηρετήσει και ως επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου, ενώ ήταν καθηγήτρια Οικονομικών στο Harvard για σχεδόν δύο δεκαετίες. «Αρκετοί από αυτούς τους κινδύνους έχουν πραγματωθεί».

«Ο πληθωρισμός έχει εξελιχθεί σε σοβαρό πρόβλημα σε πολλές χώρες», εξηγεί αναπτύσσοντας το σκεπτικό της. «Η νομισματική σύσφιξη συμβαίνει με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι περιμέναμε τον Απρίλιο. Ανησυχούσαμε για τις εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη και τώρα βλέπουμε ότι βρίσκονται μόνο στο 40% του επιπέδου του 2021. Στην Κίνα, οι πολιτικές zero COVID είχαν ως αποτέλεσμα να καταγραφεί μεγάλο πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Για όλους αυτούς τους λόγους βλέπουμε μια προοπτική που σκοτεινιάζει. Θα υποβαθμίσουμε ξανά τη μεγέθυνση –για τρίτη συνεχή φορά– στην ενημέρωση του World Economic Outlook στις 26 Ιουλίου, τόσο για την Ε.Ε. όσο και για τις ΗΠΑ και τον κόσμο».

Οπως παρατηρεί η Γκόπιναθ, «οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία είναι πιο σοβαρές για την Ευρώπη παρά για τις ΗΠΑ. Η Ευρώπη –και ιδιαίτερα η Ευρωζώνη– είναι εισαγωγέας ενέργειας. Οι ΗΠΑ είναι εξαγωγέας». Η επίδραση του πολέμου, προσθέτει, διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα εντός της Ε.Ε.: «Για τη Γερμανία αυτό είναι ένα πολύ αρνητικό σοκ. Το ίδιο ισχύει για χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης».

«Αναμένουμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε υψηλή μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας για την Ευρώπη για ένα ή δύο χρόνια ως αποτέλεσμα του πολέμου και των συνεπειών του», σημειώνει η υπ’ αριθμόν δύο αξιωματούχος του ΔΝΤ. Οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου για την Ευρώπη, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, «θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από το αν θα οδηγηθούμε σε υποχρεωτικό περιορισμό της κατανάλωσης [rationing] του φυσικού αερίου στην Ευρωζώνη», σύμφωνα με την Γκόπιναθ. Μια τέτοια εξέλιξη, «που θα μπορούσε να συμβεί τον ερχόμενο χειμώνα, θα αποτελέσει πηγή ιδιαίτερα μεγάλης διαταραχής». Η Ευρώπη κάνει αυτά που πρέπει για να μειώσει δραστικά την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο, λέει, αλλά αυτό «θα πάρει χρόνο».

Ευρωζώνη και Ελλάδα

Η συζήτηση επικεντρώνεται στην Ευρωζώνη και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Πόσο στενά παρακολουθεί αυτό το θέμα το Ταμείο; Υπάρχει ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης χρέους, αν όχι άμεσα, τότε μεσοπρόθεσμα, αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα;

«Βρισκόμαστε σε έναν κύκλο όπου οι συνθήκες χρηματοδότησης γίνονται πιο σφιχτές, με έντονο ρυθμό τους τελευταίους μήνες. Σε αντίθεση με τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, ωστόσο, δεν θα τις περιέγραφα σε αυτό το σημείο ως ιδιαίτερα σφιχτές σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα. Στην περίπτωση της Ευρωζώνης βλέπουμε πράγματι το φαινόμενο του χρηματοοικονομικού κατακερματισμού, με ορισμένες χώρες να πληρώνουν υψηλότερα spreads στο κόστος δανεισμού τους».

Ωστόσο η Γκόπιναθ δεν εμφανίζεται έτοιμη να σημάνει τον συναγερμό. Χώρες όπως η Ιταλία, εξηγεί, των οποίων τα spreads έχουν αυξηθεί, «έχουν επιμηκύνει τις λήξεις του χρέους τους και έχουν επίσης μετακινηθεί με την πάροδο του χρόνου σε φθηνότερη χρηματοδότηση. Ετσι, το μέσο κόστος δανεισμού τους έχει μειωθεί». Αναγνωρίζει πάντως ότι «βιώνουμε αβέβαιους καιρούς» και ότι αυτή η τάση μείωσης του κόστους δανεισμού μπορεί να αναστραφεί εάν υπάρξει περαιτέρω επιδείνωση των όρων χρηματοδότησης.

Ειδικά σχετικά με την Ελλάδα, την οποία πρόσφατα το Ταμείο νουθέτησε να μην προχωρήσει σε αυξήσεις μισθών και συντάξεων, αναφέρει ότι «ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη “ξυρίσει” περίπου μία ποσοστιαία μονάδα ανάπτυξης από την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα εισάγει ενέργεια από τη Ρωσία και επίσης υποφέρει από τις δευτερογενείς επιπτώσεις του πολέμου που γίνονται αισθητές στην επιβράδυνση των εμπορικών ροών με τους εταίρους της».

«Θα ενθαρρύνουμε τις Αρχές να συνεχίσουν την πορεία της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής εξυγίανσης», συνεχίζει. «Αυτό μπορεί πάντα να γίνει με τρόπο φιλικό προς την ανάπτυξη, δίνοντας προτεραιότητα στο σωστό είδος δαπανών. Πρόκειται για ζήτημα ζωτικής σημασίας». Η αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του Ταμείου μιλάει επίσης θετικά για το ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, υπογραμμίζοντας όμως τη σημασία του πώς θα υλοποιηθεί. «Είναι απολύτως απαραίτητο» να γίνει σωστή εφαρμογή του, λέει χαρακτηριστικά.

Δημοσιονομικά διλήμματα

Οι αντίρροπες πιέσεις της οικονομικής επιβράδυνσης και του πληθωρισμού έχουν δημιουργήσει ένα επώδυνο δίλημμα για τους διαχειριστές των δημόσιων οικονομικών. Στις αρχές της εβδομάδας, το Eurogroup, σε δήλωση για τη δημοσιονομική πολιτική στην Ευρωζώνη το 2023, πήρε θέση κατά της παράτασης της δημοσιονομικής επέκτασης. Αυτό παρά το γεγονός ότι η απειλή της ύφεσης διαρκώς διογκώνεται και η Κομισιόν έχει αποφασίσει την παράταση της γενικής ρήτρας διαφυγής για ακόμα μία χρονιά.

Το ΔΝΤ, σύμφωνα με την αναπληρώτρια διευθύντριά του, βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, σημειώνει η Γκόπιναθ, είναι «πολύ πάνω από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» και «δεν αφορά μόνο τα τρόφιμα και τα καύσιμα. Εχει ολοένα και πιο ευρεία βάση και πρέπει να αντιμετωπιστεί».

«Η δημοσιονομική πολιτική δεν πρέπει να λειτουργεί ανασταλτικά για τον στόχο της μείωσης του πληθωρισμού. Σίγουρα υποστηρίζουμε πολύ στοχευμένες μεταβιβάσεις σε προσωρινή βάση για εκείνα τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο από το ενεργειακό σοκ. Αλλά δεν πιστεύουμε στην παράταση μιας επεκτατικής δημοσιονομικής στάσης, η οποία καθιστά πιο δύσκολο τον έλεγχο του πληθωρισμού. Σε γενικές γραμμές, εάν πρόκειται να αυξηθούν οι δαπάνες [για την αντιμετώπιση των συνεπειών του ενεργειακού σοκ] θα πρέπει να συνδυαστούν με περικοπές άλλων δαπανών ή αύξηση των δημοσίων εσόδων, έτσι ώστε η πολιτική να είναι –κατ’ ελάχιστον– δημοσιονομικά ουδέτερη».

Η Γκόπιναθ, ωστόσο, δεν συγκαταλέγεται στις φωνές που παροτρύνουν τους εργαζομένους να δείξουν αυτοσυγκράτηση ώστε να μη δημιουργηθούν δευτερογενείς πιέσεις που θα παγιώσουν την αύξηση του πληθωρισμού. Εκανε μάλιστα σχετικά αναφορά στην παρέμβασή της στο –ανοιξιάτικο φέτος– Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός.

«Το επιχείρημά μου ήταν ότι η κερδοφορία των επιχειρήσεων αυξήθηκε αρκετά τα τελευταία δύο χρόνια, σε διάφορους τομείς. Είναι πάντα πιθανό η αύξηση των μισθών να είναι απλώς ένα μέσο για να μεταβιβαστούν περισσότερα από αυτά τα κέρδη στους εργαζομένους χωρίς αυτό να προκαλέσει αύξηση των τιμών. Για παράδειγμα, πριν από την πανδημία, όταν η αγορά εργασίας ήταν σφιχτή, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη είδαμε ότι οι μισθοί ανέβαιναν, αλλά ο πληθωρισμός όχι. Δεν υπάρχει κάποια αυτόματη διαδικασία μέσω της οποίας οι μισθολογικές αυξήσεις, ειδικά αν αυξάνεται η παραγωγικότητα, συνεπάγονται ένα σπιράλ αύξησης μισθών – τιμών και ενίσχυση του πληθωρισμού».

Ανησυχία για επισιτιστική κρίση και κοινωνικές αναταραχές

Η πιο επείγουσα εκδοχή του πληθωρισμού, σύμφωνα με την Γκόπιναθ, αφορά τα είδη διατροφής και το σοκ που έχει προκαλέσει στο παγκόσμιο σύστημα διανομής τους ο πόλεμος. «Είναι κάτι που μας ανησυχεί πάρα πολύ», λέει. «Ο πόλεμος στην Ουκρανία έπαιξε κεντρικό ρόλο στην επιδείνωση της κατάστασης. Χωρίς κάποιου είδους διπλωματική λύση που θα επιτρέψει την εξαγωγή σιτηρών και λιπασμάτων από την Ουκρανία, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος σοβαρής επισιτιστικής ανασφάλειας, και της κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής που συνοδεύει τέτοια φαινόμενα, την οποία είδαμε και την τελευταία φορά που αντιμετώπισε ο κόσμος μια επισιτιστική κρίση, το 2008».

Είναι ζωτικής σημασίας, υπογραμμίζει, να καλυφθούν οι ανάγκες του Παγκόσμιου Προγράμματος Σίτισης του ΟΗΕ, το οποίο επί του παρόντος παραμένει υποχρηματοδοτούμενο και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ελλείψεις σε είδος. Οι απαγορεύσεις εξαγωγών γεωργικών προϊόντων είναι επίσης «ένα σοβαρό πρόβλημα», σημειώνει η Ινδοαμερικανή οικονομολόγος, αναφέροντας ότι 23 χώρες έχουν εφαρμόσει τέτοιου είδους μέτρα από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Στις θετικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων συγκαταλέγεται το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, όπως λέει, «ορισμένες χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε άρση των απαγορεύσεων που είχαν επιβάλει. Επιπλέον, στην πρόσφατη υπουργική σύνοδο του ΠΟΕ τα μέλη συμφώνησαν να μη θέσουν περιορισμούς στις εξαγωγές που προορίζονται για το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης». Το ΔΝΤ συνεισφέρει κι αυτό στη διευκόλυνση της κατάστασης, προσθέτει, αναφερόμενη στην πρόσφατη έγκριση επιπρόσθετης χρηματοδότησης για προμήθειες τροφίμων για τη Μολδαβία και τη Σενεγάλη.

Ενα άμεσα συνδεδεμένο πρόβλημα το οποίο αποκτά επικίνδυνες διαστάσεις αφορά τα χρέη του αναπτυσσόμενου κόσμου και την αδυναμία εξυπηρέτησής τους. Προ ολίγων ημερών η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Kρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε ότι αν δεν επιταχυνθούν οι διαδικασίες για την ελάφρυνση του χρέους των πιο επιβαρυμένων χωρών, υπάρχει κίνδυνος εκτροχιασμού της κατάστασης. Για τον σκοπό της ελάφρυνσης του χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών θεσπίστηκε σε επίπεδο G20 τον Νοέμβριο του 2020 το Κοινό Πλαίσιο για τη Διαχείριση Χρεών. Κεντρικός στόχος ήταν ο καλύτερος συντονισμός των κατόχων των χρεών, τόσο των μελών του Paris Club όσο και νεότερων χωρών-πιστωτών, όπως η Κίνα.
Το Κοινό Πλαίσιο, παραδέχεται η Γκόπιναθ, «δεν έχει φέρει ακόμα αποτέλεσμα» όσον αφορά την ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους των φτωχότερων χωρών. «Τρεις περιπτώσεις αντιμετωπίζονται αυτή τη στιγμή βάσει του Κοινού Πλαισίου – το Τσαντ, η Ζάμπια και η Αιθιοπία. Εχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά υπάρχει επείγουσα ανάγκη να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Πρέπει να γίνει εγκαίρως, ώστε να μπορέσουμε μετά κι εμείς [το ΔΝΤ] να υποστηρίξουμε αυτές τις χώρες με τον κατάλληλο τρόπο», αναφέρει. Τόσο οι χώρες-οφειλέτες όσο και οι πιστωτές, σημειώνει, υποβάλλονται σε μια «καμπύλη εκμάθησης» που οδηγεί σε καθυστερήσεις στην ταχεία υλοποίηση των αναγκαίων αναδιαρθρώσεων.

Παγκοσμιοποίηση υπό πολιορκία

Το διπλό σοκ της πανδημίας και της ρωσικής εισβολής έχει οδηγήσει σε σειρά πρωτοβουλιών για τον περιορισμό της εξάρτησης των δυτικών οικονομιών από αυταρχικές χώρες για ένα ευρύ φάσμα προϊόντων. Πού βλέπει να οδηγεί αυτή η τάση; Τι κινδύνους συνεπάγεται;

«Αυτό που βλέπουμε είναι οι επιπτώσεις των δύο ετών διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα εξαιτίας της πανδημίας, τις οποίες διαδέχθηκαν οι ανησυχίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, που συνδέονται με την ανάγκη διασφάλισης της προμήθειας ζωτικών αγαθών», οι οποίες πιέζουν στην αντίθετη κατεύθυνση από «το επιχείρημα της οικονομικής αποτελεσματικότητας, που ωθεί στην προμήθεια από τις φθηνότερες χώρες». Η απάντηση στην ανησυχία για την ασφάλεια του εφοδιασμού είναι «μια στρατηγική διαφοροποίησης, αντί της υπερβολικής εξάρτησης σε έναν μόνο προμηθευτή. Στις περισσότερες περιπτώσεις σημαίνει περισσότερο διεθνές εμπόριο, όχι λιγότερο».

Η Γκόπιναθ δηλώνει ιδιαίτερα προβληματισμένη από την τάση δημιουργίας ξεχωριστών οικονομικών μπλοκ και πολυδιάσπασης της παγκόσμιας οικονομίας. «Ο κατακερματισμός είναι ένα μείζον ζήτημα και μια μεγάλη ανησυχία – το σκεφτόμαστε πολύ στο Ταμείο», λέει. «Κατακερματισμός με τη μορφή μπλοκ συναλλαγών, με τη μορφή διαφορετικών συστημάτων πληρωμών, διαφορετικών τεχνολογικών οικοσυστημάτων. Αρκετές από αυτές τις τάσεις ήταν ήδη αισθητές πριν από την πανδημία και τον πόλεμο, αλλά δεδομένου του γεωπολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή ανησυχούμε πολύ για την επιδείνωσή τους, με τρόπο που θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι η χαλιναγώγηση του πληθωρισμού προϋποθέτει τη διατήρηση της παραγωγικότητας σε υψηλά επίπεδα. Το διεθνές εμπόριο συμβάλλει σημαντικά στην παραγωγικότητα. Επομένως, ο περιορισμός των διεθνών εμπορικών ροών θα έχει ένα κόστος. Ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης των προκλήσεων ανθεκτικότητας είναι μέσω της διαφοροποίησης. Διαφορετικά θα καταλήξουμε σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, ο οποίος θα είναι εξαιρετικά επιζήμιος για την ευημερία, την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη. Και για την ειρήνη».

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News