Business & Finance Παρασκευή 2/07/2021, 21:00
OIKONOMIA

Reuters: Τα φαντάσματα παλαιότερων κρίσεων στοιχειώνουν διαμορφωτές πολιτικής και αγορές

φωτ. ΑΡ

H επιθετική στροφή της Φέντεραλ Ριζέρβ αναζωπύρωσε στις διεθνείς αγορές το σενάριο ότι οι διαμορφωτές πολιτικής μπορεί να αποσύρουν σύντομα τα νομισματικά και δημοσιονομικά μέτρα στήριξης και μαζί και τον κίνδυνο μίας υπερβολικά γρήγορης αλλαγής που θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανάκαμψη της οικονομίας, προτού καν διασφαλιστεί. 

Οι αξιωματούχοι της Fed άφησαν να εννοηθεί ότι θα προχωρήσουν σε επιτοκιακές αυξήσεις το 2023 αντί για το 2024 και άνοιξαν τις συζητήσεις για τον τρόπο τερματισμού του προγράμματος αγοράς ομολόγων. Η Νορβηγία μπορεί να αυξήσει τα επιτόκια το Σεπτέμβριο, ενώ σενάρια για άμεση επιτοκιακή αύξηση πυροδοτούν και τα ισχυρά οικονομικα στατιστικά στη Ν.Ζηλανδία. Τα “γεράκια” Γενς Βάιντμαν της Γερμανίας και Ρόμπερτ Χόλζμαν της Αυστρίας ήταν οι πρώτοι διαμορφωτές πολιτικής της ΕΚΤ που άνοιξαν τη συζήτηση για άρση των έκτακτων μέτρων στήριξης. 

Οι επενδυτές αρχίζουν να ανησυχούν και αυτό επειδή η πρώιμη αύξηση των επιτοκίων για τη συγκράτηση του πληθωρισμού μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008 έπληξε την ανάπτυξη. «Είναι προτιμώτερο να διατηρήσουμε αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική για μεγάλο χρονικό διάστημα παρά να την αποσύρουμε πρόωρα. Εάν ο πληθωρισμός αυξηθεί και η οικονομία υπερθερμανθεί, η ΕΚΤ είναι σε θέση να το αντιμετωπίσει. Εάν αποσυρθούν υπερβολικά γρήγορα τα μέτρα στήριξης, η κατάσταση θα είναι πολύ δύσκολη», ανέφερε ο στρατηγικός αναλυτής της Zurich Γκάι Μίλερ. 

Η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2011, καθώς υπέφωσκε η κρίση χρέους, μόνο και μόνο για να τα μειώσει τέσσερις μήνες αργότερα. Η Fed άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια το 2015, μία κίνηση που πολλοί αναλυτές χαρακτήρισαν λάθος και η οποία προκάλεσε στασιμότητα στην ανάπτυξη. Υπάρχουν λοιπόν κάποια μαθήματα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως οδηγό στους διαμορφωτές πολιτικής για να μην επαναλάβουν τα ίδια λάθη. 

Ωστόσο, τα κρατικά μέτρα στήριξης μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ήταν μικρά σε σχέση με σήμερα. Σε ορισμένες περιοχές, όπως η Ευρώπη, τα μέτρα αποσύρθηκαν επίσης πολύ γρηγορα, καθώς επιβλήθηκαν οι πολιτικές λιτότητας. Σήμερα, οι κυβερνήσεις έριξαν 10 τρισ.δολάρια σε μέτρα στήριξης μόλις σε δύο μήνες όταν ξέσπασε η κρίση του κορωνοϊού και για ορισμένες χώρες τα μέτρα που εφήρμοσαν ως προσοστό του ΑΕΠ ήταν 10 φορές περισσότερα από αυτά που υιοθέτησαν στην κρίση του 2008, σύμφωνα με τη McKinsey & Company.

O Ντέιβιντ Ρίλεϊ, επικεφαλής στρατηγικών επενδύσεων της BlueBay Asset Management, αναφέρει ότι το λάθος μετά την χρηματοπιστωτική κρίση ήταν η υπερβολικά γρήγορα απόσυρση των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης, με αποτέλεσμα να επωμιστούν οι κεντρικές τράπεζες το μεγάλο βάρος της στήριξης των οικονομιών. Ο ίδιος βρίσκει πολύ λογικό το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες αρχίζουν να εξετάζουν το ενδεχόμενο άρσης των μέτρων στήριξης. «Η μεγάλη ανησυχία μου είναι ότι η άρση των μέτρων εκλαμβάνεται από τις κυβερνήσεις ως σημάδι ότι δεν μπορούν πλέον να παράσχουν περισσότερα δημοσιονομικα μέτρα στήριξης καθώς αρχίζουν να αποσύρονται τα νομισματικά μέτρα στήριξης. Και τότε οι επενδυτές αρχίζουν να τιμωθούν τις πληθωρικές κυβερνήσεις ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού στις αγορές ομολόγων. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει μέσα σε όλη αυτή την ιστορία είναι μία πολύ γρήγορη επιστροφή σε πολιτικές λιτότητας», προσθέτει. Αναφέρει ως παράδειγμα το γεγονός ότι η συμφωνία για τις υποδομές ύψους 559 δισ.δολαρίων την προηγούμενη εβδομάδα στις ΗΠΑ ήταν μικρότερη του αναμενομένου και αυτό επειδή οι Ρεπουμπλικάνοι ζητούν να περιοριστούν τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης. 

Το κλειδί για το τί μέλλει γενέσθαι θα είναι οι εκλογές του Σεπτεμβρίου στη Γερμανία. Οι συντηρητικοί Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της σημερινής κυβέρνησης συνασπισμού που προηγούνται στις σημερινές δημοσκοπήσεις έχουν υποσχεθεί αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές, παρότι οικονομολόγοι θεωρούν ότι η Γερμανία δεν θα καταφέρει να ισοσκελίσει σύντομα τον προϋπολογισμό της.

Ο επικεφαλής της Morgan Stanley για τα οικονομικά της Ευρώπης, Τζέικομπ Νελ, αναφέρει ότι η πρόωρη άρση των μέτρων στήριξης, κάτι για το οποίο έχει προειδοποιήσει επανειλημμένως η Λαγκάρντ, αποτελεί ακριβώς τη διακήρυξη του CDU. Αυτό σημαίνει ότι μετά τις εκλογές μπορεί να υπάρξει συζήτηση για γρήγορη επιστροφή στις πολιτικές δημοσιονομικής σταθεροποίησης, αναφέρει ο αναλυτής. 

Παρά ταύτα, αναλυτές επικαλούνται μία σειρά από ενδείξεις ότι οι κυβερνήσεις είναι αποφασισμένες να διατηρήσουν τα μέτρα στήριξης: η ρήτρα διαφυγής θα έχει και φέτος ισχύ, ενώ η BofA εκτιμά ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα δαπανά 879 εκατ.δολάρια κάθε ώρα καθ΄όλη τη διάρκεια του 2021. Αρα, οι διαμορφωτες πολιτικής φαίνεται ότι έχουν μάθει από τα προηγούμενα λάθη τους, αναφέρουν αναλυτές. 

moneyreview.gr με πληροφορίες από Reuters
    

 

Money Review