Business & Finance Σάββατο 23/01/2021, 08:00 ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΙΣΙΡΙΔΗΣ
ΑΝΑΛΥΣΗ

Πώς θα αμβλυνθούν οι εμπορικές ανισορροπίες Βορρά -Νότου

φωτ. Shutterstock

Η αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19 βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης σε όλο τον κόσμο.  Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία, την κοινωνία, τις εφοδιαστικές αλυσίδες αλλά και την οικονομία. Ένας κόσμος που εισήλθε στην τρέχουσα κρίση παγκόσμιας υγείας, όπως ακριβώς βγήκε από την χρηματοοικονομική κρίση του 2008: με επίμονες – και προ υπάρχουσες –  ανισορροπίες στο παγκόσμιο εμπόριο (external imbalances). Η πανδημία έχει προκαλέσει σημαντική και απότομη μείωση του παγκόσμιου όγκου εμπορίου. Ωστόσο, παρατηρείται περιορισμένη μείωση των εκτεταμένων εμπορικών ανισορροπιών (ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων) του παγκόσμιου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – δηλαδή, της διαφοράς μεταξύ της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών που εισάγει μια χώρα σε σχέση με την αξία αυτών που εξάγει.

Στην ζώνη του ευρώ, οι εμπορικές ανισορροπίες αντικατοπτρίζονται – κατά κύριο λόγο – στις διαφορές μεταξύ των χωρών του βορρά και του νότου. Αφενός, οι χώρες του βορρά έχουν ισχυρότερο προσανατολισμό στις εξαγωγές και, αφετέρου, οι χώρες του νότου έχουν μεγαλύτερη εξάρτηση από την εγχώρια ζήτηση προκειμένου να πετύχουν οικονομική ανάπτυξη.

Τα εμπειρικά αποτελέσματα πρόσφατης μας μελέτης δείχνουν ότι επεκτατική οικονομική πολιτική (δηλαδή μικρότερα πλεονάσματα, περισσότερη κατανάλωση) των χωρών του βορρά και αυξημένη ανταγωνιστικότητα στις χώρες του νότου θα μπορούσαν να μετριάσουν τις εμπορικές ανισορροπίες μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης και να προωθήσουν την σύγκλιση των οικονομιών αυτών. Εσωτερική υποτίμηση στις χώρες του νότου θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών, θα περιόριζε τα ελλείμματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών – μειώνοντας σημαντικά τις εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς επίσης αυξάνοντας τις εξαγωγές.”

 

Πιο συγκεκριμένα, χώρες της βόρειας Ευρωζώνης – όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Φινλανδία και οι Κάτω Χώρες – έχουν οργανώσει συντονισμένες οικονομίες, οι οποίες βασίζονται σε θεσμούς και πολιτικές που προωθούν την ανάπτυξη μέσω των εξαγωγών (export-led-growth). Οι οικονομίες αυτές τείνουν να ωφελούνται από την υψηλή παραγωγή εξαγώγιμων αγαθών και υπηρεσιών – αυτό οδηγεί σε αυξημένες αποταμιεύσεις και περισσότερες επενδύσεις σε τρίτες χώρες. Από την άλλη, οι οικονομίες της νότιας Ευρωζώνης – όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία – βασίζονται περισσότερο στην αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης, κυρίως σε μη-εμπορεύσιμους κλάδους της οικονομίας (υπηρεσίες), ως τον κύριο μηχανισμό της οικονομικής τους ανάπτυξης.[1], [2] Μεταξύ άλλων, οι οικονομίες του νότου της ευρωζώνης χαρακτηρίζονται, κατά μέσο όρο, από υψηλότερο επίπεδο ανεργίας και αυτοαπασχόλησης (12,4% και 25,7% έναντι 6.6% και 13,4% αντίστοιχα), υψηλότερο χρέος, μεγαλύτερη κατανάλωση και λιγότερες άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό.

I – Μακροοικονομικές διαφορές μεταξύ χωρών του βορρά και του νότου της ευρωζώνης (1999 – 2019)

pos-tha-amvlynthoyn-oi-emporikes-anisorropies-vorra-notoy0

Πηγή: World Development Indicators. Washington, D.C.: The World Bank, υπολογισμοί των συγγραφέων.

Σημείωση: Η Γαλλία και η Ιρλανδία παρουσιάζουν ιδιαίτερη συμπεριφορά αναφορικά με το ισοζύγιο τους και δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν είτε με τις χώρες του βορρά είτε με αυτές του νότου. Δείτε για περισσότερες πληροφορίες: https://www.ceps.eu/ceps-publications/how-deal-macroeconomic-imbalances/

Αναπόφευκτα, αυτά τα δύο ετερογενή μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης μπορούν να οδηγήσουν σε συσσωρευμένες ανισότητες – η αιτία αυτή έχει επισημανθεί στην βιβλιογραφία ως μία από τις κύριες πηγές ανισορροπιών στα εμπορικά ισοζύγια μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ, καθώς και της ασθενικής ανάκαμψης τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι από την ίδρυση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), το 1999, τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών του νότου (κατά μέσο όρο 3,7% του ΑΕΠ) “καθρεφτίζονται” στα πλεονάσματα του βορρά (κατά μέσο όρο 3,6% του ΑΕΠ)[3]. Ένα επακόλουθο της νομισματικής ένωσης, ήταν επίσης και η μείωση της ανταγωνιστικότητας πολλών χωρών, που σχετίζεται με τις ανισορροπίες στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

II – Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χωρών της ευρωζώνης (Μέσος όρος 1999 – 2019, % του ΑΕΠ)

pos-tha-amvlynthoyn-oi-emporikes-anisorropies-vorra-notoy1

Πηγή: OECD (2020), Current account balance (indicator). doi: 10.1787/b2f74f3a-en, υπολογισμοί των συγγραφέων.

Αρκετές είναι οι “φωνές” που υποστηρίζουν πως η προσαρμογή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, εντός της ευρωζώνης, θα πρέπει να είναι συμμετρική, με την έννοια ότι τα πλεονάσματα της των χωρών του ευρωπαϊκού βορρά θα πρέπει να συρρικνωθούν μαζί με τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού νότου.

Για παράδειγμα, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έχει υποστηρίξει ότι το τεράστιο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας είναι επιβλαβές, δημιουργώντας «μια οριστική προκατάληψη για τη ζώνη του ευρώ, καθώς και για την παγκόσμια οικονομία». [4] Επιπλέον, ο νομπελίστας οικονομολόγος Paul Krugman ισχυρίστηκε ότι «η μείωση των εμπορικών ανισορροπιών πρέπει να είναι συμμετρική, με τα πλεόνασμα της Γερμανίας να συρρικνώνονται μαζί με τα χρέη των οφειλετών». [5]

 

Η προσαρμογή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στη ζώνη ευρώ πρέπει να είναι συμμετρική. Συντονισμένες στρατηγικές και μεταρρυθμίσεις θα οδηγούσαν σε “σύγκλιση” των διαφορετικών εθνικών μοντέλων ανάπτυξης, οδηγώντας πιο κοντά τον νότο της ευρωζώνης σε οικονομική ανάπτυξη με βάση τις εξαγωγές (export-led-growth).

Ορμώμενοι από τα παραπάνω, ο στόχος πρόσφατης μελέτης μας είναι να αξιολογήσουμε την άποψη ότι επεκτατική πολιτική των χωρών του βορρά της ευρωζώνης (δηλαδή μικρότερα εμπορικά πλεονάσματα, περισσότερη κατανάλωση), συνοδευόμενη από βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των χωρών του νότου θα μπορούσε, ενδεχομένως, να επιταχύνει την αναπροσαρμογή στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών στη ζώνη του ευρώ και να μετριάσει τις παρατηρούμενες ανισορροπίες στα εμπορικά ισοζύγια μεταξύ των χωρών.

Για να το πετύχουμε αυτό, μοντελοποιούμε την παγκόσμια οικονομία με βάση ένα οικονομετρικό υπόδειγμα, το οποίο λαμβάνει υπόψιν ένα σύστημα (ενδογενών και εξωγενών) οικονομικών μεταβλητών, καθώς επίσης και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.[6] Χρησιμοποιούμε δεδομένα από 28 ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες – οι οποίες καταλαμβάνουν το 80% του παγκόσμιου ΑΕΠ – συμπεριλαμβανομένων των χωρών του βορρά και νότου της ευρωζώνης, των ΗΠΑ, της Κίνας και άλλων ευρωπαϊκών και μη ευρωπαϊκών χωρών.[7] Αυτό μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε, ταυτόχρονα, διάφορα σενάρια οικονομικής πολιτικής, την συμπεριφορά των μακροοικονομικών παραγόντων του μοντέλου σε παγκόσμιο επίπεδο και των διασυνδέσεων των διαφόρων υπό εξέταση χωρών.

Τα εμπειρικά αποτελέσματα της μελέτης μας υποστηρίζουν το επιχείρημα ότι η προσαρμογή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στη ζώνη ευρώ πρέπει να είναι συμμετρική. Συγκεκριμένα, με βάση το μοντέλο, παρατηρούμε ότι, παρόλο που θετικά “σοκ” της ζήτησης και στις δύο περιοχές της ευρωζώνης (δηλαδή αύξηση των εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών), έχουν θετικές επιπτώσεις στις εξαγωγές και στις επενδύσεις, τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των χωρών παραμένουν ίδια στις περισσότερες περιπτώσεις. Παράλληλα, τα εμπειρικά αποτελέσματα υπογραμμίζουν ότι υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας (real effective exchange rate) στο νότο της ευρωζώνης οδηγεί σε αύξηση των εξαγωγών, χωρίς να επηρεάσει τις εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. [8]

III – Πραγματική ισοτιμία (ανταγωνιστικότητα) χωρών βορρά και νότου ευρωζώνης, 1999 – 2019

pos-tha-amvlynthoyn-oi-emporikes-anisorropies-vorra-notoy2

Πηγή: Bank of International Settlements (BIS), υπολογισμοί των συγγραφέων.

Σημείωση: Κατά κύριο λόγο, ο νότος της ευρωζώνης εμφανίζει μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα από τον βορρά, ωστόσο η διαφορά τους είναι σταθερά μειούμενη. Χαρακτηριστικά, κατά τα πρώτα χρόνια μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2008, ο βορράς της ευρωζώνης – προκειμένου να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις της κρίσης και να ενισχύσει τις εξαγωγές του – εμφανιζόταν πιο ανταγωνιστικός από τον νότο (αρνητική διαφορά στο παραπάνω διάγραμμα). Τα τελευταία έτη, η ανταγωνιστικότητα του νότου αυξάνεται συνεχώς σε σχέση με τον βορρά (σε μικρότερο βαθμό βέβαια από την διαφορά κατά τα πρώτα έτη εισαγωγής του ευρώ), γεγονός που πρέπει να διατηρηθεί – και να ενταθεί – προκειμένου ο νότος να εξαλείψει τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Ως εκ τούτου, η επιτακτική εξωτερική  αναπροσαρμογή των χωρών του νότου της ευρωζώνης (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία) πρέπει να αποτελείται από δύο συντονισμένες οικονομικές πολιτικές:

  • Πρώτον, αυξημένη κατανάλωση των χωρών του βορρά της ευρωζώνης (Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Φινλανδία και Ολλανδία) η οποία θα τονώσει τη ζήτηση για εισαγόμενα αγαθά στην περιοχή αυτή και κατά συνέπεια, θα επεκτείνει τις εξαγωγές των χωρών του νότου προς τον βορρά (καθώς και προς τρίτες χώρες).
  • Δεύτερον, υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας στις χώρες του νότου της ευρωζώνης, ενδεχομένως μέσω του μειωμένου κόστους εργασίας (unit labour cost), θα παρέχει ένα πολύτιμο εργαλείο πολιτικής για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και την προσαρμογή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην περιοχή (αυξάνοντας τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών). Ως μέλη της ΟΝΕ, οι εθνικές κυβερνήσεις διαθέτουν μόνο ένα μέσο πολιτικής: εσωτερική υποτίμηση και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας (χαμηλότερο κόστος εξαγώγιμων αγαθών).[9], [10]

IV – Εμπορικό Ισοζύγιο χωρών του Βορρά και του Νότου της Ευρωζώνης σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ (EU-27), 2002 – 2019

pos-tha-amvlynthoyn-oi-emporikes-anisorropies-vorra-notoy3

Πηγή: Eurostat, υπολογισμοί των συγγραφέων.

 

Από την οπτική άσκησης οικονομικής πολιτικής συνολικά σε επίπεδο ευρωζώνης, συνδυασμός το δύο αυτών πολιτικών εμφανίζεται ως η προτιμώμενη επιλογή.

Η ευρωζώνη χρειάζεται μια διαφοροποιημένη απάντηση στην κρίση, παρέχοντας στα κράτη μέλη την ευελιξία να χαράξουν μια στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης και απασχόλησης σε εθνικό επίπεδο – πάντα όμως υπό ένα συντονισμένο πλαίσιο, προς την επίτευξη ενός κοινά επωφελούς στόχου.  Οι προαναφερθείσες στρατηγικές και μεταρρυθμίσεις θα είχαν ως αποτέλεσμα “σύγκλιση” των διαφορετικών εθνικών μοντέλων ανάπτυξης, οδηγώντας πιο κοντά τον νότο της ευρωζώνης σε οικονομική ανάπτυξη με βάση τις εξαγωγές (κατά κύριο λόγο) αγαθών καθώς και υπηρεσιών (export-led-growth).

Άλλωστε, όπως είχε πει και ο Αβραάμ Λίνκολν στην περίφημη ομιλία του (House Divided Speech) στο Springfield των ΗΠΑ, τον Ιούνιο του 1858: “Ένα σπίτι διχασμένο, δεν μπορεί να σταθεί”.

Σημειωση: Το παρόν άρθρο βασίζεται σε σχετική επιστημονική εργασία των συγγραφέων που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Ελληνικό Παρατηρητήριο (Hellenic Observatory), τμήμα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου του London School of Economics and Political Science (LSE). Για περισσότερες πληροφορίες: Chisiridis, Konstantinos, Mouratidis, Kostas and Panagiotidis, Theodore (2020) The north-south divide, the Euro and the world. GreeSE papers (147). London School of Economics and Political Science, London, UK. (https://www.lse.ac.uk/Hellenic-Observatory/Assets/Documents/Publications/GreeSE-Papers/GreeSE-No147.pdf)

*Ο κ. Θεόδωρος Παναγιωτίδης είναι Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

** Ο κ. Κωνσταντίνος Μουρατίδης είναι Λέκτορας στο University of Sheffield.

 ***Ο κ. Κωνσταντίνος Χισιρίδης είναι Οικονομολόγος/ Σύμβουλος Επιχειρήσεων σε εταιρεία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.

[1] Regan, A. (2017) The imbalance of capitalisms in the Eurozone: Can the north and south of Europe converge?. Comp Eur Polit 15, 969–990. https://doi.org/10.1057/cep.2015.5

[2] Johnston, A. (2012) European Economic and Monetary Union’s perverse effects on sectoral wage inflation: Negative feedback effects from institutional change? European Union Politics 13(3):345–366.

[3] OECD (2020), Current account balance (indicator). doi: 10.1787/b2f74f3a-en.

[4] US Treasury (2017). Foreign Exchange Policies of Major Trading Partners of the United States. Report to Congress, https://www.treasury.gov/press-center/press-releases/Documents/2017-10-17%20(Fall%202017%20FX%20Report)%20FINAL.PDF.

[5] https://www.nytimes.com/2013/11/04/opinion/krugman-those-depressing-germans.html?searchResultPosition=1

[6] Global Vector Autoregressive Model (GVAR), περισσότερες πληροφορίες: https://www.dallasfed.org/~/media/documents/institute/wpapers/2014/0180.pdf

[7] Η μελέτη βασίζεται σε τριμηνιαία δεδομένα που καλύπτουν την περίοδο 1980 – 2016.

[8] Η υποτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας αποτελεί δείκτη αύξησης την ανταγωνιστικότητας σε μια οικονομία και συνδέεται με θετική επίδραση στις εξαγωγές μιας χώρας: https://voxeu.org/article/exchange-rates-still-matter-trade

[9] Buti, M. and Carnot, N. (2012) The EMU debt crisis: Early lessons and reforms. JCMS: Journal ofCommon Market Studies 50(6): 899–911.

[10] Armingeon, K. and Baccaro, L. (2012a) Political economy of the sovereign debt crisis: The limits of internal devaluation. Industrial Law Journal 41(3): 254–275.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News