ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

‘Ερχεται το Παρατηρητήριο Ρευστότητας

φωτ. Unsplash

Στη σύσταση Παρατηρητηρίου με στόχο την παρακολούθηση της ρευστότητας στην οικονομία και την εξέλιξη της πιστωτικής επέκτασης, προχωρά το υπουργείο Οικονομικών.

Το Παρατηρητήριο Ρευστότητας, επικεφαλής του οποίου αναλαμβάνει ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, θα παρακολουθεί την πορεία διάθεσης στην αγορά των κεφαλαίων που διοχετεύονται μέσω των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, τους όρους βάσει των οποίων διατίθεται στις επιχειρήσεις αυτές οι χρηματοδοτήσεις, αλλά και την πορεία των δανείων που δίνονται μέσω των Τραπεζών. Στόχος η αποτελεσματική αξιοποίηση των χρημάτων που δίνονται μέσω ΕΣΠΑ για τη στήριξη των επιχειρήσεων εν μέσω της πανδημίας, αλλά και η λήψη μέτρων που θα διασφαλίζουν τη διοχέτευση των πιστώσεων στην αγορά.

Εκτός από τον υπουργό Οικονομικών και τους συναρμόδιους υπουργούς, στο Συμβούλιο του Παρατηρητηρίου Ρευστότητας θα συμμετέχει εκπρόσωπος της ΤτΕ, της Ελληνικής Ένωση Τραπεζών και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Το θέμα της ρευστότητας αποτελεί κλειδί για την αναχαίτιση των επιπτώσεων της κρίσης και όπως προκύπτει από τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών μέχρι σήμερα οι επιχειρήσεις έχουν στηριχθεί με 5,2 δισ. ευρώ μέσω της Επιστρεπτέας Προκαταβολής, ενώ στα 494 εκατ. ευρώ ανέρχεται η αποζημίωση ειδικού σκοπού.

Επιπλέον αξιοποιώντας τα προγράμματα επιδότησης επιτοκίου και εγγυήσεων της Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΤΕΠΙΧ ΙΙ και Ταμείο Εγγυοδοσίας), οι  τράπεζες έχουν δώσει πιστώσεις ύψους 5,3 δισ. ευρώ, στηρίζοντας τη ρευστότητα των επιχειρήσεων με ευνοϊκούς όρους, καθώς το μέσο επιτόκιο διαμορφώνεται μεταξύ 4% – 4,5% ανάλογα με το πρόγραμμα και το μέγεθος της επιχείρησης.

Στη στήριξη που δίνεται μέσω των προγραμμάτων της ΕΑΤ αποδίδεται και το σημαντικότερο τμήμα της πιστωτικής επέκτασης, που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις ενισχύθηκε στο τέλος Οκτωβρίου με ρυθμό 7,5%, ενώ για τις επιχειρήσεις του μη χρηματοπιστωτικού τομέα η αύξηση έφτασε το 8,6% που αποτελεί και το υψηλότερο ρυθμό από το 2010 και μετά. Στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης περιορίστηκε στο 2,5%, καθώς τα δάνεια προς τα νοικοκυριά ήταν λιγοστά.

Παρά τη θετική τάση που καταγράφεται, οι πιστώσεις που καταλήγουν στην οικονομία υπολείπονται της ρευστότητας των 40 δισ. ευρώ που οι τράπεζες έχουν αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσω των πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης – γνωστών ως TLTRO III – με αρνητικά μάλιστα επιτόκια. Το κόστος άντλησης ρευστότητας από το ευρωσύστημα διαμορφώνεται στο -0,5%, εξασφαλίζοντας φθηνό χρήμα για τη στήριξη της οικονομίας και με βάση τα κριτήρια που έχει θέσει η Κεντρική Τράπεζα, η ρευστότητα που αντλούν οι τράπεζες μέσω της ΕΚΤ, θα πρέπει να διοχετεύεται στην πραγματική οικονομία με νέα δάνεια προς τις επιχειρήσεις. Σημειώνεται ότι το επιτόκιο δανεισμού μέσω του TLTRO III μπορεί να διαμορφωθεί σε -1% για την περίοδο από τον Ιούνιο 2020 έως τον Ιούνιο 2021 και -0,50% για την υπόλοιπη διάρκεια της χρηματοδότησης, εφόσον το ύψος των πιστώσεων που θα χορηγήσουν οι τράπεζες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, παραμείνουν στα επίπεδα του Μαρτίου 2020.

Έτσι με δεδομένο ότι ο υψηλός ρυθμός πιστωτικής επέκτασης στη χώρα μας είναι κυρίως αποτέλεσμα της χαμηλής βάσης σύγκρισης με τα προηγούμενα χρόνια που η πιστωτική επέκταση ήταν αρνητική, υπάρχει μια σημαντική απόκλιση μεταξύ της άφθονης ρευστότητας που εξασφαλίζει η ΕΚΤ και των πιστώσεων που καταλήγουν τελικά στην οικονομία. Αυτό αποτυπώνεται και στις οικονομικές καταστάσεις των τραπεζών με βάση τα στοιχεία των οποίων το σύνολο των δανείων έχει παραμείνει στα περσινά επίπεδα και συγκεκριμένα κοντά στα 145 δισ. ευρώ. Ακόμα και αν οι ισολογισμοί των τραπεζών δεν αποτυπώνουν την πραγματική μεγέθυνση των δανείων, καθώς περιλαμβάνουν αναταξινομήσεις π.χ. δανείων που έχουν μεταβιβαστεί σε funds, ο προβληματισμός για το ύψος των πιστώσεων στην οικονομία παραμένει.

Σημαντικό μέρος της ρευστότητας όπως δείχνουν τα στοιχεία από τους ισολογισμούς 9μήνου των τραπεζών κατευθύνεται στην αγορά κρατικών τίτλων. Το χαρτοφυλάκιο των ομολόγων που έχουν στους ισολογισμούς τους οι τράπεζες ενισχύθηκε από τα 29,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019 στα 40,8 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 11,2 δισ. ευρώ σε εννέα μόλις μήνες. Ένα μέρος άλλωστε της ρευστότητας καταλήγει πάλι στην ΕΚΤ, στην οποία οι τράπεζες επανατοποθετούν τα κεφάλαια με αρνητικά επιτόκια. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία τα ρευστά διαθέσιμα που είχαν στο τέλος 9μήνου στο ευρωσύστημα αυξήθηκαν κατά 11,9 δισ. ευρώ και από τα 13,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2019, ανήλθαν στα 25,4 δισ. ευρώ στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2020 και εικόνα που επιβεβαιώνει την απόκλιση που υπάρχει στη διαθέσιμη ρευστότητα και αυτή που δίνεται τελικώς μέσων πιστώσεων στην οικονομία.

 

 

 

Money Review