ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λιανεμπόριο: «Φτωχό» το καλάθι των εκπτώσεων

φωτ. InTime News

Καλύτερες σε σύγκριση με πέρυσι αλλά όχι καλές ήταν οι επιδόσεις των εμπορικών καταστημάτων της Αθήνας κατά τις θερινές εκπτώσεις – οι οποίες τυπικά ολοκληρώνονται αύριο- καθώς το 34,8% των εμπόρων δήλωσαν μεν ότι φέτος κατέγραψαν μεγαλύτερο τζίρο σε σύγκριση με την αντίστοιχη εκπτωτική περίοδο του 2020, αλλά σχεδόν 8 στους 10 (79,1%) δήλωσαν ότι ο τζίρος φέτος ήταν χειρότερος από αυτόν των θερινών εκπτώσεων του 2019, προ πανδημίας δηλαδή. Τα ευρήματα αυτά προκύπτουν μεταξύ άλλων από την έρευνα που πραγματοποίησε ο Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών με τη συνεργασία του Οικονομικού Πανεπιστήμιου Αθηνών  και την επιστημονική επιμέλεια του καθηγητή κ. Γιώργου Μπάλτα. 

Σύμφωνα με την έρευνα ίδιο τζίρο σε σύγκριση με τις θερινές εκπτώσεις του 2020 κατέγραψε το 30,3% των εμπορικών επιχειρήσεων στην Αθήνα και χειρότερο σε σχέση με πέρυσι το 33,9%. Υπενθυμίζεται ότι φέτος οι θερινές εκπτώσεις ξεκίνησαν μία εβδομάδα νωρίτερα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. 

Η σύγκριση, βεβαίως, με το 2019 είναι εξαιρετικά απογοητευτική, δείχνοντας ότι η πανδημία έχει αφήσει βαθιές πληγές στο λιανεμπόριο και συνολικά στην οικονομία. Μόλις το 2,4% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι ο τζίρος ήταν καλύτερος σε σύγκριση με το 2019, ενώ ίδιο τζίρο με αυτό που είχαν δύο χρόνια πριν δήλωσε ότι είχε το 10,6%. 

Δεν είναι τυχαίο ότι με βάση τα παραπάνω πως το 49,1% των ερωτηθέντων αξιολογεί ως μέτρια τη φετινή θερινή εκπτωτική περίοδο κι ένα πολύ υψηλό ποσοστό, 39,4%, ως κακή ή πολύ κακή. 

Καθοριστικό ρόλο, εκτός από την πανδημία, διαδραμάτισαν τον Αύγουστο οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες και η επιβάρυνση της ατμόσφαιρας της Αττικής από τις πυρκαγιές. Σύμφωνα με τους εμπόρους που συμμετείχαν στην έρευνα, ο τζίρος του Ιουλίου ήταν πολύ καλός, αλλά του Αυγούστου εξανέμισε τις όποιες προσδοκίες δημιουργήθηκαν, διότι ο καύσωνας και η αρνητική ψυχολογία που επικράτησε λόγω των δασικών πυρκαγιών μείωσαν κατά πολύ τον τζίρο. Ειδικά ο τζίρος των καταστημάτων του κέντρου της Αθήνας επλήγη ανεπανόρθωτα από τις υψηλές θερμοκρασίες. 

Καθοριστικό ρόλο, αλλά προς τη θετική κατεύθυνση, διαδραματίζει τέλος το γεγονός ότι πλέον η πλειονότητα των εμπορικών επιχειρήσεων διαθέτει και ηλεκτρονικό κατάστημα. Σύμφωνα με την έρευνα το 58,2% διαθέτει και ψηφιακό κανάλι πωλήσεων. Το 28,9% δήλωσε ότι οι ηλεκτρονικές πωλήσεις αντιπροσωπεύουν το 1%-5% του τζίρου τους, το 21,1% ότι οι ηλεκτρονικές πωλήσεις αντιπροσωπεύουν το 6%-10% του τζίρου και το 16,2% 11%-15% του συνολικού τζίρου τους. Υπάρχει κι ένα ποσοστό 8,8% που δήλωσε ότι οι ηλεκτρονικές πωλήσεις αντιστοιχούν στο 31%-50% του τζίρου τους. 

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Σταύρος Καφούνης δήλωσε: «Με την συνεργασία του Οικονομικού Πανεπιστήμιου και βασιζόμενοι σε ένα δείγμα διαφορετικών κλάδων, περιοχών αλλά και μεγέθους, που για πρώτη φορά ξεπερνά τα 300 εμπορικά σημεία, έχουμε στα χέρια μας μια εξαιρετική απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης που επικρατεί στην αγορά σήμερα. Το αποτέλεσμα αυτής της ερευνάς κάνει ξεκάθαρο ότι τα χειρότερα τα αφήσαμε πίσω, με την πλειοψηφία των καταστημάτων στις φετινές καλοκαιρές εκπτώσεις να καταγράφει βελτιωμένες πωλήσεις σε σχέση με το δύσκολο 2020, όμως δυστυχώς απέχουμε ακόμη πολύ από το τελευταίο έτος κανονικότητας, το 2019.

Ο εμπορικός κόσμος έχει επιδείξει τεράστια ωριμότητα τόσο κατά την εφαρμογή των υγειονομικών συστάσεων σε προσωπικό αλλά και εταιρικό επίπεδο όσο και με την εξαιρετική υποστήριξη, ανταπόκριση και υπομονή στις δυσκολίες που προέκυψαν. Είναι συνεπώς αναγκαίο να συμφωνήσουμε τώρα όλοι, ότι θα εξασφαλίσουμε την αδιάληπτη και χωρίς περιορισμούς λειτουργία της αγοράς και θα παραμείνουμε αρωγοί στοχευμένα, για όσο διάστημα αυτή διαταράσσεται. Ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, η πραγματική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει άλλο και πρέπει συντεταγμένα ως πολιτεία να δημιουργήσουμε τις συνθήκες σταθερότητας, με γνώμονα πάνω από όλα την προστασία της δημόσιας υγείας, ώστε όλοι οι συμπολίτες μας, υγιείς και προφυλαγμένοι να πάρουν πίσω την κανονική τους ζωή». 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News