Business & Finance Σάββατο 17/07/2021, 00:03
ΟΙΚΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Fitch: Διατηρεί σταθερή την αξιολόγησή της για την Ελλάδα

Ποιά είναι τα θετικά σημεία που βλέπει ο οίκος

φωτ. ΑΡ

Την αξιολόγηση ΒΒ επιβεβαίωσε ο οίκος Fitch για την Ελλάδα, διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές του, όπως άλλωστε αναμενόταν. 

Σύμφωνα με τον οίκο, η αξιολόγηση ΒΒ της Ελλάδας αντανακλά την εξασθενημένη μεσοπρόθεσμη προοπτική ανάπτυξης, τα άκρως υψηλά επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα και τα πολύ μεγάλα επίπεδα του χρέους της γενικής κυβέρνησης καθώς και του εξωτερικού χρέους. Τα αδύναμα αυτά στοιχεία αντισταθμίζονται ωστόσο από το υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, που ξεπερνά το πλαίσιο της αξιολόγησης ΒΒ του οίκου και τις υψηλές κυβερνητικές επιδόσεις, σύμφωνα με τη Fitch. 

Oσο για τη σταθερή προοπτική, αυτή αντανακλά την άποψη του οίκου, όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωσή του, για τη σταθερότητα των δημοσιονομικών, παρά τη σοβαρή κρίση που διέρχεται η οικονομία και τα δημοσιονομικά της χώρας από την πανδημία και παρά τους κινδύνους ως προς τις οικονομικές προοπτικές. 

Υπενθυμίζεται ότι η S&P είχε αναβαθμίσει την ελληνική αξιολόγηση τον Απρίλιο, από το BB-/Stable στο BB/Positive, σε μία κίνηση που αντανακλούσε τη βελτίωση «στις οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις, καθώς οι δυσμενείς επιπτώσεις από την πανδημία του κορωνοϊού υποχωρούν» αλλά και την αναμενόμενη περαιτέρω πρόοδο στις πολιτικές της κυβέρνησης και στην αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων. 

Η Moody’s αξιολογεί την χώρα μας με Baa3 και σταθερές προοπτικές, ενώ η S&P με BB και θετικές προοπτικές. 

Τι αναφέρει η έκθεση της Fitch για το έλλειμμα και το χρέος

Όπως επισημαίνει η Fitch, το 2020 το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ήταν στο 9,7% του ΑΕΠ, μεγαλύτερο από τον μέσο όρο των αξιολογούμενων με “ΒΒ” xωρών, που κυμαίνεται στο 8%. Για εφέτος, η Fitch προβλέπει ότι το έλλειμμα θα παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο στο 9,5%, με δεδομένη τη μεγαλύτερη του αναμενόμενου στήριξη της οικονομίας λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας και αναθεωρώντας σημαντικά προς τα πάνω την προηγούμενη πρόβλεψή της (Ιανουάριος 2021) για έλλειμμα 7,2% το τρέχον έτος. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας της ελληνικής κυβέρνησης τα μέτρα στήριξης που συνδέονται με την πανδημία θα επιβαρύνουν το έλλειμμα της χώρας κατά 14,3 δισ. ευρώ (8,3% του προβλεπόμενου ΑΕΠ) φέτος. Για το 2022, ωστόσο, αναμένει συρρίκνωση στο 4,8%, ενώ για το 2023 το βλέπει στο 2,8%. Οσο για το χρέος, η Fitch βλέπει την αναλογία του χρέους να κορυφώνεται στο 207% του ΑΕΠ φέτος – από τα υψηλότερα των χωρών που αξιολογεί ο οίκος – για να μειωθεί ωστόσο τα επόμενα δύο έτη, υποχωρώντας στο 192,6% έως το 2023. 

Το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω της πανδημίας και θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένη περίοδο, εκτιμά ο οίκος. 

Ποιά είναι τα θετικά σημεία

Ταυτόχρονα όμως, ο οίκος βλέπει και κάποιους παράγοντες που υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του χρέους: το «μαξιλάρι» ρευστότητας που διατηθεί η χώρα είναι σημαντικό, κοντά στο 19% του ΑΕΠ, η ευνοϊκή φύση της μεγάλης πλειοψηφίας του χρέους σημαίνει ότι το κόστος εξυπηρέτησής του είναι χαμηλό και η μέση ωρίμανση του ελληνικού χρέους είναι μακρά, κοντά στα 19 έτη τη στιγμή που ο μέσος όρος για την αξιολόγηση ΒΒ είναι τα 6,7 χρόνια. Επιλέον, είναι σταθερού επιτοκίου κατά το πλείστον, που σημαίνει ότι μειώνεται ο κίνδυνος από τις επιτοκιακές αυξήσεις. 

Ακόμη ένας παράγοντας και δη ο πιο σημαντικός, η ΕΚΤ έχει συμπεριλάβει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (ΡΕΡΡ). Με βάση το μερίδιο του ελληνικού κεφαλαίου στην ΕΚΤ, επιτρέπεται να αγοραστούν ελληνικά κρατικά ομόλογα αξίας έως και 37 δισ.ευρώ (περίπου στο 22% του ΑΕΠ) στη δευτερογενή αγορά από το Ευρωσύστημα. Στα τέλη Μαίου, το Ευρωσύστημα είχε αγοράσει ελληνικά κρατικά ομόλογα αξίας 25,7 δισ.ευρώ, παρέχοντας μία σημαντική επιπλέον πηγή ευελιξίας σε επίπεδο χρηματοδότησης και βοηθά στο να είναι διαχειρίσιμη η εξυπηρέτηση του χρέους. 

Επίσης, η ελληνική οικονομία παρουσίασε καλύτερες επιδόσεις από αυτές που περίμενε η Fitch τους τελευταίους έξι μήνες, παρά την επιβολή περιοριστικών μέτρων το φθινόπωρο του 2020 και το φετινό Μάρτιο για να αντιμετωπιστούν τα «κύματα» της πανδημίας. Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε 8,2% το 2020 έναντι πρόβλεψης το οίκου για συρρίκνωση 10,2%, προτού αναπτυχθεί 2,5% στο πρώτο φετινό τρίμηνο. Βραχυπροθεσμοι δείκτες παραπέμπουν σε δυναμική οικονομική δραστηριότητα στο δεύτερο τρίμηνο του 2021, σύμφωνα με τον οίκο, ο οποίος εκτιμά ότι οι επιχορηγήσεις που θα δοθουν στην Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης θα αρχίσουν να χρησιμοποιούνται εφέτος ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις οικονομικές προοπτικές. 

Ο οίκος έχει αναθεωρήσει τις προβλέψεις του για το πραγματικό ΑΕΠ φέτος στο 4,3% απο 3%, ενώ προβλέπει περαιτέρω βελτίωση στο 5,3% το 2022, με τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Για το 2023 αναμένεται ρυθμός ανάπτυξης άνω του μέσου όρου στο 3,5%. 

Οι βασικοί βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι

Ο βασικός βραχυπρόθεσμος κίνδυνος στις προβλέψεις του οίκου είναι μία εκ νέου αναζωπύρωση της πανδημίας του κορωνοϊού στην Ελλάδα που θα αποθάρρυνε την άφιξη τουριστών τους καλοκαιρινούς μήνες. Ακόμη ένας κίνδυνος για τις προβλέψεις του οίκου είναι ο αντίκτυπος της πανδημίας στην αγορά εργασίας μόλις ανακληθούν τα μέτρα στήριξης, καθώς ένα διαρθρωτικά υψηλότερο ποσοστό ανεργίας θα έπλητε τη δυναμική ανάπτυξης. 

Όπως αναφέρει επίσης ο οίκος, η απότομη συρρίκνωση των εισπράξεων από υπηρεσίες που σχετίζονται με τον τουρισμό οδήγησε σε σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2020 σε 6,7% του ΑΕΠ από 1,5% το 2019. Ο οίκος αναμένει ήπια μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά τα επόμενα τρία χρόνια, στο 5,7% φέτος και στο 4,3% έως το 2023. Το καθαρό εξωτερικό χρέος αυξήθηκε απότομα το 2020, στο 169,1% του ΑΕΠ. Σημειώνεται ωστόσο πως οι κίνδυνοι που απορρέουν από το υψηλό εξωτερικό χρέος της Ελλάδας μετριάζονται από το μεγάλο μερίδιο των υποχρεώσεων σε ευρώ προς τους επίσημους πιστωτές και το αρκετά χαμηλό επίπεδο ευαλωτότητας στο εξωτερικό κλίμα των αγορών.

Ποιά η εκτίμηση του οίκου για τον τραπεζικό τομέα

Σύμφωνα με τον οίκο, ακόμη ένα αδύναμο σημείο για το πιστωτικό προφίλ της χώρας είναι ο τραπεζικός τομέας, όμως διαπιστώνει και εδώ και βελτίωση στην ποιότητα του ενεργητικού. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν στο 30,1% από 40,6% του 2020, λόγω συναλλαγών τιτλοποίησης και παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητα το πρώτο τρίμηνο του 2021. Επίσης, η πρόοδος στα σχέδια απομείωσης κινδύνου από τις συστημικά σημαντικές ελληνικές τράπεζες επέφερε αναβαθμίσεις αξιολόγησης, με αποτέλεσμα τη βελτίωση του δείκτη τραπεζικού συστήματος από πλευράς Fitch σε “b” από “ccc”.

Περαιτέρω μειώσεις στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα υποστηριχθούν από την πρόσφατη επέκταση του Σχεδίου Ηρακλής της ελληνικής κυβέρνησης για περαιτέρω 18 μήνες έως τον Οκτώβριο του 2022, με ανώτατο όριο εγγυήσεων τα 24 δισ. ευρώ (περίπου 14% του ΑΕΠ). Μολονότι o οίκος αναμένει εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, κυρίως από ανοίγματα που μέχρι σήμερα έχουν επωφεληθεί από τα μέτρα αναστολή, η Fitch εξακολουθεί να αναμένουμε σημαντική μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων για φέτος.

Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσει σε πιστοληπτική αναβάθμιση

– Δημόσια οικονομικά: Μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μέσω μιας επιστροφής της αναλογίας δημοσίου χρέος/ΑΕΠ σε σταθερή πτωτική πορεία μετά την κρίση της πανδημίας με βασική κατευθυντήρια δύναμη τη δημοσιονομική εξυγίανση, τη βελτίωση της αύξησης του ΑΕΠ και το σταθερό κόστους δανεισμού.

– Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Συνεχής πρόοδος στη βελτίωση της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων από τις συστημικά σημαντικές τράπεζες, σε συνέχεια της επιτυχούς ολοκλήρωσης των συναλλαγών τιτλοποίησης, η οποία θα ανοίξει το δρόμο σε βελτιωμένη παροχή πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα.

– Μακροοικονομικά: Βελτίωση της μεσοπρόθεσμης αναπτυξιακής δυναμικής και των επιδόσεων μετά την κρίση της πανδημίας, ιδίως εάν υποστηρίζεται από την εφαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης της ΕΕ και άλλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πιστοληπτική υποβάθμιση

– Δημόσια οικονομικά: Αποτυχία μείωσης της αναλογίας δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ βραχυπρόθεσμα, λόγω πιο έντονης και παρατεταμένης περιόδου δημοσιονομικής χαλάρωσης και οικονομικής συρρίκνωσης.

– Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Αρνητικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα που αυξάνουν τους κινδύνους για τα δημοσιονομικά και την πραγματική οικονομία, μέσω της εδραίωσης ενδεχόμενων υποχρεώσεων στον ισολογισμό του κράτους ή και της αδυναμίας χορήγησης νέων δανείων για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης.

– Μακροοικονομικά: Μακροπρόθεσμες αρνητικές επιδράσεις της κρίσης από την πανδημία στην ελληνική οικονομία και τη δυνητική μεσοπρόθεσμη ανάπτυξή της.

 

moneyreview.gr

Money Review