ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Kαμπανάκι» για το ασφαλιστικό: Το κεφαλαιοποιητικό σύστημα και η μεταρρύθμιση – κλειδί

Φωτ. Intimenews

Βρισκόμαστε ήδη μπροστά σε μια τεράστια αλλαγή στο ασφαλιστικό σύστημα. Μέσα στον Μάρτιο, όπως ήταν τουλάχιστον ο μέχρι τώρα σχεδιασμός, αναμένεται να κατατεθεί το νομοσχέδιο που προβλέπει την αλλαγή του πυλώνα της επικουρικής ασφάλισης από αναδιανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα, το οποίο μάλιστα θα γίνει υποχρεωτικό για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας από την 1/1/2022.

Βάσει του νέου συστήματος, οι εισφορές των νέων εργαζομένων, αντί να χρηματοδοτούν τις επικουρικές συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων, θα αποταμιεύονται και θα επενδύονται για τις συντάξεις των ίδιων των ασφαλισμένων. 

Για κάθε εργαζόμενο θα δημιουργείται μια ατομική μερίδα στην οποία θα κατατίθενται οι εισφορές του. Στη συνέχεια οι εισφορές θα επενδύονται από δημόσιο φορέα που θα συσταθεί. Οι ασφαλισμένοι θα επιλέγουν πώς θα επενδυθούν οι εισφορές τους ανάλογα και με τον κίνδυνο που θα αναλαμβάνουν. Θα υπάρχουν τρία υπο-ταμεία από τα οποία θα μπορεί να επιλέξει ο εργαζόμενος. Το «συντηρητικό», το «ισορροπημένο» και το «επιθετικό». Θα υπάρχει βέβαια και η επιλογή συνδυασμού των υπό-ταμείων.

Φτάνει όμως μόνο το κεφαλαιοποιητικό σύστημα για να λυθεί το πρόβλημα που υπάρχει στο ασφαλιστικό λόγω γήρανσης του πληθυσμού καθώς πλέον ανοίγει για τα καλά η συζήτηση για μια νέα μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό σύστημα.

Ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταικούρας, μιλώντας πάντως 2ο Συνέδριο Επαγγελματικής Ασφάλισης, χτύπησε όχι ένα αλλά τρία καμπανάκια για το ασφαλιστικό μας σύστημα. Όπως ανέφερε, το υφιστάμενο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ως διανεμητικό, είναι εξαιρετικά εκτεθειμένο στον «δημογραφικό κίνδυνο», όπου λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, μειώνεται συνεχώς η αναλογία των οικονομικά ενεργών πολιτών προς τους συνταξιούχους.

Επιπλέον πρόσθεσε πως το υφιστάμενο σύστημα δεν λειτουργεί ως μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας. Αντίθετα, θέτει αντικίνητρα τόσο στην εργασία, όσο και στην αποταμίευση και τις επενδύσεις. Σύμφωνα με την πρόσφατη αναλογιστική μελέτη που εκπονήθηκε το 2020 για την μεταρρύθμιση Βρούτση, υπάρχουν μόλις 1,92 εργαζόμενοι (ανά συνταξιούχο) -όταν σύμφωνα με τους ειδικούς χρειάζονται περίπου 4- ενώ το 2070 η αναλογία πέφτει ακόμη χαμηλότερα στο 1,62. Με αυτά τα δεδομένα πάντως, και χωρίς άλλες παρεμβάσεις στο μοντέλο της οικονομίας η λύση θα είναι μονόδρομος. Αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης ή χαμηλότερες συντάξεις ή και τα δύο μαζί στην χειρότερη περίπτωση. 

Η Ελλάδα μετά και την μεταρρύθμιση που έγινε το 2020 αξιοποιεί το 14,8% του ετήσιου ΑΕΠ για να καλύψει αυτή την συνταξιοδοτική δαπάνη. Μόνο η Ιταλία με 15,6% ξεπερνάει τη χώρα μας στην λίστα του ΟΑΣΑ. Στην Πορτογαλία που έχει περίπου ανάλογο πληθυσμό με της Ελλάδα, οι δαπάνες για συντάξεις βρίσκονται στο 12,7% του ΑΕΠ της χώρας.

Οι δαπάνες για τις συντάξεις έχουν εκτιναχθεί από τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ που ήταν το 2001 στα 26 δισ. ευρώ το 2020 που ισοδυναμούν με το 14,8% του ΑΕΠ, ενώ η επίπτωση της πανδημίας στην οικονομία της χώρας δημιουργεί ακόμη περισσότερα προβλήματα. Η ύφεση της προηγούμενης χρονιάς και δυσκολία της ανάκαμψης οδηγεί στον εκτροχιασμό της συνταξιοδοτικής δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Άλλωστε στις χθεσινές της προβλέψεις η Κομισιόν ανέφερε πως η Ελλάδα θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2019 το 2023 και μετά.

Σε κάθε περίπτωση το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα δεν μπορεί από μόνο του να δώσει την λύση στο πρόβλημα αλλά να το μικρύνει. Το επόμενο διάστημα είναι πλέον σαφές, όπως και η έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη είχε επισημάνει πως θα πρέπει να υπάρξει συνάμα και ένα πλήθος άλλων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις είναι η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, η διεύρυνση της βάσης των εργαζομένων. Σε άλλη περίπτωση, αν δεν υπάρξει πλήθος μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, αργά ή γρήγορα η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να ανοίξει πάλι ένα κύκλο συζητήσεων για το ύψος των συντάξεων και τα όρια ηλικίας. 

moneyreview.gr