Business & Finance Σάββατο 23/01/2021, 00:11
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Fitch: Διατήρησε σταθερή την αξιολόγησή του και βλέπει δυναμική στην ελληνική οικονομία

φωτ. SHUTTERSTOCK

Σταθερή διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας μας ο οίκος Fitch όπως άλλωστε αναμενόταν ευρέως, λαμβάνοντας υπόψη την παράταση των περιοριστικών μέτρων και τις καθυστερήσεις στην εκστρατεία εμβολιασμού. Ο οίκος πιστοποίησε την αξιολόγηση ΒΒ διατηρώντας σταθερή την προοπτική του, με την αξιολόγησή του να παραμένει δύο βαθμίδες κάτω από το investment grade, τη στιγμή που οι υπόλοιποι οίκοι Moody’s, S&P και DBRS την κρατούν τρεις βαθμίδες χαμηλότερα. 

Η αξιολόγηση της Ελλάδας αντανακλά, σύμφωνα με τo Fitch, το υψηλό κατά κεφαλή εισόδημα, που ξεπερνά κατά πολύ τόσο τις χώρες με αξιολόγηση ΒΒ όσο και αυτές με ΒΒΒ, καθώς και τα επίπεδα διακυβέρνησης, που ξεπερνούν χώρες με αντίστοιχη αξιολόγηση. Παρ΄όλα αυτά, παραμένουν αδύναμες μεσοπρόθεσμα οι αναπτυξιακές προοπτικές, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPL) στον τραπεζικό τομέα βρίσκονται πολύ υψηλά, ενώ και τα επίπεδα του δημόσιου και εξωτερικού χρέους της χώρας μας βρίσκονται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η σταθερή προοπτική αντικατοπτρίζει ένα βαθμό εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και μετά το σοβαρό σοκ για την οικονομία και τα δημοσιονομικά από την πανδημία Covid-19.

Οι προβλέψεις για το ΑΕΠ

Σύμφωνα με τον οίκο, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 9,2% σε ετήσια βάση κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2020, με μια ιδιαίτερα απότομη πτώση των εξαγωγών κατά περίπου 25%, που οφείλεται κυρίως στις πολύ μειωμένες αφίξεις τουριστών. Για ολόκληρο το 2020, η Fitch δίδει μία εκτίμηση για πτώση 10,2%.

Ο οίκος προβλέπει ότι το ΑΕΠ θα μπει σε τροχιά ισχυρής ανάκαμψης από το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, αν και οι επιπτώσεις από το 2020 και οι συνεχιζόμενοι περιορισμοί το πρώτο τρίμηνο περιορίζουν την πρόβλεψη για την ενίσχυση του ΑΕΠ στο 3% φέτος. O Fitch εκτιμά ότι τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης θα εκταμιευθούν το 2021 και το 2022, υπενθυμίζοντας ότι στην Ελλάδα οι επιχορηγήσεις θα ανέλθουν στα 16,2 δισ. ευρώ, με την Αθήνα να λαμβάνει το 10% εφέτος και το 60% εντός του 2022. 

Η πολύ καλύτερη φετινή εικόνα αλλά και η ενίσχυση από τα ευρωπαϊκά κονδύλια θα ωθήσει σε επιτάχυνση της αύξησης του ΑΕΠ στο 7,6% το 2022, προτού υποχωρήσει στα εκτιμώμενα επίπεδα μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης του 1%. 

«Αναμένουμε μια ισχυρή οικονομική ανάκαμψη την επόμενη διετία, στη βάση ότι τα προγράμματα εμβολιασμού θα βοηθήσουν στην ανάκαμψη της οικονομίας σε συνδυασμό με την απορρόφηση των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ», αναφέρεται στην ανακοίνωσή του.

Ωστόσο, ο οίκος επεσήμανε και τους αρνητικούς κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν για τις οικονομικές προοπτικές και τις προβλέψεις του, επικαλούμενος τις καθυστερήσεις στον εμβολιασμό που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την ανάκαμψη του τουριστικού τομέα και την αργή απορρόφηση των κονδυλίων της ΕΕ θα μπορούσε να επιβραδύνει την αύξηση της εγχώριας ζήτησης. Οι προβλέψεις του οίκου περικλείουν και ανοδικούς και καθοδικούς κινδύνους, με τους ανοδικούς να αποτυπώνονται στο συνδυασμό διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και μεγαλύτερης σταθερής χρηματοδότησης από την Ε.Ε., ενώ οι καθοδικοί κίνδυνοι βασίζονται στον αντίκτυπο της πανδημίας στις επιχειρήσεις και στην αγορά εργασίας.  

Το έλλειμμα και το χρέος

Ο οίκος εκτιμά ότι η μεγάλη μείωση της τουριστικής κίνησης είχε τεράστια επίπτωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας μας. Επίσης ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας διευρύνθηκε από το 1,5% του 2019 στο 7,2% πέρυσι, όμως αναμένει σταδιακή μείωση τα επόμενα δύο έτη, φθάνοντας στο 5,7% του ΑΕΠ το 2022.

Επίσης, ο συνδυασμός της πολιτικής στήριξης, της χαμηλότερης οικονομικής δραστηριότητας και των αυτόματων σταθεροποιητών συνεπάγεται ότι η γενική κυβέρνηση θα μετακινηθεί από πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ το 2019 σε εκτιμώμενο έλλειμμα 9,3% για το 2020. Ωστόσο, ο οίκος εκτιμά ότι η οικονομική ανάκαμψη τα επόμενα δύο χρόνια θα έχει ως αποτέλεσμα το έλλειμμα να μειωθεί στο 2,6% το 2022.

Αναφορικά με το εξωτερικό χρέος, ο οίκος αναφέρει ότι αυξήθηκε περαιτέρω στο 154,3% του ΑΕΠ το 2020, παραμένοντας πολύ υψηλότερα από τα επίπεδα των χωρών με αξιολόγηση ΒΒ. Τα ρίσκα που προκύπτουν από την υπερχρέωση της χώρας περιορίζονται από το μεγάλο μέρος χρέους που οφείλεται στον επίσημο τομέα και την μικρή εξάρτηση από τις συνθήκες στις αγορές. 

O Fitch εκτιμά ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως αναλογία του ΑΕΠ θα αυξηθεί στο 206,9% έως το τέλος του τρέχοντος έτους για να υποχωρήσει εν συνεχεία στο 191,5% έως το τέλος του 2022. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα παραμείνει πολύ υψηλό για παρατεταμένη περίοδο, αλλά υπάρχουν ελαφρυντικοί παράγοντες που υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του. Για παράδειγμα, το αποθεματικό ρευστότητας παραμένει σημαντικό (περίπου 20% του προβλεπόμενου ΑΕΠ) και μπορεί να εξυπηρετήσει απροσδόκητες αυξήσεις στις δαπάνες. Επίσης, η μεγάλη πλειονότητα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας σημαίνει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι χαμηλό.

Ο οίκος θεωρεί επίσης σημαντικό και το γεγονός ότι η ΕΚΤ συμπεριέλαβε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (ΡΕΡΡ), καθώς αυτό προσφέρει μία σημαντική πρόσθετη πηγή χρηματοδοτικής ευελιξίας και θα μπορούσε να κρατά διαχειρίσιμο το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. 

Τραπεζικός τομέας

Αναφορικά με τον τραπεζικό τομέα, o Fitch εκτιμά ότι παραμένει μία εξασθένηση ως προς το προφίλ του κρατικού χρέους, ενώ και η αναλογία των NPL εξακολουθεί να είναι πολύ πιο πάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε.. Θεωρεί ωστόσο ότι η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη σύσταση εταιρείας διαχείρισης ενεργητικού για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η εφαρμογή στη μεταρρύθμιση του πτωχευτικού νόμου από τον Ιανουάριο θα λειτουργήσουν θετικά τις προοπτικές της ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Εκτιμά επίσης ότι οι χρηματοδοτικές συνθήκες και τα επίπεδα ρευστότητας έχουν βελτιωθεί για τις ελληνικές τράπεζες, χάρη στην εισροή καταθέσεων από τον ιδιωτικό τομέα και άλλες πρωτοβουλίες στήριξης σε ευρωπαϊκο επίπεδο. 

Σε μία γενική αποτίμηση, ο Fitch θεωρεί ως παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας τους εξής: 1) την επιστροφή του δημόσιου χρέους/ΑΕΠ σε σταθερή πτωτική πορεία μετά την πανδημία, χάρη στη δημοσιονομική εξυγίανση, την επιστροφή στην αύξηση του ΑΕΠ και τη διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων 2) τη βελτίωση της μεσοπρόθεσμης πορείας της ανάπτυξης μετά το σοκ του κορωνοϊού, ιδιαίτερα εάν υποστηρίζεται από την εφαρμογή αποτελεσματικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και 3) το χαμηλότερο ρίσκο «μεταφοράς» των κινδύνων του τραπεζικού τομέα στον κρατικό ισολογισμό.

moneyreview.gr

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News