ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Έμποροι και καταναλωτές στις συμπληγάδες πανδημίας και ακρίβειας

Φωτ. Intime

Πέρυσι τέτοια εποχή, η κυρίαρχη συζήτηση για το λιανεμπόριο ήταν εάν τα φυσικά καταστήματα θα ανοίξουν και θα λειτουργήσουν με τα περίφημα μοντέλα του click away και του click in shop. Τα καταστήματα άνοιξαν στις 18 Ιανουαρίου και λειτούργησαν με αυτά τα μοντέλα, για να κλείσουν, ωστόσο, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά.

Φέτος ένα τέτοιο ενδεχόμενο, παρά τη μεγάλη διασπορά του κορωνοϊού, δεν είναι ορατό, καθώς ήδη από τον Νοέμβριο στο λιανεμπόριο εφαρμόζονται αυστηρότερα μέτρα, όπως η υποχρέωση επίδειξης πιστοποιητικού εμβολιασμού ή νόσησης ή αρνητικού τεστ για την είσοδο σε ένα εμπορικό κατάστημα. Αυτό πάντως που δεν μπορεί να αποκλειστεί είναι το ενδεχόμενο περαιτέρω αυστηροποίησης των μέτρων, όπως για παράδειγμα το να επανέλθουν οι πολύ αυστηροί περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμό των ατόμων που επιτρέπεται να βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα σε ένα κατάστημα. Ο περίφημος κανόνας, για παράδειγμα, του ενός ατόμου ανά 25 τ.μ. είχε οδηγήσει αρκετές αλυσίδες που διαθέτουν μεγάλα καταστήματα να τα κρατήσουν κλειστά, κρίνοντας ότι η λειτουργία τους με αυτούς τους όρους θα ήταν ασύμφορη.

Το πρόβλημα στην παρούσα συγκυρία εντοπίζεται αλλού και μάλιστα προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία δεδομένου ότι σήμερα ξεκινούν οι τακτικές χειμερινές εκπτώσεις, οι οποίες θα διαρκέσουν έως τις 28 Φεβρουαρίου: πρώτον, οι ανατιμήσεις προκαλούν υποχώρηση της ζήτησης, καθώς οι καταναλωτές, υπό τον φόβο περαιτέρω μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματός τους, φροντίζουν κατά κύριο λόγο να ξοδεύουν χρήματα για τα απολύτως απαραίτητα. Δεύτερον, η πολύ μεγάλη διασπορά της μετάλλαξης «Ομικρον» αποτρέπει τους καταναλωτές από το να βρίσκονται σε μέρη όπου υπάρχει συνωστισμός. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται, άλλωστε, σε καραντίνα ακριβώς επειδή έχει διαγνωσθεί με κορωνοϊό, ενώ η επέκταση της τηλεργασίας αναμένεται να προκαλέσει επίσης μείωση της αγοραστικής κίνησης. Οι μόνες εμπορικές συγκεντρώσεις που φάνηκε ήδη από την περίοδο των εορτών ότι έλκουν το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών είναι τα ανοιχτά εμπορικά κέντρα και εμπορικά πάρκα, ακριβώς διότι από τους καταναλωτές θεωρούνται λιγότερο «επικίνδυνα» σε καιρό πανδημίας.

Για υποχώρηση της ζήτησης έκανε λόγο το απόγευμα της Παρασκευής και ο όμιλος Jumbo, επισημαίνοντας ότι από τις 15 Δεκεμβρίου και μετά, με τις τελευταίες επιδημιολογικές εξελίξεις, η αγορά καταγράφει νέα σημαντική εξασθένηση, δείγμα της αβεβαιότητας και της αστάθειας που επικρατεί. Στην ίδια ανακοίνωση η Jumbo τονίζει επίσης ότι παραμένουν τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και συνεχίζονται οι πληθωριστικές πιέσεις, προσθέτοντας ότι οι παράγοντες αυτοί, αν και αρχικά είχαν εκτιμηθεί ως προσωρινοί, δεν αναμένεται να βελτιωθούν κατά το 2022 και ενεργούν επιβραδυντικά στις προοπτικές ανάπτυξης του ομίλου.

Εντονότερη ήταν η υποχώρηση της κίνησης στην αγορά την εβδομάδα πριν από την Πρωτοχρονιά, καθώς η επίσπευση της εφαρμογής των αυστηρότερων μέτρων στους τομείς της διασκέδασης και της εστίασης είχε αρνητικές επιπτώσεις και στο λιανεμπόριο.

Οσον αφορά την ανησυχία των νοικοκυριών για την επίδραση των ανατιμήσεων στο εισόδημά τους, αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας καταναλωτικών τάσεων του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδας (ΣΕΛΠΕ), η οποία πραγματοποιήθηκε με την επιστημονική υποστήριξη του εργαστηρίου ELTRUN του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με την έρευνα, σε περίπτωση που, υποθετικά, οι τιμές των προϊόντων αυξηθούν από αύριο κατά 10% λόγω πληθωρισμού, οι καταναλωτές δηλώνουν ότι θα μειώσουν τη δαπάνη πάνω από 20% το επόμενο εξάμηνο σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες αγορών: το 45% θα το πράξει για τα είδη ρουχισμού, το 53% για τα είδη δώρων, το 50% για τα έπιπλα και είδη σπιτιού, το 51% για ηλεκτρονικά είδη και συσκευές. Επιπλέον, το 72% των νοικοκυριών θεωρεί ότι είναι μάλλον κακή περίοδος για να κάνει μεγάλες αγορές (π.χ. έπιπλα, μεγάλες ηλεκτρικές συσκευές).

Η μεγαλύτερη ανησυχία των νοικοκυριών προέρχεται από τις αυξήσεις που έχουν δει έως τώρα οι καταναλωτές στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος και μένει να φανεί εάν αυτή η ανησυχία θα αμβλυνθεί μετά την ανακοίνωση των μέτρων για την επιδότηση των 42 ευρώ κατά μέσον όρο. Βάσει της έρευνας των ΣΕΛΠΕ – ELTRUN, το 50% των καταναλωτών εκτιμά ότι το πρώτο εξάμηνο του 2022 οι δαπάνες για λογαριασμούς κοινής ωφελείας θα είναι αυξημένες. Αντίθετα, το 46% προβλέπει ότι οι δαπάνες για αγορές προϊόντων το πρώτο εξάμηνο 2022 θα είναι μειωμένες, ενώ μόλις το 15% ότι θα είναι αυξημένες. Το ίδιο ισχύει για τις υπηρεσίες (εισιτήρια, εστίαση), για τα οποία επίσης εκτιμάται από το 34% του κοινού μείωση και μόλις από το 14% αύξηση.

Ανησυχία

Μπορεί το 2021 να έκλεισε με σαφώς μεγαλύτερες πωλήσεις για το λιανεμπόριο –μένει να δούμε τα οριστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για να επιβεβαιωθεί αυτό–, δεν μπόρεσε ωστόσο να αντισταθμίσει τις απώλειες που υπέστη το 2020 αλλά και τους πρώτους μήνες του 2021. Το γεγονός, δε, ότι από τα μέσα Νοεμβρίου η αγοραστική κίνηση άρχισε να εξασθενεί –κάτι που φάνηκε και κατά τη διάρκεια της Black Friday– δεν προκαλεί μεγάλη αισιοδοξία για την πορεία του κλάδου τους δύσκολους, καθώς φαίνεται, επόμενους μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το εννεάμηνο του 2021 ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων λιανεμπορίου που είχαν τεθεί σε αναστολή λειτουργίας (δεν περιλαμβάνονται δηλαδή καταστήματα τροφίμων, φαρμακεία και πρατήρια καυσίμων) διαμορφώθηκε σε 8,07 δισ. ευρώ έναντι 6,9 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2020. Το εννεάμηνο του 2019 ο τζίρος των εμπορικών επιχειρήσεων είχε διαμορφωθεί σε 8,43 δισ. ευρώ.

Διαβάστε επίσης: 

Πληθωρισμός: Αυξήσεις-φωτιά σε βασικά είδη από τα μέσα Ιανουαρίου

Ξεκινούν οι εκπτώσεις: Ανησυχία για τις απουσίες προσωπικού

Στο 4,4% ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα – Στο 5% στην Ευρωζώνη

Τι κρατάει ξύπνιο τον Τόλη Βακάκη

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News