Business & Finance Παρασκευή 28/05/2021, 17:35
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΤΕ: Αύξηση 42% των κερδών από συνεχιζόμενες δραστηριότητες το α΄ τρίμηνο, στα 578 εκατ. ευρώ

Φωτ. intimenews

Κέρδη μετά από φόρους ύψους 578 εκατ. ευρώ, ενισχυμένα από τα υψηλά χρηματοοικονομικά έσοδα και τη μείωση των προβλέψεων, κατέγραψε η Εθνική τράπεζα το α’ τρίμηνο του έτους, ενώ τα οργανικά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 95 εκατ. ευρώ. Η επίδοση, σύμφωνα με τη διοίκηση της Εθνικής τράπεζας, «θέτει τις βάσεις για την επίτευξη του στόχου της ΕΤΕ για οργανικά κέρδη ύψους 490 εκατ. ευρώ σε επίπεδο Ομίλου το 2022» και δείκτη απόδοσης ιδίων κεφαλαίων 9%. 

Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 6% σε ετήσια βάση, σε 294 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας το όφελος από τη συμμετοχή της ΕΤΕ στο Πρόγραμμα Συναλλαγών Μακροχρόνιας Αναχρηματοδότησης (TLTRO III) και την ανατιμολόγηση των καταθέσεων προθεσμίας. Το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης αντιστάθμισε τη μείωση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων από Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΑ), λόγω της εξυγίανσης του δανειακού χαρτοφυλακίου της ΕΤΕ.

Παρά τη διατήρηση του γενικού απαγορευτικού κατά το α΄ τρίμηνο 2021, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 1% σε ετήσια βάση στα 67 εκατ. ευρώ.

Η σημαντική περιστολή των λειτουργικών δαπανών στην Ελλάδα (-9% σε ετήσια βάση) αντανακλά την εντυπωσιακή
αποκλιμάκωση των δαπανών προσωπικού (-17% σε ετήσια βάση). Ο δείκτης κόστους προς οργανικά έσοδα σημείωσε εντυπωσιακή βελτίωση κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και διαμορφώθηκε στο 52,1% κατά το α΄ τρίμηνο.

Τα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 491 εκατ. ευρώ το α΄ τρίμηνο 2021,
ενσωματώνοντας υψηλά μη επαναλαμβανόμενα κέρδη σχετιζόμενα με την ανταλλαγή και την πώληση Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ).

Προβλέψεις απομείωσης ύψους 77 εκατ. το α΄ τρίμηνο 2021, ήτοι 114μ.β. επί του μέσου όρου δανείων μετά από προβλέψεις, σε επίπεδα σύμφωνα µε το στόχο που έχει θέσει η Τράπεζα για το 2021.

Η μείωση των Με Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ) στην Ελλάδα συνεχίστηκε, με το υπόλοιπο (ΜΕΑ) να αγγίζει τα 4 δισ. ευρώ (ήτοι 1,5 δισ. ευρώ μετά από προβλέψεις)

Η οργανική μείωση ΜΕΑ διατηρήθηκε κατά το α΄ τρίμηνο, συντελώντας στη μείωση ΜΕΑ σε 4,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα ρυθμισμένα ΜΕΑ που παρουσιάζουν καθυστέρηση κάτω των 30 ημερών ανέρχονται σε 1,5 δισ. ευρώ (37% του συνόλου).

Ο δείκτης ΜΕΑ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 13,3% (μείωση κατά 50μ.β. σε τριμηνιαία βάση) και σε 13,1% σε επίπεδο ομίλου.

Στην Ελλάδα, ο δείκτης κάλυψης ΜΕΑ από σωρευμένες προβλέψεις αυξήθηκε κατά 200μ.β. περίπου σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, σε 64,8%.

Η κατάσταση πληρωμών των πελατών που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα διευκόλυνσης καταβολής οφειλών παραμένει ενθαρρυντική, καθώς λιγότερο του 7% των εν λόγω πελατών παρουσιάζει μικρή καθυστέρηση (άνω των 30 ημερών), ενώ τα δάνεια που βρίσκονται σε καθεστώς αθέτησης πληρωμών (άνω των 90 ημερών) είναι αμελητέα (<2%).

Η Τράπεζα συνεχίζει να προσφέρει τα κατάλληλα προϊόντα στους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν προσωρινές οικονομικές δυσκολίες μετά τη λήξη των προγραμμάτων διευκόλυνσης καταβολής οφειλών λόγω της κρίσης του κορωνοϊού, με τα δάνεια που έχουν υπαχθεί σε στοχευμένα προγράμματα διευκόλυνσης οφειλών της ΕΤΕ να ανέρχονται σε μόλις 0,3 δισ. ευρώ. 

Δείκτης CET1 στο 16,1%2, με το Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας να ανέρχεται σε 17,1%

Ο δείκτης CET1 ανήλθε σε 16,1%, ενσωματώνοντας την επίπτωση για το 2021 του ΔΠΧΑ 9 το α΄ τρίμηνο 2021. Με πλήρη επίδραση του ΔΠΧΑ 9 (fully loaded), ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 14%.

Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανήλθε σε 17,1% και υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το 2021 κατά τουλάχιστον 600μ.β.

Η ολοκλήρωση της συναλλαγής Frontier και της πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής θα ενισχύσει τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας της Τράπεζας κατά περίπου 170μ.β. σε 18,8%.

H Τράπεζα έχει ήδη εκπληρώσει τον ενδιάμεσο δεσμευτικό στόχο (01.1.2022) της υποχρέωσης διεύρυνσης των κεφαλαίων δεύτερης διαβάθμισης (Minimum Required Eligible Liabilities – MREL) μέσω της έκδοσης του πράσινου ομολόγου υψηλής εξασφάλισης.

Οι εκταμιεύσεις δανείων στην Ελλάδα ανήλθαν σε €1,14 δισ. το Α’ τρίμηνο 2021

Τα εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ελλάδα ενισχύθηκαν κατά 1,1 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, σε 24,δισ. ευρώ το α΄ τρίμηνο 2021, αντανακλώντας τη δυναμική στις εκταμιεύσεις δανείων Εταιρικής Τραπεζικής, καθώς και την ανάκαμψη των δανείων Λιανικής Τραπεζικής.

Η χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα (TLTRO III) αυξήθηκε κατά 1,1 δισ. ευρώ σε τριμηνιαία βάση, σε 11,6 δισ. ευρώ το α΄τρίμηνο 2021, ενισχύοντας τα καθαρά έσοδα από τόκους και το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο.

Οι εγχώριες καταθέσεις διαμορφώθηκαν σε 46,6 δισ. ευρώ το α΄ τρίμηνο 2021, αυξημένες κατά 6% σε ετήσια βάση. Οι δείκτες Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) και Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio – NSFR) ύψους 250% και 123%, αντίστοιχα, υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα εποπτικά όρια.

Ενεργή στήριξη των πελατών μας εν όψει της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας

Τα υπόλοιπα δανείων μέσω κρατικών προγραμμάτων χρηματοδότησης ανήλθαν σε 1,7 δισ. ευρώ τον Μάιο του 2021, ενώ δάνεια ύψους 0,2 δισ. ευρώ έχουν εκταμιευθεί μέσω προγραμμάτων χρηματοδότησης της ΕΤΕ.

Αναφορικά με τα κρατικά προγράμματα επιδότησης δόσης δανείου, οι δικαιούχοι της Εθνικής Τράπεζας που είναι κάτοχοι στεγαστικών δανείων αντιστοιχούν σε υπόλοιπα δανείων ύψους περίπου 1,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 40% περίπου είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα διευκόλυνσης καταβολής οφειλών. Τα επιλέξιμα υπόλοιπα δανείων μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ανέρχονται σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων επίσης το 40% περίπου είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα διευκόλυνσης καταβολής οφειλών.

Η ΕΤΕ μετασχηματίζεται προς την κατεύθυνση ενός πιο αποδοτικού και βιώσιμου λειτουργικού μοντέλου

Το Πρόγραμμα Μετασχηματισμού της Τράπεζας, το οποίο συμπληρώνει το τρίτο έτος του, συντελεί αποφασιστικά στην επιτυχή μετάβαση της ΕΤΕ προς ένα πιο ευέλικτο και αποδοτικό επιχειρηματικό και λειτουργικό μοντέλο.

Ο αριθμός των τραπεζικών συναλλαγών υπερβαίνει τα επίπεδα προ κορωνοϊού κατά περίπου 8%, με τις συναλλαγές e-banking να αυξάνονται κατά 30% και πλέον, αντικαθιστώντας τις συναλλαγές στα καταστήματα, οι οποίες έχουν σταδιακά μειωθεί κατά >50% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την εκδήλωση της πανδημίας.

Η ΕΤΕ συνεχίζει να ενισχύει την αξιολόγηση και τις πρακτικές της σχετικά με το περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση (ESG), αναλαμβάνοντας έναντι της ΕΚΤ τη δέσμευση να υλοποιήσει ένα σχέδιο δράσης για τη διαχείριση κινδύνων που συνδέονται με το κλίμα. Ταυτόχρονα, η Τράπεζα αναθεωρεί την εταιρική της διακυβέρνηση με σκοπό να αποτυπώνονται οι ευθύνες και η εποπτεία στον τομέα ESG.

Μυλωνάς: «Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα χαμηλότερα του στόχου που είχε θέσει η Τράπεζα για το 2021»

Σε δηλώσεις του στο πλαίσιο της ενημέρωσης των επενδυτών ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου κ. Παύλος Μυλωνάς υπήρξε αισιόδοξος σε ότι αφορά τις επιπτώσεις της πανδημίας στο χαρτοφυλάκιο της Τράπεζας, εξηγώντας ότι «μετά τη λήξη όλων των μέτρων διευκόλυνσης καταβολής οφειλών στο τέλος του 2020, η κατάσταση πληρωμών των πελατών που είχαν ενταχθεί στα προγράμματα αυτά παραμένει ενθαρρυντική, καθώς ένα ποσοστό χαμηλότερο του 7% παρουσιάζει μικρή καθυστέρηση (άνω των 30 ημερών), ενώ τα ανοίγματα που κατηγοριοποιούνται ως μη εξυπηρετούμενα είναι εξαιρετικά περιορισμένα, σε επίπεδα χαμηλότερα του στόχου που είχε θέσει η Τράπεζα για το 2021». Η επίδοση, σύμφωνα με τη διοίκηση της Εθνικής τράπεζας, «θέτει τις βάσεις για την επίτευξη του στόχου της ΕΤΕ για οργανικά κέρδη ύψους 490 εκατ. ευρώ σε επίπεδο Ομίλου το 2022». Όπως ανέφερε ο κ. Μυλωνάς η τράπεζα προβλέπεται να έχει έναν ισχυρό ισολογισμό το 2021, αναμένει υψηλή κερδοφορία, ενώ όπως είπε δεν θα προχωρήσει σε εξαγορές. 

Στη δήλωσή του με αφορμή την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων για το α΄ τρίμηνο σημείωσε:

«Παρά την παράταση των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, η ΕΤΕ ξεκίνησε τη χρονιά με ένα ισχυρό τρίμηνο. Η δυναμική αυτή τάση αντανακλά το επιτυχημένο Πρόγραμμα Μετασχηματισμού μας που συμπληρώνει φέτος το 3ο έτος του, τη μεγάλη απήχηση του ονόματός μας, και τη δέσμευση των ανθρώπων μας.

Ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα καταγράφηκαν σε όλους τους βασικούς τομείς της επιχειρηματικής μας δραστηριότητας: κερδοφορία, ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και κεφαλαιακή επάρκεια. Όσον αφορά στην κερδοφορία, επιτύχαμε αξιοσημείωτα αποτελέσματα, με τα κέρδη μετά από φόρους του τριμήνου να ανέρχονται σε 560 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας τη συνεχή βελτίωση σε όλες τις λειτουργικές γραμμές των αποτελεσμάτων μας, καθώς και τα ισχυρά κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις. Τα οργανικά κέρδη του Ομίλου για το α΄ τρίμηνο 2021 ανήλθαν σε 95 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 42% σε ετήσια βάση, αντικατοπτρίζοντας τα υψηλότερα οργανικά έσοδα και τις αισθητά μειωμένες λειτουργικές δαπάνες, με το δείκτη κόστους προς οργανικά έσοδα να διαμορφώνεται στο 52%, βελτιωμένος κατά σχεδόν 9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Αναφορικά με την ποιότητα του δανειακού μας χαρτοφυλακίου, τα ΜΕΑ στην Ελλάδα ανέρχονται πλέον σε 4,1 δισ. ευρώ, επιτυγχάνοντας περαιτέρω μείωση σε σύγκριση με το τέλος του 2020, με την Τράπεζα να διατηρεί την οργανική μείωση ΜΕΑ, παρά τη δυσχερή συγκυρία της πανδημίας. Μετά τη λήξη όλων των μέτρων διευκόλυνσης καταβολής οφειλών στο τέλος του 2020, η κατάσταση πληρωμών των πελατών που είχαν ενταχθεί στα προγράμματα αυτά παραμένει ενθαρρυντική, καθώς ένα ποσοστό χαμηλότερο του 7% των εν λόγω πελατών παρουσιάζει μικρή καθυστέρηση (άνω των 30 ημερών), ενώ τα ανοίγματα που κατηγοριοποιούνται ως μη εξυπηρετούμενα είναι εξαιρετικά περιορισμένα, σε επίπεδα χαμηλότερα του στόχου που είχε θέσει η Τράπεζα για το 2021. Το α΄ τρίμηνο 2021, ο δείκτης κάλυψης ΜΕΑ από σωρευμένες προβλέψεις αυξήθηκε κατά περίπου 200 μ.β. σε τριμηνιαία βάση, αγγίζοντας το 65%, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου να διαμορφώνεται στις 114 μ.β.

Όσον αφορά στην κεφαλαιακή μας επάρκεια, βελτιώσαμε την ήδη ισχυρή κεφαλαιακή μας θέση, με τον δείκτη CET1 και τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας να ανέρχονται σε 16,1% και 17,1% αντίστοιχα, αυξημένοι κατά 40 μ.β. περίπου σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω κατά 170 μ.β. περίπου, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής Frontier και την πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής τους επόμενους μήνες.

Με το πρόγραμμα των εμβολιασμών στην Ελλάδα να επιταχύνεται ραγδαία και τους περιορισμούς στις μετακινήσεις να έχουν αρθεί, η ελληνική οικονομία αναμένεται να ανακάμψει με γοργούς ρυθμούς κατά τα επόμενα τρία τρίμηνα του έτους. Επιπλέον, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (RRF) αποτελεί μοναδική ευκαιρία όσον αφορά τη μεταβολή της δομής της ελληνικής οικονομίας προς την κατεύθυνση μιας πιο δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης. Εν όψει των αισιόδοξων αυτών προοπτικών, εργαζόμαστε με αφοσίωση ώστε να αναδείξουμε την ΕΤΕ ως μια Τράπεζα με ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, κερδοφορία και Ισολογισμό, παρέχοντας στους πελάτες μας προστιθέμενη αξία και στηρίζοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας, καθιστώντας την ΕΤΕ την τράπεζα πρώτης επιλογής στην Ελλάδα». 

moneyreview.gr

 

Money Review