BUSINESS & FINANCE

Τράπεζες: Μέρισμα υπό τρεις προϋποθέσεις

Εγιναν οι πρώτες προπαρασκευαστικές συζητήσεις με τις εποπτικές αρχές

φωτ.: Intime News

Τρία βασικά επιχειρήματα θα επιστρατεύσουν οι τράπεζες στη συζήτησή τους με τις εποπτικές αρχές για τη διανομή μερίσματος από την επόμενη χρονιά. Τα επιχειρήματα αυτά είναι:

• Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μονοψήφιο ποσοστό.

• Η επάνοδος σε σταθερή κερδοφορία.

• Η διατήρηση υψηλής κεφαλαιακής επάρκειας.

Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις θεωρούνται αναγκαίος όρος προκειμένου να ανοίξει η συζήτηση για τη διανομή μερίσματος για πρώτη φορά από το 2008 και γι’ αυτό όλες οι προσπάθειες των τραπεζών κατατείνουν στη θωράκιση αυτών των στόχων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η σχετική συζήτηση δεν ξεκινάει σε κενό αέρος, δηλαδή έχουν γίνει οι πρώτες προπαρασκευαστικές κρούσεις. Ολες όμως οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι η συνεννόηση με τους επόπτες θα είναι μακρά και θα απαιτήσει περαιτέρω προσπάθεια για τη θωράκιση των βασικών μεγεθών των τραπεζών, που θα πιστοποιεί μεσοπρόθεσμα την υπέρβαση των προβλημάτων του παρελθόντος.

Από τη συζήτηση δεν μπορεί να εξαιρεθεί το μακροοικονομικό περιβάλλον, δηλαδή η σταθεροποίηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης που θα επιτρέψουν την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας για τη χώρα και την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του τραπεζικού συστήματος. Προς την κατεύθυνση αυτή θα βοηθήσουν οι αναπτυξιακοί πόροι που θα εισρεύσουν μέσα από τους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, και γι’ αυτό όλες οι τράπεζες ρίχνουν το βάρος στην αξιοποίηση αυτών των κεφαλαίων που συνολικά υπολογίζονται στα 72 δισ. ευρώ για την προσεχή πενταετία.

Το μακροοικονομικό περιβάλλον και η δυνατότητα των τραπεζών να δημιουργήσουν σταθερές πηγές εσόδων και κερδοφορίας αποτελούν το επόμενο στοίχημα που θα κρίνει και τη συζήτηση με τον επόπτη, ο οποίος αναγνωρίζει τις προσπάθειες για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος αλλά και τις προκλήσεις που αυτή η προσπάθεια συνεπάγεται. Η απομόχλευση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών, δηλαδή η πώληση κόκκινων δανείων, περιορίζει τις ανάγκες για νέες προβλέψεις, που «χτυπούν» ευθέως το τελικό αποτέλεσμα και κατ’ επέκταση τα κεφάλαιά τους, αλλά επηρεάζει τα έσοδά τους, καθώς στερεί από τις τράπεζες ένα σημαντικό τμήμα των εσόδων από τόκους. Ετσι το στοίχημα για το 2022, που θα κρίνει και την ικανότητά τους να διανέμουν μέρισμα, είναι η υγιής μεγέθυνση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, μέσα όμως από νέες χορηγήσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, παράλληλα με τον στόχο της εξυγίανσης, που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων σε συνδυασμό με την άφθονη ρευστότητα που απολαμβάνουν από το ευρωσύστημα δημιουργεί έναν πρόσθετο πονοκέφαλο για τις τράπεζες. Αυτό γιατί κόντρα στην κυρίαρχη αντίληψη, οι τράπεζες αντλούν φθηνό χρήμα από την ΕΚΤ και όταν δεν το διαθέτουν σε υγιείς χρηματοδοτήσεις υποχρεούνται να το επιστρέφουν στην Κεντρική Τράπεζα πληρώνοντας τόκο, αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο τα έξοδα από τους τόκους, τη στιγμή που τα αντίστοιχα έσοδα ψυχορραγούν. Ετσι όπως εκτιμούν αρμόδιοι παράγοντες, η εξίσωση για την κερδοφορία των τραπεζών, από την οποία εξαρτάται και η ικανότητά τους να διανείμουν μέρισμα, παραμένει δύσκολη.

Οπως έχει ανακοινωθεί, τη συζήτηση για την προοπτική διανομής μερίσματος θα ανοίξει επίσημα πρώτη η Eurobank ήδη από το α΄ τρίμηνο του 2022 και σε κάθε περίπτωση μετά τη δημοσιοποίηση των ετήσιων αποτελεσμάτων του 2021. Το αίτημα θα αφορά τη χρήση του 2022, δηλαδή περίπου ένα χρόνο από σήμερα, προκειμένου και εφόσον συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις να εγκριθεί από την ετήσια γενική συνέλευση της τράπεζας το 2023.

Ανάλογες, ωστόσο, «δεσμεύσεις» έχουν αναλάβει έναντι των μετόχων τους τόσο η Alpha Bank που μέσα από το πρόγραμμα εξυγίανσης Tomorrow στοχεύει στη διανομή μερίσματος από το 2023, όσο και η διοίκηση της Τράπεζας Πειραιώς μέσα από το πρόγραμμα Sunrise που έχει αναλάβει τη «δέσμευση» για τη διανομή μερίσματος το 2024. Αντίστοιχη επιδίωξη έχει και η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, ενόψει και της πλήρους ιδιωτικοποίησής της, που θα πρέπει να αποφασιστεί το 2022.

Η επίτευξη μονοψήφιου δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τον πρώτο και απαράβατο όρο για τη διανομή μερίσματος. Μέχρι σήμερα κάθε σχετική συζήτηση ήταν απαγορευτική, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες είχαν κερδοφόρες χρήσεις τα δύο τελευταία χρόνια, ειδικά μετά και την υιοθέτηση του μοντέλου hive down –με εξαίρεση την Εθνική Τράπεζα που δεν κατέφυγε στην απόσχιση της τραπεζικής δραστηριότητας– που τους επέτρεψε να μεταφέρουν τη ζημία από την εξυγίανση του ισολογισμού τους στις holding εταιρείες, αποτρέποντας έτσι και την ενεργοποίηση του νόμου για την αναβαλλόμενη φορολογία και την είσοδο του Δημοσίου στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Οι κινήσεις ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας

Από την πλευρά του επόπτη και της κοινής λογικής ήταν σαφές ότι η μείωση των κόκκινων δανείων θα απαιτούσε κεφάλαια που θα υπονόμευαν την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών και άρα η προοπτική διανομής μερίσματος θα ήταν κενό γράμμα. Πέραν των κεφαλαιακών επιπτώσεων που είχαν οι τράπεζες τα προηγούμενα χρόνια λόγω υψηλών προβλέψεων, η επιτάχυνση της προσπάθειας εξυγίανσης των ισολογισμών τους την περασμένη χρονιά στοίχισε σε κεφάλαια και όπως διαπιστώνει η ΤτΕ στην τελευταία έκθεσή της τόσο ο δείκτης κεφαλαίου κοινωνών μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET 1) όσο και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου (Total Capital Ratio) σε ενοποιημένη βάση υποχώρησαν το γ΄ τρίμηνο του 2021 σε 12,6% και 15,1% αντίστοιχα (έναντι 14,6% και 16,3% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020). Οπως παρατηρεί η ΤτΕ ενσωματώνοντας την πλήρη επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9), ο δείκτης CET1 των τραπεζών διαμορφώθηκε σε 10,% έναντι μέσου όρου 15,5% στην Ευρώπη με βάση τα στοιχεία της ΕΒΑ (European Banking Authority). 

Γι’ αυτόν τον λόγο οι τράπεζες παράλληλα με τις κινήσεις τιτλοποίησης και πώλησης των χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων, προχώρησαν σε πρόσθετες ενέργειες κεφαλαιακής ενίσχυσης, πέραν των απευθείας αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου. Πρόκειται για τα λεγόμενα μέτρα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου, στα οποία περιλαμβάνονται οι συνθετικές τιτλοποιήσεις που επιτρέπουν στις τράπεζες να μειώσουν τον πιστωτικό κίνδυνο από το εξυπηρετούμενο χαρτοφυλάκιο. Μέσω της συνθετικής τιτλοποίησης η τράπεζα επιτυγχάνει τη μείωση του σταθμισμένου ενεργητικού της (RWA), δηλαδή του όγκου των δανείων επί των οποίων υποχρεούται να διακρατεί κεφάλαια. Ανάλογη στόχευση έχουν και οι κινήσεις πώλησης της δραστηριότητας της διαχείρισης καρτών, που αξιοποιήθηκε από όλες τις τράπεζες μέσα στο 2021, αλλά και της μεταβίβασης μεγάλων πακέτων ακινήτων. 

Ακόμη και αν τα επιχειρησιακά πλάνα για την πλήρη εξυγίανση των ισολογισμών τους τηρηθούν κατά γράμμα, ο μέσος όρος του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2022 για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα είναι σχεδόν τριπλάσιος του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

Ο στόχος μείωσης των κόκκινων δανείων και η νέα απειλή λόγω πανδημίας

Ο στόχος μείωσης των κόκκινων δανείων ανάλογα και με το σημείο εκκίνησης κάθε τράπεζας –η Eurobank έχει επιτύχει τον στόχο στο τέλος της χρήσης του 2021– αναμένεται να επιτευχθεί έως τα μέσα του 2022 από την Alpha Bank και την Εθνική Τράπεζα και έως τα τέλη του χρόνου από την Τράπεζα Πειραιώς. Οι τράπεζες επιτάχυναν στην εκπνοή του χρόνου την προσπάθεια μείωσης του αποθέματος των κόκκινων δανείων, κλείνοντας «με συνοπτικές διαδικασίες» συναλλαγές ύψους 25 δισ. ευρώ μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων χαρτοφυλακίων, αλλά η απόσταση που τις χωρίζει από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο δεν έχει ακόμη διανυθεί πλήρως. Ακόμη και αν τα επιχειρησιακά πλάνα για την πλήρη εξυγίανση των ισολογισμών τους τηρηθούν κατά γράμμα, ο μέσος όρος του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2022 για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα είναι τριπλάσιος σχεδόν του μέσου ευρωπαϊκού όρου, που σύμφωνα με τα στοιχεία της EBA διαμορφώνεται στο 2,2% (στοιχεία α΄ εξαμήνου 2021). Επιπλέον οι τράπεζες στηρίζουν ένα σημαντικό μέρος του εξυπηρετούμενου χαρτοφυλακίου τους –υπολογίζεται στα 8-9 δισ. ευρώ– στα κρατικά προγράμματα στήριξης («Γέφυρα» 1 και 2) με συνέπεια, σύμφωνα με τις εποπτικές αρχές, η επίπτωση των συνεπειών της πανδημίας να μην έχει αποτυπωθεί ακόμη στους ισολογισμούς τους.

Οι τράπεζες εκτιμούν ότι οι όροι που έχουν τεθεί για τη χορήγηση της κρατικής εγγύησης εξασφαλίζουν την παραμονή αυτών των δανείων σε καθεστώς εξυπηρέτησης μεσοπρόθεσμα. Η εκτίμηση που επικρατεί είναι ότι τα δάνεια αυτά δεν θα αφήσουν πίσω τους τη «σκόνη» της προηγούμενης οικονομικής κρίσης και αυτό γιατί οι δεσμεύσεις που έχουν προβλεφθεί για τα προγράμματα «Γέφυρα» 1 και 2, υποχρεώνουν όσες επιχειρήσεις και νοικοκυριά έχουν κάνει χρήση της κρατικής στήριξης, να συνεχίσουν να είναι συνεπείς στην υποχρέωση να αποπληρώνουν τα δάνειά τους, για ένα τουλάχιστον χρόνο μετά τη λήξη της επιδότησης που παίρνουν από το κράτος. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να επιστρέψουν την κρατική επιδότηση και να χάσουν το όφελος που είχαν από τα δύο προγράμματα. Εντούτοις, δεδομένης και της επιμονής της πανδημίας, η προοπτική ένα τμήμα αυτών των δανείων να κοκκινίσει δεν μπορεί να αποκλειστεί, εξέλιξη που θα αποτελούσε και ένα μικρό πισωγύρισμα για τις τράπεζες. Ο κίνδυνος αυτός ενδέχεται να τις υποχρεώσει να πάρουν πρόσθετες προβλέψεις εντός του 2022, ανάλογα και με την εξέλιξη της πανδημίας και την πορεία της οικονομίας, υπονομεύοντας αφενός τον στόχο να διατηρηθεί ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μονοψήφιο ποσοστό και αφετέρου να στηριχθεί η κερδοφορία.

Πειραιώς

Τη μεγαλύτερη προσαρμογή πέτυχε η Τράπεζα Πειραιώς, που ολοκλήρωσε στην εκπνοή του χρόνου την τιτλοποίηση Sunrise II, αξίας 2,7 δισ. ευρώ, τη συμφωνία με την Blantyre Capital (συναλλαγή Mayfair) για την ανάθεση της διαχείρισης συμμετοχών της τράπεζας και την πώληση χαρτοφυλακίου ναυτιλιακών δανείων μεικτής λογιστικής αξίας 400 εκατ. ευρώ στην Davidson Kempner (συναλλαγή Dory), επιτυγχάνοντας τη μείωση του στοκ των μη εξυπηρετούμενων δανείων στα 5 δισ. ευρώ – από 22,5 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2020. Το στοκ των κόκκινων δανείων αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω στα 3,6 δισ. ευρώ στις αρχές του έτους, μέσω της τιτλοποίησης του χαρτοφυλακίου Sunrise 3 (αξίας 800 εκατ. ευρώ), των πωλήσεων άλλων δύο χαρτοφυλακίων συνολικής αξίας 1,2 δισ. ευρώ, καθώς και οργανικών κινήσεων και διαγραφών. Στόχος είναι ο μονοψήφιος δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων 7%  στα τέλη του 2022.

Alpha Bank

Στην εκπνοή του χρόνου η Alpha Bank ολοκλήρωσε την τιτλοποίηση Cosmos αξίας 3,4 δισ. ευρώ και ανακοίνωσε την πώληση του χαρτοφυλακίου Orbit αξίας 1,3 δισ. ευρώ (2,1 δισ. ευρώ σε όρους ονομαστικής αξίας). Μετά την ολοκλήρωση των δύο συναλλαγών  η τράπεζα θα έχει πετύχει μείωση του στοκ των κόκκινων δανείων άνω των 14 δισ. στο διάστημα των τελευταίων 6 μηνών, μαζί με τη μεγάλη τιτλοποίηση Galaxy. Το στοκ των μη εξυπηρετούμενων δανείων, από 8,4 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2021 θα μειωθεί στα 5 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους (μετά και την πώληση του χαρτοφυλακίου κόκκινων δανείων ύψους 2,2 δισ. ευρώ στην Κύπρο) και στόχος είναι στο τέλος του 2022 το απόθεμα των NPEs να περιοριστεί στα 3 δισ. ευρώ και στο 1,1 δισ. ευρώ έως το 2024. Αντίστοιχα ο δείκτης NPEs του ομίλου θα διαμορφωθεί στο 6% μετά και την ολοκλήρωση της συναλλαγής στην Κύπρο (project Sky) από 13% το 9μηνο του 2021 και στόχος είναι να υποχωρήσει στο 2% το 2024. 

Eurobank

Στο 7,3% μειώθηκε ήδη από τα τέλη του 2020 ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων για τη Eurobank, δίνοντας στην τράπεζα και το προβάδισμα των εξελίξεων, καθώς εντός του Δεκεμβρίου ολοκλήρωσε την τιτλοποίηση Mexico ύψους 3,2 δισ. σε όρους λογιστικής αξίας, επιτυγχάνοντας τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στα 2,9 δισ. ευρώ. 

Εθνική

Στις μεγαλύτερες συναλλαγές που ολοκληρώθηκαν εντός του Δεκεμβρίου περιλαμβάνεται η  ολοκλήρωση της τιτλοποίησης Frontier από την Εθνική Τράπεζα λογιστικής αξίας 6 δισ. ευρώ. Η συναλλαγή επιτρέπει στην τράπεζα να μειώσει τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 11,8%, ενώ εντός του α΄ εξαμήνου αναμένεται μια δεύτερη τιτλοποίηση ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ.

Διαβάστε επίσης: 

Τράπεζες: Ανεβάζουν ταχύτητα για να μειώσουν τα κόκκινα δάνεια

Τράπεζες: Πώς θα ρίξουν 20 δισ. ευρώ στην οικονομία το 2022

Τράπεζες: Οι τέσσερις στόχοι για τη νέα χρονιά

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News