BUSINESS & FINANCE

Oliver Wyman: Οι ελληνικές τράπεζες βγαίνουν πιο δυνατές από την κρίση της πανδημίας

Οι προκλήσεις, αλλά και οι μεγάλες ευκαιρίες που δημιουργεί η τεχνολογία στη σύγχρονη τραπεζική

Loukia Kattis/moneyreview.gr

Πόσο πιθανό είναι η τράπεζά σας να σας καλέσει για να σας προτείνει ένα προϊόν που μειώνει το κόστος κατανάλωσης ενέργειας στην επιχείρησή σας ή στο σπίτι σας; Το παράδειγμα είναι πραγματικό και συμβαίνει στη Ρωσία, αλλά δεν πρόκειται για ένα κατάλοιπο του καθεστώτος. Συνιστά τη σύγχρονη τραπεζική που εφαρμόζουν πλέον οι τράπεζες, αξιοποιώντας βάσεις δεδομένων που καταγράφουν π.χ. την κατανάλωση ενέργειας σε γεωγραφικές περιοχές και δίνουν τη δυνατότητα να προτείνουν στους πελάτες τους προϊόντα και υπηρεσίες πέραν της στενής τραπεζικής. 

Η τεχνολογία αποτελεί πλέον το εργαλείο για την διεύρυνση των υπηρεσιών που προσφέρουν οι τράπεζες αξιοποιώντας ένα «οικοσύστημα πληροφοριών» και κάνοντας πράξη τη συμβουλευτική τραπεζική. Στη βάση αυτή δημιουργούν πλατφόρμες που κατευθύνουν τους πελάτες τους για το ποιο χρηματοδοτικό εργαλείο είναι κατάλληλο για τις ανάγκες τους ή δανειοδοτικά προϊόντα που προβλέπουν την είσοδο της τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο μια επιχείρησης όχι μέσω μιας βίαιης εμπλοκής, αλλά ως διευκόλυνση της επιχείρησης. 

Τις προκλήσεις που δημιουργεί η τεχνολογία στη σύγχρονη τραπεζική αυτές αναδεικνύει η μελέτη European Banking Report 2021 της Oliver Wyman, μιας εκ των κορυφαίων παγκοσμίως εταιρειών παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, η οποία επισημαίνει παράλληλα την ευκαιρία που δημιουργεί για τις τράπεζες το μεταβαλλόμενο περιβάλλον που δημιουργεί ο μετασχηματισμός της οικονομίας. Ζητούμενο πλέον αποτελεί η δημιουργία προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών που θα υποστηρίξει τη μετάβαση των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και θα αναχαιτίσει τον ισχυρό ανταγωνισμό που δημιουργούν οι fintech εταιρείες και οι neo τράπεζες, που υπόσχονται ταχεία εξυπηρέτηση και σύγχρονες υπηρεσίες. 

Οι τράπεζες, όπως επεσήμανε χθες κατά την παρουσίαση της μελέτης ο Partner της Oliver Wyman κ. Δημήτρης Ψαρρής «έχουν αυξημένο ρόλο σε αυτή τη μεταβατική φάση που συμπίπτει με γενναίες προκλήσεις όπως η ψηφιοποίηση,  η κλιματική αλλαγή και η μετάβαση στη μετά covid εποχή». Η πρόκληση της τεχνολογίας δεν εξαντλείται στην ψηφιοποίηση των τραπεζικών εργασιών. Συνιστά μια ευρύτερη μεταβολή καθώς σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μια πιθανή μετακίνηση π.χ. του 20% των καταθέσεων σε ψηφιακά νομίσματα προς τις Κεντρικές Τράπεζες μπορεί να θέσει σε ρίσκο τραπεζικά έσοδα από 10 έως και 25 δισ. ευρώ.

Το πλεονέκτημα των ελληνικών τραπεζών

Ο κ. Ψαρρής, επεσήμανε το συγκριτικό πλεονέκτημα που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες, καθώς εκτός από την εξυγίανση των ισολογισμών τους, έχουν πετύχει να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πελατών τους εφαρμόζοντας κατά τη διάρκεια της πανδημίας γενναία μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Επιπλέον πέτυχαν να «σπάσουν τον μύθο» ότι η τραπεζική εξυπηρέτηση γίνεται μόνο μέσα από το κατάστημα και εισήγαγαν καινοτομίες που τους επιτρέπουν πλέον να γυρίσουν σελίδα. 

Κρίσιμο στοίχημα για αυτή τη μετάβαση σύμφωνα με την Oliver Wyman αποτελεί η ενσωμάτωση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που έχουν βρεθεί εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης κατά τη διάρκεια της προηγούμενης 10ετούς κρίσης, προκειμένου να διευρυνθεί η πίτα των χορηγήσεων και οι τράπεζες να αυξήσουν την δανειακή τους βάση και συνεπώς τα έσοδα και τα κέρδη τους. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να ξεφύγουν από τη στενή λογική της αξιολόγησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών με βάση ιστορικά στοιχεία και να περάσουν σε πιο δυναμικά μοντέλα αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου. Όπως παρατήρησε ο κ. Ψαρρής «αν δεν το κάνουν αυτό, το κενό θα καλυφθεί από τρίτους», που αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη, με βάση εξελιγμένα μοντέλα ανάλυσης της συναλλακτικής συμπεριφοράς, όπως π.χ. η συχνότητα των συναλλαγών.

«Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μπροστά τους μια μοναδική ευκαιρία», τόνισε που ενισχύεται από το πακτωλό κεφαλαίων ύψους 750 δισ. ευρώ που εξασφαλίζει το RRF. Υποστηρίζοντας την ανάκαμψη από την πανδημία και βοηθώντας στην αντιμετώπιση ορισμένων εκ των σημαντικότερων προβλημάτων της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο τραπεζικός κλάδος μπορεί να επαναπροσδιορίσει τον σκοπό του, να μεγιστοποιήσει την ουσία της λειτουργίας του και να διασφαλίσει τη διαχρονική του προσφορά στην οικονομία. Αντίθετα, ένας πιο περιορισμένος ρόλος των τραπεζών θα σήμαινε το σταδιακό παραγκωνισμό τους, από ένα συνδυασμό μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής και εναλλακτικών τρόπων πληρωμών και πιστώσεων.

Ανθετικό το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα

Tο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό, εν μέσω μιας από τις πιο σοβαρές πτώσεις του ΑΕΠ που έχουν σημειωθεί μέχρι σήμερα. Τα επίπεδα εποπτικών κεφαλαίων που συσσωρεύτηκαν μετά την οικονομική κρίση αποδείχθηκαν επαρκή και αρκετές από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας αμβλύνθηκαν, ως αποτέλεσμα των σημαντικών  προγραμμάτων κρατικής στήριξης. Μία στις τρεις τράπεζες έχουν ήδη αντιστρέψει πιστωτικές προβλέψεις. Παρόλα αυτά, τα έσοδα των τραπεζών και η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων έχουν πληγεί: Σε χώρες όπου επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί, με οικονομίες έντονα εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της πανδημίας, τα έσοδα μειώθηκαν έως και 11% και τα σταθμισμένα στοιχεία ενεργητικού μειώθηκαν σχεδόν 5%. Τα μισά κεφάλαια του κλάδου βρίσκονται σε τράπεζες με απόδοση ιδίων κεφαλαίων μικρότερη από 4%.

Η απαραίτητη διαδικασία εξορθολογισμού συνεχίστηκε, με έμφαση στο γεωγραφικό αποτύπωμα, την απλοποίηση διαδικασιών και την επαναξιολόγηση των προσφερόμενων τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών. Σε συγκεκριμένες χώρες υπήρξε συγκέντρωση του τραπεζικού κλάδου, με τις εποπτικές αρχές να αναμένουν περισσότερη ενοποίηση στο μέλλον. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι οι προοπτικές είναι απαραίτητα θετικές – από μακροοικονομικής άποψης, υπάρχουν ακόμα σημαντικές προκλήσεις. Για παράδειγμα οι αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων διογκώνονται έντονα λόγω της υπερβολικής ρευστότητας στην αγορά, τα χαμηλά επιτόκια συνεχίζουν να προβληματίζουν, η κερδοσκοπία στην ψηφιακή οικονομία συνεχίζεται, ενώ οι τράπεζες πρέπει να διαχειριστούν τον πληθωρισμό για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια. 

Πιθανές αυξήσεις των επιτοκίων μπορεί να φέρουν αύξηση των εσόδων, ωστόσο αρκετές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ασθενή κερδοφορία, κάτι που θα δημιουργούσε έκθεση σε κίνδυνο, μαζί με τα νοικοκυριά.

Οι προκλήσεις της επόμενης μέρας

Υπάρχουν πέντε προκλήσεις που το τραπεζικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίσει, προκειμένου να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην ανάκαμψη:

1. Η μετάβαση στην εποχή μετά την κρίση

Καθώς σταδιακά οδεύουμε προς το τέλος της πανδημίας, εναπόκειται στις τράπεζες να βοηθήσουν στην απελευθέρωση προγραμμάτων δανεισμού έκτακτης ανάγκης, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα πιθανές πτωχεύσεις και τον αριθμό των εταιρειών «ζόμπι». Τυποποιημένες προσεγγίσεις πρέπει να υλοποιηθούν σε ολόκληρο τον κλάδο, με κρατική συμμετοχή. Οι τράπεζες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί πάροχοι του ιδιωτικού τομέα μπορεί να χρειαστεί να προσφέρουν προϊόντα με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο βιώσιμων αλλά υπερβολικά μοχλευμένων εταιρειών. Μια επιτυχημένη απεμπλοκή από την υποστήριξη έκτακτης ανάγκης θα διασφαλίσει ότι οι απώλειες δεν θα φτάσουν στα επίπεδα που η αγορά ανέμενε το 2020.

2. Η δημιουργία νέων προσεγγίσεων δανεισμού οι οποίες θα υποστηρίζονται από τον δημόσιο τομέα

Η αγορά του εταιρικού χρέους αλλάζει και οι τράπεζες θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους σε αυτή. Τα κεφάλαια ύψους 750 δισ. ευρώ του προγράμματος Next Genneration EU, αντιστοιχούν σε περίπου 16% των υπαρχόντων δανείων προς μη-χρηματοπιστωτικές εταιρείες, ενώ μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union – CMU) υπάρχει η δυνατότητα αύξησης της χρηματοδότησης εταιρειών από την αγορά (market based financing) από το 25% στο 50%. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τράπεζες θα πρέπει να είναι έμπιστοι σύμβουλοι των πελατών τους, να διοχετεύουν διαφορετικές μορφές κεφαλαίου και να βοηθούν τους πελάτες να περιηγηθούν στο ευρύτερο φάσμα χρηματοδοτικών λύσεων. 

3. Η υποστήριξη της κλιματικής μετάβασης 

Επόμενη πρόκληση είναι η ενεργειακή μετάβαση και η κρίση βιωσιμότητας. Υπολογίζεται ότι πρέπει να επενδυθούν 1,5 έως 2 τρισ. ευρώ στην πράσινη οικονομία στην Ευρώπη. Οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί ότι θα επιτύχουν μηδενικές εκπομπές άνθρακα στο χαρτοφυλάκιο δανείων τους έως το 2050, ωστόσο οι δεσμεύσεις αυτές είναι πολύ μακροπρόθεσμες και δεν εξυπηρετούν άμεσα την αντίστοιχη μετάβαση της πραγματικής οικονομίας. Για να επιτύχουν τους στόχους τους, οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν ενεργητικό ρόλο σε όλες τις μεταβατικές πρωτοβουλίες. Η πιθανή σύγκρουση μεταξύ των κλιματικών στόχων και των οικονομικών αποδόσεων χρήζει διαχείρισης από τις τράπεζες, αλλά εάν οι τράπεζες δεν αναλάβουν εκείνες την πρωτοβουλία, τότε διάφορα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως εξειδικευμένοι σύμβουλοι, εταιρείες διαχείρισης δεδομένων και ιδιωτικών κεφαλαίων θα κληθούν να καλύψουν το κενό.

4. Στήριξη της ψηφιακής οικονομίας

Ο τρόπος που τα τραπεζικά προϊόντα προσφέρονται στους πελάτες, πλέον καλείται να συνδεθεί άμεσα με τις ανάγκες τους και να είναι άμεσος και ψηφιακός. Είναι πιθανό, μέσα στα επόμενα 10 χρόνια οι νέοι τρόποι πρόσβασης σε τραπεζικά προϊόντα να αποτελούν το 10% των δανείων, καταθέσεων, συναλλάγματος και πληρωμών για πελάτες λιανικής και ΜμΕ. Δεδομένου ότι αυτά τα νέα οικοσυστήματα τείνουν να παρέχουν βραχυπρόθεσμα, προϊόντα με υψηλότερα περιθώρια κέρδους, αυτό το μερίδιο θα μπορούσε να ισοδυναμεί με έσοδα εώς και 40 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες θα πρέπει να είναι αποφασιστικές σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες fintech και τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και να δημιουργήσουν σύγχρονα προϊόντα με βάση τον πελάτη, ή να εστιάσουν σε συνεργασίες που παρέχουν ενσωματωμένη χρηματοδότηση και υπηρεσίες που είναι ευρύτερες από τα παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα.

5. Δημιουργία μιας νέας χρηματοπιστωτικής υποδομής

Έπονται ριζικές αλλαγές στην υποκείμενη χρηματοπιστωτική υποδομή της Ευρώπης. Τα ψηφιακά νομίσματα των κεντρικών τραπεζών (CBDC) είναι υπο δημιουργία, ως αποτέλεσμα ανησυχιών που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές και νομισματικές πολιτικές. Η πιθανή μετακίνηση ενός ποσοστού καταθέσεων 20% σε CBDC, βάζει σε ρίσκο για τις τράπεζες έσοδα από 10 έως 25 δισ. ευρώ.. Το τραπεζικό σύστημα πρέπει να υιοθετήσει μια συνεργατική προσέγγιση με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις ρυθμιστικές αρχές, ώστε να εντοπίσει και προτείνει συστημικές βελτιώσεις. Επιπλέον, ήδη παρακολουθούμε μια σειρά πρωτοβουλιών στον χώρο των πληρωμών και της αντιμετώπισης του οικονομικού εγκλήματος, ενώ οι περαιτέρω προσπάθειες εξορθολογισμού του κόστους και του επιχειρησιακού μοντέλου, θα δημιουργήσουν πιο αποτελεσματικές και ελαστικές υποδομές.

 

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News